2157/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Legislator headnote
AI generated2157/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β΄, δ΄ και στ΄ του ΚΠΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2157 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2157/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο και 2.Χ2, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 954/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Ζ1 2. Ζ2, 3. Ζ3 και 4. Ζ4. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2006 και 2 Μαϊου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 837/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμούς 241/30.5.2006 και 311/30.6.2006, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Α) Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ'αριθ. 60/2-5-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ2, δικηγόρου, κατά του υπ'αριθ. 954/13-4-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με υπ'αριθ. 1.284/2005 βούλευμά του, εκτός των άλλων διατάξεών του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για απάτη κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, από πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 εδ. στ΄, 98 §§ 1 & 2 και 386 §§ 1 & 3α του ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ του άρθρου 13 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999), την οποία φέρεται ότι διέπραξε από κοινού με άλλους πέντε συγκατηγορουμένους του (Ζ1, Ζ2, Ζ3, Χ1 καιΖ4) με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις κατά τα χρονικά διαστήματα από 20-6-2001 έως 28-12-2001 και από 20-8-2002 έως 6-9-2002, εις βάρος τηςΨ, η οποία έχει ήδη εξαφανισθεί.
Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2 άσκησε την υπ'αριθ. 253/2-6-2005 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεσή του, επί της οποίας, καθώς και επί των ασκηθεισών από τους συγκατηγορουμένους του Ζ3, Χ1, Ζ1 και Ζ2 εφέσεων, εκδόθηκε το υπ'αριθ. 954/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αφενός μεν έγιναν τυπικώς δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι εφέσεις του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2 και των συγκατηγορουμένων του Ζ3 και Χ1, αφετέρου δε έγιναν τυπικώς δεκτές και εν μέρει και κατ'ουσίαν οι εφέσεις των συγκατηγορουμένων του Ζ1 και Ζ2 και κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατ'αυτών κατηγορία για τη μερικότερη πράξη κακουργηματικής απάτης, που φέρεται ως τελεσθείσα από αυτούς στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2002 έως 6-9-2002 εις βάρος της Ψ, επικυρώθηκε δε κατά τα λοιπά το πρωτόδικο βούλευμα.
Κατά των παραπεμπτικών γι'αυτόν κεφαλαίων του υπ'αριθ. 954/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2 την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ.
με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε στις 2-5-2006, με δήλωση του ιδίου (αναιρεσείοντος) ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθ. 60/2-5-2006 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στον ίδιο στις 19-4-2006 και στον αντίκλητο δικηγόρο του στις 9-5-2006, και β) διαλαμβάνονται στην ίδια αίτηση σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 484 § 1 περ.
β΄, δ΄ και στ΄ του ΚΠΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ.
δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε και κρίθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί μεν η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς ανάγκη ιδιαίτερης μνείας του καθενός σε συνδυασμό με το τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να εκδώσει το παραπεμπτικό βούλευμα (ΑΠ 1/2005 Ολομέλεια σε Συμβούλιο ΠΧρ.
ΝΕ΄ σελ. 781, ΑΠ 428/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 989, ΑΠ 1104/1999 σε Συμβούλιο ΠΧρ. Ν΄ σελ. 531).
Εξάλλου, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε δεν έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 309 § 2 του ΚΠΔ το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν τη μη εμφάνιση σ'αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 1610/2001 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΒ΄ σελ. 624).
Τέλος, υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, προς την οποία εξομοιώνεται και η περίπτωση κατά την οποία δεν ασκεί αυτό δικαιοδοσία που του επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 2454/2003 ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 915).
ΙΙ.- Kατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη του εδαφίου α΄ της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ.
ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ.
ή των 15.000 ευρώ (ΑΠ 1411/2005 ΠΧρ. ΝΣΤ΄ σελ. 243, ΑΠ 1303/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 496).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη αυτή πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της απάτης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (βλ.
ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ., κατά την οποία "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης", συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη, ταυτόχρονη ή διαδοχική, σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που διαπράττεται με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν ή πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση άλλου (βλ. Α.Π. 462/2000 Ποιν. Χρ. Ν/928).
Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 954/2006 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για το αξιόποινο αδίκημα της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση.
Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του συμπληρωματικές σκέψεις όσον αφορά τον ίδιο και τους συγκατηγορουμένους του Ζ3 και Χ1, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ'είδος στην υπ'αυτού υιοθετούμενη και στο βούλευμα ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, αλλά και στο ίδιο το προσβαλλόμενο βούλευμα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εξαφανισθείσα στις 18-12-2002 Ψ είχε γεννηθεί το έτος 1938 και ήταν υιοθετημένη. Ο εκ των κατηγορουμένων και εκκαλούντων Ζ3 ήταν πρώτος εξάδελφος αυτής από τους θετούς γονείς της και από τους πλέον κοντινούς συγγενείς της, δεδομένου ότι η ίδια δεν είχε τελέσει γάμο και δεν είχε σχέσεις με τους συγγενείς από τους φυσικούς γονείς της.
Ήταν άτομο κοινωνικό, πρόσχαρο και υγιές, είχε πολλές φίλες, τις οποίες επισκεπτόταν τακτικά, αρεσκόταν στα ταξίδια και στην άνετη ζωή, ήταν, όμως, κατά τις ίδιες τις φίλες της, εύπιστη, ελαφρώς αφελής και αμελής κυρίως με τη διαχείριση της σημαντικής περιουσίας που απέκτησε από τους θετούς γονείς της. Με τη διαχείριση της περιουσίας της, που παρά το εύρος της, είχε πολλά χρέη, ασχολιόταν από κοινού με αυτήν ο ως άνωΖ3, ο οποίος διατηρούσε μακροχρόνιο εκτός γάμου δεσμό με την επίσης κατηγορουμένη-εκκαλούσα Χ1.
Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ψ, η οποία κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα διέμενε στην οικία τους στη ... Μέσω του Ζ3 η Ψ γνώρισε και τον εκκαλούντα-κατηγορούμενοΧ2, ο οποίος χειρίστηκε ως νομικός παραστάτης αυτής πολλές υποθέσεις της, μεταξύ δε αυτών και την τακτοποίηση από άποψη βαρών (διεκδικητικές αγωγές κ.λπ.) του κείμενου στην ...
ακινήτου της, προκειμένου να πωληθεί τούτο ελεύθερο βαρών.
Κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2001, ο Ζ3, γνωρίζοντας την επιθυμία της εξαδέλφης του να προβεί στην επισκευή του ακινήτου της (τριώροφης οικοδομής) επί της οδού ..., που κληρονόμησε από τους θετούς γονείς της, της πρότεινε να συνεργασθεί "με μεγαλοεπιχειρηματία", που της παρουσιάστηκε ως... -ενώ επρόκειτο για τον εκκαλούντα-κατηγορούμενοΖ1 μεσολαβούσε δε για λογαριασμό της δήθεν φερέγγυας κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ-ΜΑΚΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "MAKINA AE", που έδρευε στην ...
και την οποία εκπροσωπούσε ο συγκατηγορούμενος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Ζ4, προκειμένου η τελευταία (εταιρεία) να αναλάβει την επισκευή της άνω οικοδομής, που είχε υποστεί ζημιές από το σεισμό του έτους 1999. Στα πλαίσια της γνωριμίας αυτής, η Ψ πείσθηκε από τους ως άνω κατηγορουμένους να εγγυηθεί στις 3-8-2001 ως πρωτοφειλέτης στην Εμπορική Τράπεζα υπέρ της πιστούχου εταιρείας "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ", η οποία στην πραγματικότητα είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο της εμπορίας της εκμισθώσεις αυτοκινήτων και τουριστικές εργασίες και όχι τις επισκευαστικές εργασίες κτιρίων, για την τήρηση των όρων της μεταξύ αυτής (ανώνυμης εταιρείας) και της Εμπορικής Τράπεζας συναφθείσας από 20-6-2001 σύμβασης με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό, για το ποσό των 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, πλέον τόκων, μέχρις εξοφλήσεως, προκειμένου να επιτευχθεί συμπληρωματική πίστωση της ως άνω εταιρείας μέχρι του ποσού αυτού, η οποία (πιστούχος εταιρεία) προέβαινε "στις μετρήσεις" για την επισκευή του ακινήτου της.
Τις εκταμιεύσεις των ποσών, που η άνω εταιρεία εξασφάλιζε από την Εμπορική Τράπεζα, πραγματοποιούσε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και συγκατηγορούμενος των εκκαλούντωνΖ4, συνοδευόμενος πάντοτε από τον κατηγορούμενο και εκκαλούντα, σεσημασμένο και καταδικασμένο για σωρεία απατών, Ζ1 (βλ. το υπ'αριθμό πρωτοκόλλου .../2003 πιστοποιητικό των Φυλακών Κορυδαλλού), ο οποίος εμφανιζόταν σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ως....
Μέσω του Ζ1 η Ψ γνώρισε τον εκ των κατηγορουμένων και εκκαλούντων Ζ2, ο οποίος είναι γαμπρός του πρώτου και ο οποίος προσφέρθηκε να "χρηματοδοτήσει" τις επισκευαστικές εργασίες. Πράγματι αυτός (Ζ2) κατάρτισε με τη Ψ το από 28-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου, από το οποίο προκύπτει ότι κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 30.000.000 δραχμών.
Για την εξασφάλιση του δανείου αυτού, αλλά και για την εξασφάλιση της Εμπορικής Τράπεζας, πιστώτριας της εταιρείας "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ", ο Ζ2 και η Εμπορική Τράπεζα προέβησαν στην εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης μέχρι τα ποσά των 35.000.000 δραχμών ή των 102.714,60 ευρώ και των 147.000,00 ευρώ αντίστοιχα, επί του παραπάνω ακινήτου, δυνάμει των υπ'αριθ. 13179Σ/2002 και 44550/Σ 2001 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν μετά από συνομολόγηση των σχετικών αιτήσεων από τη Ψ.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως του Ζ2 η Ψ παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χ2 και συνομολόγησε την αίτηση, που αναφέρει ότι το δάνειο χορηγήθηκε για επισκευαστικούς λόγους. Έτσι, από την αίτηση του ίδιου του κατηγορουμένου Ζ2 προκύπτει η αιτία για την οποία η Ψ προέβη στη λήψη του δανείου και αντικρούονται τα όσα αυτός αναφέρει στην απολογία του στην ανακρίτρια ότι "δεν έγινε καμμία συζήτηση ότι επρόκειτο να ανακαινιστεί το ακίνητο της Ψ".
Αναφέρει επίσης ο Ζ2 στην απολογία του ότι τα χρήματα του δανείου τα έλαβε για λογαριασμό της Ψ οΖ3. Το ίδιο, ότι δηλαδή τα χρήματα του δανείου τα έλαβε οΖ3, αναφέρει στην απολογία του και οΧ2. Μάλιστα αναφέρει ο τελευταίος ότι η αναφορά σε επισκευαστικούς λόγους στην ως άνω αίτηση ήταν τυπική, πλην όμως για τη Ψ δεν ίσχυε το ίδιο, διότι αυτή, όπως αναφέρουν οι φίλες της στις ανακριτικές και προανακριτικές καταθέσεις τους, έλαβε το δάνειο και εγγυήθηκε στην Τράπεζα και σε άλλα πρόσωπα, διότι επρόκειτο (όπως πίστευε) να επισκευαστεί το πατρικό της σπίτι (βλ.
καταθέσεις ..., ..., ...). Επίσης ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας ... στην κατάθεσή του στην ανακρίτρια αναφέρει: "Εμφανίστηκε η Ψ, στο κατάστημά μας, μόνη της, πρέπει να ήταν αρχές Δεκεμβρίου 2002. Μας είπε ότι είχε μπλέξει άσχημα και ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια, γιατί της υποσχέθηκαν ότι με αυτά τα χρήματα που θα έπαιρναν, δηλαδή τα 40.000.000 δραχμές, όπου είχε μπει εγγυήτρια και είχαν δοθεί στον εκπρόσωπο της ΜΑΚΙΝΑ, θα της επισκεύαζαν το ακίνητο στην πλατεία ...
Μας είπε ότι δεν της το έφτιαξαν".
Περαιτέρω, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και την υιοθετηθείσα υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση, ότι οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους, αφενός ως προς το πρόσωπο του Ζ1, που τον εμφάνισαν ως μεγαλοεπιχειρηματία με το όνομα ... και αφετέρου ως προς τη δυνατότητα της εταιρείας "MAKINA AE" για επισκευή και αναπαλαίωση του ακινήτου της, έπεισαν τη Ψ να λάβει ως δάνειο και να εγγυηθεί ως πρωτοφειλέτης στην Εμπορική Τράπεζα υπέρ της παραπάνω εταιρείας για το ποσό των 40.000.000 δραχμών, το οποίο τελικά εκταμίευσαν μέσω του Ζ4, ενώ ουδέποτε προέβησαν στις συμφωνημένες επισκευαστικές εργασίες, διότι η εταιρεία "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ" δεν ήταν επισκευαστική, αλλά είχε άλλο αντικείμενο, ο δε ... , δεν ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας, αλλά ο σεσημασμένος για σωρεία απατών κατηγορούμενος Ζ1. Έτσι, η Ψ ζημιώθηκε κατά τα ποσά που προαναφέρθηκαν, για τα οποία η Εμπορική Τράπεζα και ο Ζ2 ενέγραψαν στο ακίνητό της τις ως άνω προσημειώσεις υποθηκών για το συνολικό ποσό των 249.714,60 ευρώ (102.714,60+147.000,00).
Για τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις προς τη Ψ ο δόλος των κατηγορουμένων ήταν κοινός, δεδομένου ότι γνώριζε ο καθένας από αυτούς την πρόθεση του άλλου και όλοι μαζί ήθελαν να συμπράξουν από κοινού στην εξαπάτηση της παθούσας σε σχέση με την "επισκευή" του ακινήτου της, με σκοπό να εκταμιεύσουν τα ποσά για τα οποία αυτή εγγυήθηκε με την περιουσία της.
Όταν η Ψ άρχισε να έχει υποψίες για τις ενέργειές τους, εξέφρασε τις ανησυχίες της στις φίλες της. Μάλιστα όταν ενημερώθηκε από την Εμπορική Τράπεζα ότι είχε οφειλές προς αυτήν ύψους 49-50.000.000 δραχμών, είχε την εύλογη απορία για ποίο λόγο η Τράπεζα ή ο δικηγόρος της δεν την είχαν ενημερώσει σχετικά με την εξέλιξη του δανείου.
Χαρακτηριστικά η μάρτυρας ..., καθηγήτρια φιλολογίας, αναφέρει ότι οι ανησυχίες της Ψ είχαν αρχίσει νωρίτερα, όταν η "επισκευή" καθυστερούσε και ο..., ο οποίος θα αναλάμβανε την επισκευή της πατρικής της οικίας στον οδό ... και θα επενοικίαζε μέρος αυτής για τα γραφεία της εταιρείας του, επικαλέστηκε λόγους υγείας της γυναίκας του, ή αργότερα ότι βρισκόταν σε επαφές με Άγγλους επιχειρηματίες για την εταιρεία, που θα δημιουργούσε μαζί τους.
Σκεφτόταν δε να ζητήσει την ποινική δίωξη του Ζ1, αλλά ο εξάδελφός της Ζ3 της πρότεινε να βρουν το γιο του Ζ1 και να του ζητήσουν να πληρώσει το παραπάνω ποσό, για να μην επιβαρυνθεί ο πατέρας του. Αμφιβολίες, για την αξιοπιστία του εξαδέλφου της, αλλά και του δικηγόρου της Χ2, εξέφρασε η παθούσα και στη φίλη της ..., όπως η τελευταία αναφέρει στην από 5-5-2003 ένορκη προανακριτική της κατάθεση.
Από τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις προσώπων, που ουδεμία σχέση είχαν με τους κατηγορουμένους Ζ3 και Χ2, αλλά διηγούνται όσα γι'αυτούς γνώριζαν από την ίδια την παθούσα Ψ, συνάγεται ότι αυτοί, καθώς και η Χ1, από κοινού με τους Ζ1, Ζ2 και Ζ4, συμμετείχαν στην εξαπάτηση της Ψ, αφενός μεν να εγγυηθεί και αφετέρου να λάβει δάνειο για την επισκευή του ακινήτου της με τη δέσμευση αυτού, αφού, ο μεν Ζ3 όχι μόνο της συνέστησε τον Ζ1, αλλά και την απέτρεψε από το να ζητήσει την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του, όταν αυτή ανακάλυψε το ρόλο του, η δε Χ1, επίσης διότι γνώριζε τον Ζ1 μέσω του Ζ3, με τον οποίο συζούσε επί μακρό χρονικό διάστημα και ήταν εκτελεστικό όργανο των εγκληματικών του πράξεων και τέλος οΧ2, διότι, ενώ γνώριζε ότι ήταν αδύνατη η επισκευή του ακινήτου της Ψ και ότι αυτή εγγυήθηκε κατά τα παραπάνω, με σκοπό την επισκευή του, για τον ίδιο λόγο έλαβε δάνειο από τον Ζ2, εν τούτοις παραστάθηκε μαζί της στο άνω δικαστήριο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, παραπλανώντας αυτήν ότι η δέσμευση του ακινήτου της γίνεται δήθεν για επισκευαστικούς λόγους.
Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η κατηγορουμένη Χ1, εμφανίζεται στις 31-7-2002 να έχει εφοδιαστεί από τη Ψ με το υπ'αριθμό 1752/2002 πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών ..., με το οποίο της παρεχόταν, κατά εντελώς ανεξήγητο τρόπο, το δικαίωμα και η δυνατότητα να διαχειρίζεται, χωρίς κανένα όρο και περιορισμό, ολόκληρη την περιουσία της παθούσας.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η Ψ δεν σκόπευε να μετοικήσει, ούτε έπασχε από κάποια ανίατη ασθένεια, όπως δε προαναφέρθηκε, ως άνθρωπος, διακρινόταν για τη ζωντάνια της και για την κοινωνικότητά της. Έτσι δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να καταστήσει γενική πληρεξούσια αυτής τη σύντροφο του εξαδέλφου της, παρέχοντας το παραπάνω πληρεξούσιο, που, καθ'ομολογία του κατηγορουμένου Χ2, συντάχθηκε από τον ίδιο, ο οποίος, επίσης καθ'ομολογία του, ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που συνόδευσε τη Ψ στη συμβ/φο για την υπογραφή του, στην απολογία του μάλιστα αναφέρει ότι ετοίμασε στο σχέδιο του πληρεξουσίου σε δισκέτα προς διευκόλυνση της συμβ/φου.
Η τελευταία, κατά της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό το όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, στην ενώπιον της ανακρίτριας απολογία της, αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα, αν αυτή που εμφανίστηκε στο γραφείο της και υπέγραψε το πληρεξούσιο και το βιβλίο των πράξεων ήταν πραγματικά η Ψ, την οποία δεν γνώριζε από προηγούμενη επαγγελματική ή κοινωνική σχέση, γεγονός, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι κατηγορούμενοι για να την παραπλανήσουν να συντάξει το ως άνω πληρεξούσιο, όπως κρίθηκε με τα εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατ'αυτής κατηγορία για την ως άνω πράξη.
Με το ως άνω πληρεξούσιο, η κατηγορουμένη Χ1, εμφανίστηκε στο υποκατάστημα Καλλιθέας της Τράπεζας ALPHA BANK κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2002 έως 6-9-2002 και ανέλαβε από τον εκεί τηρούμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου της Ψ το ποσό των 529.360,40 ευρώ, το οποίο η τελευταία είχε αποκτήσει από την πώληση του ακινήτου της στην ...
κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2002, αντί συνολικού τιμήματος περίπου 250.000.000 δραχμών. Στις 18-12-2002, η ως άνω Ψ, αναμένοντας στο ταμείο του υποκαταστήματος της Τράπεζας ALPHA BANK στην οδό Φιλελλήνων της Αθήνας, στο οποίο είχε μεταβεί για να πραγματοποιήσει συναλλαγή και ενώ είχε δώσει την αστυνομική της ταυτότητα στον αρμόδιο υπάλληλο, έλαβε γνώση κάποιου γεγονότος που την εξόργισε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ματαιώσει την προγραμματισμένη συναλλαγή της και εν τέλει να λησμονήσει εκεί και την αστυνομική της ταυτότητα, αναχωρώντας εσπευσμένα από το εν λόγω υποκατάστημα, για να μεταβεί στο υποκατάστημα Καλλιθέας.
Από τις καταθέσεις των εργαζομένων στο ως άνω πρώτο υποκατάστημα Τράπεζας υπαλλήλων προκύπτει, ότι το γεγονός που την αιφνιδίασε και την υποχρέωσε να διακόψει την προγραμματισμένη συναλλαγή, ήταν, ότι περιήλθε σε γνώση της, πως ο τηρούμενος στο υποκατάστημα Καλλιθέας της Τράπεζας ALPHA BANK λογαριασμός της είχε κλείσει, λόγω της ανάληψης του κατατεθειμένου σε αυτόν χρηματικού ποσού των 529.360,40 ευρώ, χωρίς η ίδια, ως δικαιούχος του λογαριασμού, να το γνωρίζει.
Η Ψ, μετά την εμφάνισή της στο ως άνω υποκατάστημα της Τράπεζας ALPHA BANK κατά την 18-12-2002 και την εσπευσμένη και με εμφανή σημεία αναστάτωσης αναχώρησή της από το εν λόγω υποκατάστημα, δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα σημεία ζωής. Σε σχέση με τα παραπάνω περιστατικά, χαρακτηριστική είναι η κατάθεση της μάρτυρος-υπαλλήλου στο υποκατάστημα της ALPHA BANK της οδού Φιλελλήνων ...
στην ανακρίτρια, η οποία, αναγνωρίζοντας, στις φωτογραφίες που της επιδείχθηκαν, τη Ψ, αναφέρει: "Η γυναίκα αυτή το Δεκέμβριο 2002 είχε έρθει στο κατάστημά μας και είχε πάει για συναλλαγή στο ταμείο... Μετά από λίγο άκουσα φωνές στο ταμείο... Ρώτησα τι είχε συμβεί, αυτή ήρθε φωνάζοντας "λείπουν τα χρήματά μου" και ήταν φοβερά ταραγμένη.
Τη ρώτησα να μου εξηγήσει τι έγινε. Είπε ότι πήγε να κάνει ανάληψη κάποιου μικρού ποσού και στο ταμείο της είπαν ότι ο λογαριασμός έχει κλείσει. Είπε ότι είχε κατατεθειμένα σε προσωπικό της λογαριασμό το ποσό των 180.000.000 ή 200.000.000 δραχμών. Τη ρώτησα μήπως είχε δώσει κάποια εξουσιοδότηση σε συγγενικό πρόσωπο για να πάρει για λογαριασμό της χρήματα και μου απάντησε κατηγορηματικά όχι ..".
Από τα παραπάνω γίνεται πλέον φανερό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε στη συμβ/φο ... για την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου και το οποίο προσκόμισε στην ίδια συμβ/φο τη βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα της Ψ, δεν ήταν στην πραγματικότητα η Ψ, αλλά άλλο άγνωστο πρόσωπο.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι πραγματογνώμονες ..., ... και..., ειδικοί δικαστικοί γραφολόγοι της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, στις από 30-4-2004 και από 14-6-2004 εκθέσεις γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκαν μετά από παραγγελίες της Ανακρίτριας του 4ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις οποίες αναφέρουν ότι οι αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφές επί του επιδίκου πληρεξουσίου δεν έχουν χαραχθεί από τη Ψ, αλλά από άλλο άγνωστο πρόσωπο, το οποίο απομιμήθηκε γνήσια υπογραφή της με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης.
Τέλος, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η δικαστική γραφολόγος ..., που ενήργησε γραφολογική έρευνα μετά από εντολή της συμβ/φου ..., ως τεχνικός σύμβουλος αυτής. Τα ευρήματα των ως άνω γραφολογικών ερευνών είναι πλήρως αιτιολογημένα και τεκμηριωμένα, δεν ανατρέπονται δε, ούτε αναιρούνται, από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ2, Ζ3 και Χ1 ειδικής δικαστικής γραφολόγου ...
και ειδικού γραφολόγου στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και τη συμπληρωματική έκθεση-αντίκρουση γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών της πρώτης, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι δεν απαιτείται η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοιΖ3, Χ1 και Χ2, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, χρησιμοποίησαν το ως άνω ψευδές πληρεξούσιο με το οποίο παρέστησαν ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους του υποκ/τος Καλλιθέας της ALPFA BANK ότι η Ψ είχε χορηγήσει, δυνάμει αυτού, στην Χ1 την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε ανάληψη χρημάτων από τον υπ'αριθμό ...
λογαριασμό της, με αποτέλεσμα να τους πείσει και να εισπράξει από το λογαριασμό αυτόν το ποσό των 529.360,40 ευρώ. Στην εξαπάτηση των υπαλλήλων της Τράπεζας οι άνω κατηγορούμενοι συνέπραξαν από κοινού, αφού και οι τρεις γνώριζαν ότι η Ψ ουδέποτε εμφανίστηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών ... και ουδέποτε διόρισε τη Χ1 ως πληρεξουσία αυτής, ούτε έδωσε τις εντολές που αναγράφονται στο ως άνω πληρεξούσιο, στις πράξεις τους δ'αυτές οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν με μεθοδικό και οργανωμένο τρόπο, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος σε βάρος της περιουσίας της παθούσας, ζημιώνοντας αυτή κατά τα παραπάνω ποσά, τα οποία ωφελήθηκαν παράνομα και τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ το συνολικό ποσό των 5.000.000 δρχ.
ή των 15.000,00 ευρώ, μετερχόμενοι την απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως τούτο προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και από τον προαναφερόμενο μεθοδικό και οργανωμένο τρόπο τελέσεώς της. Αντιθέτως, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι δεν προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι οι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες Ζ1 καιΖ2, γνώριζαν την ύπαρξη του ανωτέρω λογαριασμού της παθούσας Ψ, ούτε προκύπτει ότι τους κατέστησαν γνωστή την ύπαρξή του οι συγκατηγορούμενοί τους Ζ3, Χ1 καιΧ2, οι οποίοι άλλωστε δεν είχαν λόγους προς τούτο, όπως δεν είχαν λόγο να τους καταστήσουν γνώστες και των ενεργειών για τη σύνταξη του ψευδοπληρεξουσίου, καθώς και για τη χρήση του τελευταίου προς ανάληψη του ως άνω χρηματικού ποσού.
Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αφενός μεν έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 τόσο της πρώτης μερικότερης πράξεως κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι διέπραξε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 20-6-2001 έως 28-12-2001, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Ζ3, Χ1, Ζ1, Ζ2 και Ζ4, όσο και της δεύτερης μερικότερης πράξεως κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι διέπραξε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2002 έως 6-9-2002, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Ζ3, Χ1 και Ζ4 και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την υπ'αυτού ασκηθείσα, καθώς και τις ασκηθείσες από τους συγκατηγορουμένους του Ζ3 και Χ1, εφέσεις κατά του υπ'αριθ. 1.284/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως κατ'ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε ως προς αυτούς το βούλευμα αυτό, αφετέρου δε έκρινε ότι δεν συμμετείχαν οι συγκατηγορούμενοί του Ζ1 και Ζ2 στην τέλεση της δεύτερης μερικότερης πράξεως κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση και, αφού μεταρρύθμισε εν μέρει ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους γι'αυτήν κατηγορία, επικύρωσε δε κατά τα λοιπά και ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα.
IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό και την υιοθετηθείσα στο σύνολό της υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος Χ2 στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Εξάλλου, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικώς προς την απόρριψη του αιτήματος του ιδίου να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή εξηγήσεων και διασαφήσεων επί της αποδιδόμενης σ'αυτόν κατηγορίας, καθόσον απορρίφθηκε το αίτημά του αυτό, με τη διαλαμβανόμενη στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται και το προσβαλλόμενο βούλευμα, αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία: "Στην προκειμένη υπόθεση ο εκκαλών κατηγορούμενοςΧ2, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας έχει εκθέσει λεπτομερώς τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του επί της αποδιδόμενης εις αυτόν κατηγορίας κατά την απολογία του, καθώς και εις τα υπομνήματά του, ώστε να μη χρειάζεται η υπόθεσή του ουδεμία διευκρίνιση ή ανάπτυξη των επιχειρημάτων του και θα πρέπει η από 2ας Ιουνίου 2005 αίτησή του, με την οποία ζητάει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν σας, να απορριφθεί", αλλά και με τη διαλαμβανόμενη στο προσβαλλόμενο βούλευμα συμπληρωματική αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία "...πρέπει να απορριφθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση, η αίτηση του κατηγορουμένου-εκκαλούντος Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, αφού αυτός έχει εκθέσει ήδη λεπτομερώς τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του επί της αποδιδόμενης κατηγορίας με τα υπομνήματά του, τόσο προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και προς το Συμβούλιο τούτο, ώστε να μη χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις ή προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως", στις οποίες (αρχική και συμπληρωματική αιτιολογίες) αναφέρονται οι ορισμένοι λόγοι που συνέτρεχαν κατ'εκείνο το χρόνο και δικαιολογούσαν την απόρριψη του αιτήματος του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του προαναφερόμενου Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διασαφήσεων και αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η απορριπτική κρίση του τελευταίου.
Δεν επήλθε, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου αιτήματος του ήδη αναιρεσείοντος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το αντίστοιχο σκέλος του ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, συνακόλουθα δε και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της ιδίας αιτήσεως, κατά τον οποίο εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα καθ'υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι απέρριψε, με την κύρια διάταξή του, την έφεση του ιδίου αναιρεσείοντος ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επεκύρωσε, ως προς αυτόν, το εκκαλούμενο βούλευμα, χωρίς προηγουμένως να έχει αποφανθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επί του πρώτου αιτήματός του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διασαφήσεων.
Επίσης, δεν ευσταθεί η αιτίαση του ήδη αναιρεσείοντος Χ2, σύμφωνα με την οποία υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφορικώς προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αφού αναφέρεται στην αρχή του αιτιολογικού του βουλεύματος αυτού και συγκεκριμένα στο 17ο φύλλο του ότι τα διαλαμβανόμενα σ'αυτό (αιτιολογικό) πραγματικά περιστατικά προέκυψαν "από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση, που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα, καθώς και από την προανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματά τους...", χωρίς να γίνεται στο σημείο αυτό καθόλου μνεία για το αποδεικτικό μέσο των εγγράφων, που είχαν επισυναφθεί στη δικογραφία και έπρεπε να ληφθούν υπόψη και να συνεκτιμηθούν μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, για να απορριφθεί η έφεσή του και να επικυρωθεί ως προς αυτόν το εκκαλούμενο βούλευμα.
Τούτο, διότι, έχει το παραπεμπτικό βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν το Συμβούλιο, που το εκδίδει, αναφέρεται στην υπ'αυτού υιοθετούμενη και στο βούλευμα ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, εφόσον διαλαμβάνονται στην τελευταία τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που ενεργήθηκε σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Όπως προκύπτει δε από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το ίδιο (Συμβούλιο) αναφέρθηκε προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, εκθέτοντας συμπληρωματικά και ορισμένες δικές του σκέψεις.
Στην πρόταση δ'αυτή και συγκεκριμένα στη δεύτερη σελίδα του 6ου φύλλου του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι τα περιγραφόμενα σ'αυτήν πραγματικά περιστατικά προέκυψαν "από τις καταθέσεις των νομοτύπως εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων".
Ελήφθησαν, επομένως, υπόψη και συνεκτιμήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση και όλα τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα. Άλλωστε, δεν κατονομάζεται από τον ήδη αναιρεσείοντα κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη και δεν ελήφθη, ούτε συνεκτιμήθηκε.
Περαιτέρω, μνημονεύονται και αξιολογούνται σε άλλο σημείο (βλ. 21ο φύλλο) της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος (εκτός εκείνου της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων), καθώς και στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό εισαγγελική πρόταση (βλ. 10ο φύλλο), τόσο η από 30-4-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ..., όσο και η από 14-6-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων ...
και ..., που διορίστηκαν νομίμως ως πραγματογνώμονες από την Ανακρίτρια του 4ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου ..., που ενήργησε γραφολογική έρευνα μετά από εντολή της συμβ/φου ..., ως τεχνική σύμβουλος αυτής, του ειδικού γραφολόγου στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που ενήργησε γραφολογική έρευνα μετά από εντολή των κατηγορουμένων Ζ3 και Χ1, ως τεχνικός σύμβουλος αυτών, και της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ..., που ενήργησε γραφολογική έρευνα μετά από εντολή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2, ως τεχνική σύμβουλος αυτού, ως επίσης και η συμπληρωματική έκθεση-αντίκρουση γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ...
Ακόμη, δεν ευσταθούν οι αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος Χ2, σύμφωνα με τις οποίες στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται καμία αναφορά στους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, που είχαν περιληφθεί στους λόγους της εφέσεώς του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, καθόσον δίνονται αιτιολογημένες απαντήσεις σε ορισμένες από αυτές, ενώ οι υπόλοιπες πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών και είναι απαράδεκτες, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Ειδικότερα, περιγράφεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση ο μεθοδικός και οργανωμένος τρόπος με τον οποίο έδρασε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος μαζί με τους άλλους πέντε (5) στην πρώτη περίπτωση και τους άλλους τρεις (3) στη δεύτερη περίπτωση συγκατηγορουμένους του, προκειμένου να εξαπατήσουν την παθούσα Ψ και να καρπωθούν παράνομα τα χρηματικά ποσά των 147.000, 102.714,60 και 529.360,40 ευρώ εις βάρος της περιουσίας της.
Υπήρξε, μάλιστα, καθοριστική η συναυτουργική του δράση στην τέλεση της δεύτερης μερικότερης πράξεως κακουργηματικής απάτης, καθόσον συνόδευσε, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος και της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής προτάσεως, την άγνωστη γυναίκα που εμφανίστηκε στις 31-7-2002 στη συμβ/φο ...
και παρέστησε ψευδώς προς αυτήν ότι είναι δήθεν η Ψ, η οποία επιθυμεί να εξουσιοδοτήσει τη συγκατηγορουμένη του Χ1 να προβεί σε αναλήψεις από τον υπ'αριθ. ... λογαριασμό της, χωρίς όρους και περιορισμό, με αποτέλεσμα να επιτευχθεί έτσι η σύνταξη του υπ'αριθ. 1752/31-7-1-2002 ψευδούς πληρεξουσίου και να κατορθώσει η Χ1 και οι συγκατηγορούμενοί της Ζ3, Χ2 και Ζ4 να καρπωθούν παράνομα το κατατεθειμένο στον ως άνω λογαριασμό χρηματικό ποσό των 529.360,40 ευρώ.
Φέρεται δε να έχει ετοιμάσει ο ίδιος και το σχέδιο του ψευδούς πληρεξουσίου σε δισκέτα προς διευκόλυνση της συμβ/φου.
Έτι περαιτέρω, προβάλλεται από τον ήδη αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται στην προκειμένη περίπτωση με ποιο τρόπο γνώριζε αυτός το "μεθοδικό, οργανωμένο ... σχέδιο" των συγκατηγορουμένων του, αλλά το προσβαλλόμενο βούλευμα αποδέχεται το σχέδιο αυτό ήταν κοινό και το γνώριζαν και είχαν αποδεχθεί όλοι οι συναυτουργοί κατηγορούμενοι.
Επίσης, προβάλλεται από τον ίδιο αναιρεσείοντα η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα επιστηρίζει τη δήθεν γνώση του, περί της ανυπαρξίας οιασδήποτε εντολής εκ μέρους της Ψ για το διορισμό της Χ1 ως πληρεξουσίας της, στις εξωφθάλμως εσφαλμένες και ατεκμηρίωτες γραφολογικές εκθέσεις των αστυνομικών γραφολόγων ...
και ...-..., αγνοώντας απροκαλύπτως τις επιστημονικώς τεκμηριωμένες γραφολογικές εκθέσεις των ... και ..., οι οποίες αποφαίνονται ότι οι δειγματικές υπογραφές ανήκουν στην Ψ. Η αιτίαση, όμως, αυτή είναι αβάσιμη, για τους εξής λόγους: α) Από το άρθρο 178 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, όπως στην περίπτωση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της γνησιότητας ή μη κειμένου ή υπογραφής ενός προσώπου.
Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και το δικαστικό συμβούλιο, κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν τα δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλουν, όμως, όταν δεν αποδέχονται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογούν την αντίθετη κρίση τους, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους.
Ειδικότερα, εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας ή το δικαστικό συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του (ΑΠ 1560/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ.
ΝΓ΄ σελ. 536). β) Από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη σ'αυτό παραδοχή ότι δεν δόθηκε από τη Ψ εντολή προς τη Χ1, για το διορισμό της δεύτερης ως πληρεξουσίας της, στηρίζεται στα αναφερόμενα στο σκεπτικό του και το σκεπτικό της ενσωματωμένης σ'αυτό εισαγγελικής προτάσεως αποδεικτικά στοιχεία, ένα μόνο εκ των οποίων είναι οι προαναφερόμενες από 30-4-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου ...
και από 14-6-2004 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των ειδικών δικαστικών γραφολόγων ... και ..., που διορίσθηκαν νομίμως ως πραγματογνώμονες με τις υπ'αριθ. 155/2004 και 293/2004 διατάξεις της Ανακρίτριας του 4ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών. γ) Αμφότερες οι ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι υπάρχουσες στο ευρετήριο συμβολαίων της συμβ/φου ...
και ειδικότερα στη σελίδα 280 αυτού υπογραφές, καθώς και η τεθείσα στο επίμαχο πληρεξούσιο υπογραφή, δεν έχουν τεθεί από την Ψ, αλλ'αποτελούν προϊόντα χάραξης άλλου αγνώστου προσώπου, το οποίο απομιμήθηκε την υπογραφή της Ψ με τη μέθοδο της ελεύθερης αποτίμησης. δ) Στο ίδιο, επίσης, συμπέρασμα καταλήγει και η τεχνική σύμβουλος της κατ'εκείνο το χρόνο κατηγορουμένης συμβ/φου ..., δικαστική γραφολόγος ...
ε) Αντιθέτως, ο διορισθείς από τους κατηγορουμένους Ζ3 και Χ1, ως τεχνικός σύμβουλος αυτών, ειδικός γραφολόγος στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και η διορισθείσα από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2, ως τεχνικός σύμβουλος αυτού, ειδική δικαστική γραφολόγος ..., καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι τεθείσες στο επίμαχο πληρεξούσιο και στο βιβλίο της συμβ/φου ...
υπογραφές εντάσσονται στα πλαίσια της υπογραφικής ποικιλομορφίας της Ψ και επομένως δεν μπορεί να αποκλεισθεί η προέλευσή τους από την επαναληπτική διαδικασία της υπογραφικής και γραφικής συμπεριφοράς αυτής (ο πρώτος) και ότι θα μπορούσαν να είχαν τεθεί οι υπογραφές αυτές από την Ψ (η δεύτερη). στ) Αφού έλαβε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπόψη του και συνεξετίμησε όλες τις παραπάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και γραφολογικών παρατηρήσεων, έκρινε ότι τα ευρήματα των δύο πρώτων εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης είναι πλήρως αιτιολογημένα και τεκμηριωμένα και δεν ανατρέπονται, ούτε αναιρούνται, από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των εκκαλούντων κατηγορουμένων Ζ3, Χ1 και Χ2.
Αιτιολογημένα, επομένως, δεν έγιναν αποδεκτές από το παραπάνω Συμβούλιο οι γνωμοδοτήσεις των προαναφερόμενων τεχνικών συμβούλων, που δεν συμπορεύονταν, άλλωστε, ούτε και προς τις αναφερόμενες στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος καταθέσεις μαρτύρων.
Ακόμη, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν από το παραπάνω Συμβούλιο τόσο η από 8-10-2004 ένορκη κατάθεση του διευθυντή της Εμπορικής Τράπεζας ... ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η από 23-9-2004 ένορκη κατάθεση της τραπεζοϋπαλλήλου ...
ενώπιον της ιδίας ως άνω Ανακρίτριας, καθόσον συμπεριλαμβάνονται και οι μάρτυρες αυτοί στα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα στην κατηγορία των "καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων", που ελήφθησαν όλες υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, ενώ γίνεται ειδική μνεία της καταθέσεως του μάρτυρα ...
στη δεύτερη σελίδα του 18ου φύλλου του προσβαλλόμενου βουλεύματος, από δε το γεγονός ότι σε ορισμένα σημεία του σκεπτικού του τελευταίου γίνεται ιδιαίτερη μνεία των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων (..., ..., ..., ...), δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και οι ως άνω δύο (2) μαρτυρικές καταθέσεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον οι μάρτυρες αυτοί (οι αναφερόμενοι στο σκεπτικό) επιβεβαιώνουν την τέλεση της διωγμένης πράξεως κακουργηματικής απάτης, σε αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις των δύο μαρτύρων που επικαλείται ο αναιρεσείων, οι οποίες έχουν αντίθετο περιεχόμενο και οι οποίες ελήφθησαν μεν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, αλλά δεν έγινε αποδεκτό το περιεχόμενό τους από το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο.
Επίσης, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία αρκείται το προσβαλλόμενο βούλευμα στη διαπίστωση της ύπαρξης κοινού δόλου στα πρόσωπα του ιδίου και των συγκατηγορουμένων του, προκειμένου να θεμελιώσει την κατά συναυτουργία τέλεση της απάτης, και δεν αναφέρονται σ'αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται αντικειμενικά η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Τούτο, διότι, περιγράφεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση ο μεθοδικός και οργανωμένος τρόπος με τον οποίο έδρασε ο αναιρεσείων μαζί με τους άλλους πέντε (5) στην πρώτη περίπτωση και τους άλλους τρεις (3) στη δεύτερη περίπτωση συγκατηγορουμένους του, προκειμένου να εξαπατήσουν την παθούσα Ψ και να καρπωθούν παράνομα τα χρηματικά ποσά των 147.000, 102.714,60 και 529.360,40 ευρώ εις βάρος της περιουσίας της, ενώ δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο ίδιο βούλευμα οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (βλ. ΑΠ 2271/2002 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 803).
Τέλος, είναι αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την οποία είναι αναιτιολόγητη η παραδοχή του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης, αφού αιτιολογείται και θεμελιώνεται η συνδρομή της τόσο στην επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της πράξεως της απάτης, όσο και στον μεθοδικό και οργανωμένο τρόπο τελέσεως αυτής, που περιγράφεται αναλυτικά στο σκεπτικό του ιδίου βουλεύματος. Αβασίμως, ύστερα απ'όλα αυτά, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων αφενός μεν ότι έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ελλείψεις και εμφιλοχωρούν στο σκεπτικό του ασάφειες και αντιφάσεις, αφετέρου δε ότι είναι το πόρισμά του ασαφές, ελλιπές και με λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και να παραβιάζονται έτσι όχι μόνο ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ΄, 27 § 1, 45, 98 και 386 §§ 1 & 3 του ΠΚ, όπως το εδάφιο α΄ της παρ. 3 του άρθρου 386 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι αβάσιμοι όλοι οι προβαλλόμενοι με την υπό κρίση αίτηση λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί και η σχετική αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 60/2-5-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ2, κατά του υπ'αριθ. 954/13-4-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και 2) Να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 30 Μαΐου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος B) Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας την υπ'αριθ. 71/9-6-2006 αίτηση αναιρέσεως της ..., κατά του υπ'αριθ. 954/13-4-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής:
Από τη διάταξη του άρθρου 473 § 1 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικ. με την παράγραφο 6 του άρθρου 6 του ν. 1653/1986, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά τελεσιδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση του βουλεύματος αυτού στον δικαιούμενο να το προσβάλλει με το ένδικο αυτό μέσο κατηγορούμενο, εκτός εάν διαμένει ο τελευταίος στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία της ασκήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει και σ'αυτήν την περίπτωση από την επίδοση του βουλεύματος στον ίδιο.
Εξάλλου, από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 474 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησης ενδίκου μέσου, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρεται στη δήλωση ασκήσεώς του και ο λόγος που δικαιολογεί την μη άσκησή του μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο νόμος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή του κωλύματος αυτού, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, γιατί διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.
Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορεί να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (ΑΠ 4/1995 σε Ολομέλεια ΠΧρ.
ΜΣΤ΄ σελ. 820). Τέλος, από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 2 § 18 του ν. 2408/1996, προκύπτει, εκτός των άλλων περιπτώσεων, ότι, όταν το ένδικο μέσο κατά βουλεύματος ασκήθηκε εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθ. 1.284/2005 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, μεταξύ των άλλων προσώπων, και την κατηγορουμένη..., προκειμένου να δικαστεί, για απάτη κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, η οποία τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε επιτευχθέν παράνομο περιουσιακό όφελος και η προσγενόμενη στην ξένη περιουσία ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρ. 13 στ΄, 45, 98, 386 §§ 1 & 3 εδ.
α΄ του Π.Κ., όπως η παρ.3 αντικ. με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε, εκτός των άλλων, έφεση και η ως άνω κατηγορουμένη ..., επί της εφέσεως δ'αυτής εκδόθηκε το υπ'αριθ. 954/13-4-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Επακολούθησε η νόμιμη επίδοση του εφετειακού αυτού (υπ'αριθ. 954/2006) βουλεύματος, τόσο στην ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ..., που έγινε στις 17-4-12006 με θυροκόλληση στην επί της οδού ... κατοικία της (βλ. το από 17-4-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ...), όσο και στον ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη, που έγινε επίσης στις 25-4-2006 με θυροκόλληση στο επί της οδού ...
γραφείο του (βλ. το από 25-4-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών...). Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 9-6-2006, οπότε είχε ήδη παρέλθει η ως άνω δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του τελευταίου βουλεύματος, ασκήθηκε κατ'αυτού από την ήδη αναιρεσείουσα ..., με δήλωση της ιδίας γενόμενη ενώπιον της αρμόδιας γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, χωρίς να διαλαμβάνεται στη σχετική έκθεση κάποιος λόγος ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο.
Διαλαμβάνεται μόνο στην ως άνω έκθεση η φράση ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του αναιρεσιβαλλόμενου βουλεύματος "μόλις κατά την 5η Ιουνίου 2006, εφ'όσον αντίγραφο τούτου επιδόθηκε σε αυτήν σε άλλη διεύθυνση από αυτή της κατοικίας της, επί της οδού ...". Η ίδια, όμως, η αναιρεσείουσα, απολογούμενη στις 20-9-2004 ενώπιον της 4ης Τακτικής Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Αθηνών, είχε δηλώσει ότι κατοικεί στην οδό ...
και είχε αναλάβει την υποχρέωση να δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή κάθε μελλοντική μεταβολή της. Η ίδια δε διεύθυνση κατοικίας αναφέρεται, τόσο στην υπ'αριθ. 250/1-6-2005 έκθεση ασκήσεως εφέσεως αυτής κατά του υπ'αριθ. 1284/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και στο απευθυνόμενο προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών από 30-1-2006 υπόμνημά της προς υποστήριξη της προαναφερόμενης εφέσεώς της.
Αβασίμως, επομένως, ισχυρίζεται η ίδια ότι έπρεπε να της επιδοθεί το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα σε άλλη διεύθυνση κατοικίας και συγκεκριμένα εκείνη της οδού ..., καθόσον δεν είχε δηλωθεί η μεταβολή της παλαιάς διευθύνσεως κατοικίας της στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 273 § 1 περ.
γ΄ του ΚΠΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 34 § 4 του Ν. 2172/1993 και 14 §§ 2 & 3 του Ν. 3160/2003. Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι η φερόμενη ως νέα διεύθυνση κατοικίας της αναιρεσείουσας (...) αναφέρεται μόνο διηγηματικώς στην από 27-5-2005 εξουσιοδότηση αυτής προς τη δικηγόρο Αθηνών Αρετή Δημητρακοπούλου, προκειμένου η τελευταία να ασκήσει κατ'εντολή και για λογαριασμό της έφεση κατά του υπ'αριθ. 1.248/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Η εξουσιοδότηση, όμως, αυτή είναι εν πάση περιπτώσει προγενέστερη της υπ'αριθ. 250/1-6-2005 εκθέσεως ασκήσεως εφέσεως της ιδίας κατά του υπ'αριθ. 1284/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και του απευθυνόμενου προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών από 30-1-2006 υπομνήματός της προς υποστήριξη της προαναφερόμενης εφέσεώς της.
Ασκήθηκε, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 § 1 και 583 § 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθ. 71/9-6-2006 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ..., κατά υπ'αριθ. 954/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. και 2) Να επιβληθούν στην ως άνω αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 30 Ιουνίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της ..., ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας, η από 9-6-2006 αίτηση αναιρέσεως της ... και η από 2-5-2006 αίτηση του Χ2 που στρέφονται και οι δύο κατά του ιδίου 954/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Α.-. Επί της αιτήσεως της ...
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 507 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 473 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά τελεσιδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση του βουλεύματος στον κατηγορούμενο, εάν δε αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, η προθεσμία ασκήσεως είναι τριάντα ημέρες με εναρκτήρια αφετηρία και πάλι την επίδοση του βουλεύματος.
Κατά γενική, τέλος, αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως, λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό.
Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ως απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτά επισκοπούμενα, κατά την έρευνα του παραδεκτού της αναιρέσεως, το προσβαλλόμενο 954/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορούμενη με θυροκόλληση στην επί της οδού ...
διεύθυνση της κατοικίας της την 17-4-2006 (βλ. το από 17-4-06 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητή δικαστηρίων στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών) και ακολούθως την 25-4-2006 το ίδιο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο της Εμμ. Παπαδάκη (βλ. το από 25-4-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών ...).
Μετά ταύτα, την 9-6-2006 και αφού ήδη είχε παρέλθει κατά πολύ η δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του βουλεύματος, η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών,άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως για την οποία συντάχθηκε αυθημερόν η 71/9-6-2006 έκθεση, χωρίς να εκτίθεται στη σχετική έκθεση, οιοσδήποτε λόγος, δικαιολογητικός της καθυστέρησης.
Εκτίθεται μόνον ότι έλαβε γνώση του βουλεύματος ".... μόλις κατά την 5η ιουνίου 2006, εφ' όσον αντίγραφο τούτου επιδόθηκε σε αυτήν σε άλλη διεύθυνση από αυτή της κατοικίας της, επί της οδού ...". Όμως, την οδό ..., ως διεύθυνση της κατοικίας της, είχε δηλώσει την 20-9-2004 απολογούμενη στην 4η τακτική ανακρίτρια του Πλημ/κείου Αθηνών αλλά και στο δικόγραφο της 250/1-6-2005 εκθέσεως εφέσεως κατά του 1284/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και τέλος στο από 30-1-2006 υπόμνημά της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, χωρίς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας να προκύπτει ότι είχε κατά νόμιμο τρόπο (άρθρο 273 παρ 1γ΄Κ.Π.Δ) δηλώσει μεταβολή της άνω διευθύνσεως της κατοικίας της.
Με τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, η δε αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ στα δικαστικά έξοδα.
Β.- Επι της αιτήσεως του Χ2. Ι.- Απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠοινΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μεταξύ τούτων περιλαμβάνεται και το υπό του άρθρου 309 παρ. 2 του ΚΠοινΔ παρεχόμενο δικαίωμα στο διάδικο να ζητήσει την ενώπιον του συμβουλίου εμφάνισή του προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως.
Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, το Συμβούλιο Εφετών είναι υποχρεωμένο κατά την προαναφερθείσα διάταξη να διατάξει την εμφάνιση του διαδίκου ενώπιόν του. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεώς της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν την μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινίσεων.
Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν χωρίς επαρκή αιτιολογία απορρίψει το υποβληθέν αίτημα επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά τα προεκτεθέντα. Εξυπακούεται ότι η από τον διάδικο υποβαλλόμενη αίτηση εμφανίσεως, για να δημιουργεί αντίστοιχη υποχρέωση του Συμβουλίου, πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά και ισχυρισμούς προς απόκρουση ή υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι θα πρέπει προσδιορίζονται στην αίτηση και να είναι νέοι, με την έννοια να μην αποτελούν απλή επανάληψη εκείνων που περιλαμβάνονται στα υπομνήματα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως ή και μεταγενέστερα κατά την εισαγωγή της υποθέσεως στο Συμβούλιο ή περιέχονται στην απολογία του κατηγορουμένου, τα οποία τέθηκαν υπόψη και είναι ήδη γνωστά στο Συμβούλιο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με τη διαλαμβανόμενη στην εισαγγελική πρόταση αιτιολογία, στην οποία και το ίδιο αναφέρεται, κατά την οποία ".... Ο εκκαλών κατηγορούμενος όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας έχει εκθέσει λεπτομερώς τις απόψεις και τους ισχυρισμούς του επί της αποδιδομένης σ' αυτόν κατηγορίας κατά την απολογία του καθώς και εις τα υπομνήματά του, ώστε να μη χρειάζεται η υπόθεσή του ουδεμία διευκρίνιση ή ανάπτυξη των επιχειρημάτων του..." αλλά και με δικές του συμπληρωματικές παραδοχές "....
Πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, αφού αυτός έχει εκθέσει ήδη λεπτομερώς τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του επί της αποδιδόμενης κατηγορίας με τα υπομνήματά του τόσο προς το Συμβούλιο Πλημ/κών όσο και προς το συμβούλιο τούτο, ώστε να μην χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις ή προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως.... ", απέρριψε την υπό του κατηγορουμένου υποβληθείσα με το δικόγραφο της από 253/2-6-2005 εφέσεως αίτηση αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου.
Η κατά τούτο απορριπτική κρίση του βουλεύματος είναι και ειδική και εμπεριστατωμένη, συνέτρεξαν δε οι αναφερόμενοι στο άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ εξαιρετικοί λόγοι απορρίψεως, αφού της εμπεριεχομένης στο δικόγραφο της εφέσεως αιτήσεως προς εμφάνιση, χωρίς εξειδίκευση των πραγματικών περιστατικών για τα οποία επρόκειτο να δοθούν διευκρινήσεις, επακολούθησε η υποβολή από τον κατηγορούμενο στο Συμβούλιο Εφετών υπομνήματος με πλήρη ανάπτυξη των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερομένου αιτήματος και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος λόγος (άρθρο 484 παρ.2 ΚΠοινΔ) της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α΄ του ΚΠοινΔ) από την παραβίαση της πιο πάνω διάταξης που αναφέρεται στην υπεράσπιση και την άσκηση δικαιώματος του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας με το να επιληφθεί της υποθέσεως και να απορρίψει την έφεσή του, χωρίς προηγουμένως η απόρριψη του περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αιτήματός του να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
ΙΙ.- ΄Ελλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη και την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, υποκειμενικά δε κοινός δόλος, με την έννοια ότι ο καθένας συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει με την σύμπραξή του την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση προς εκείνην του άλλου για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος.
H συναπόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί κατόπιν συμφωνίας που προηγήθηκε της τελέσεως της πράξεως ή και κατά την τέλεση της πράξεως. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται, στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ε΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 954/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα Χ2 έφεση κατά του πρωτοδίκου 1284/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος να δικασθεί για την από κοινού με άλλους απάτη κατ' εξακολούθηση, από πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ) .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με ίδιες σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Η εξαφανισθείσα από 18-12-2002 Ψ είχε γεννηθεί το έτος 1938 και ήταν υιοθετημένη.
Ο εκ των κατηγορουμένων και εκκαλούντων Ζ3 ήταν πρώτος εξάδελφος από τους θετούς γονείς της και από τους πλέον κοντινούς συγγενείς της, δεδομένου ότι δεν είχε τελέσει γάμο και δεν είχε σχέσεις με τους συγγενείς από τους φυσικούς γονείς της. Ηταν άτομο κοινωνικό, πρόσχαρο και υγιές, είχε πολλές φίλες, τις οποίες επισκεπτόταν τακτικά, αρεσκόταν στα ταξίδια και στην άνετη ζωή, ήταν όμως, κατά τις ίδιες τις φίλες της, εύπιστη και ελαφρώς αφελής και αμελής κυρίως με τη διαχείριση της σημαντικής περιουσίας που απέκτησε από τους θετούς γονείς της.
Με τη διαχείριση της περιουσίας της, που παρά το εύρος της, είχε πολλά χρέη, ασχολιόταν από κοινού με αυτή ο ως άνωΖ3, ο οποίος διατηρούσε μακροχρόνιο εκτός γάμου δεσμό με την κατηγορουμένη - εκκαλούσα Χ1. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ψ, η οποία κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα διέμενε στην οικία τους στη ...
Μέσω του Ζ3 η Ψ γνώρισε και τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος χειρίστηκε ως νομικός της παραστάτης πολλές υποθέσεις της, μεταξύ δε αυτών και την τακτοποίηση, από άποψη βαρών (διεκδικητικές αγωγές κ.λ.π.) του ακινήτου της στην ..., προκειμένου τούτο να πωληθεί ελεύθερο βαρών. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2001, οΖ3, γνωρίζοντας την επιθυμία της εξαδέλφης του για την επισκευή του ακινήτου της (τριώροφης οικοδομής), επί της οδού ..., που κληρονόμησε από τους θετούς γονείς της, της πρότεινε να συνεργαστεί "με μεγαλοεπιχειρηματία", που της παρουσιάστηκε ως ..., ενώ επρόκειτο για τον πρώτο κατηγορούμενο Ζ1 - μεσολαβούσε δε για λογαριασμό μεταξύ της δήθεν φερέγγυας και κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ - ΜΑΚΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ", που εδρεύει επί της οδού..., προκειμένου η τελευταία να αναλάβει την επισκευή της άνω οικοδομής, που είχε υποστεί ζημιές από το σεισμό του έτους 1999.
Στα πλαίσια της γνωριμίας αυτής, η Ψ πείσθηκε από τους κατηγορούμενους να εγγυηθεί στις 3-8-2001 ως πρωτοφειλέτης στην Εμπορική Τράπεζα υπέρ της πιστούχου εταιρείας "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ", η οποία στην πραγματικότητα είχε ως αποκλειστικό αντικείμενο της εμπορίας της εκμισθώσεως αυτοκινήτων και τουριστικές εργασίες και όχι τις επισκευαστικές εργασίες κτιρίων, για την τήρηση των όρων της μεταξύ αυτής (ανων.
Εταιρείας) και της Εμπορικής Τράπεζας συναφθείσας από 20-6-2001 σύμβασης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, για το ποσό των 40.000.000 δραχμών ή 117.388,11 ευρώ, πλέον τόκων, μέχρις εξοφλήσεως, προκειμένου να επιτευχθεί συμπληρωματική πίστωση της ως άνω εταιρείας μέχρι του ποσού αυτού, η οποία (πιστούχος εταιρεία) προέβαινε "στις μετρήσεις" για την επισκευή του ακινήτου της.
Τις εκταμιεύσεις των ποσών που η άνω εταιρεία εξασφάλιζε από την Εμπορική Τράπεζα πραγματοποιούσε ο νόμιμος εκπρόσωπός της και συγκατηγορούμενος των εκκαλούντωνΖ4, συνοδευόμενος πάντοτε από τον πρώτο κατηγορούμενο και εκκαλούντα, σεσημασμένο και καταδικασμένογια σωρεία απατών Ζ1 (βλ. το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου .../2003 πιστοποιητικό των Φυλακών Κορυδαλλού), ο οποίος εμφανιζόταν κατά τα παραπάνω ως ....
Μέσω αυτού η Ψ γνώρισε τον εκ των κατηγορουμένων και εκκαλούντων Ζ2, ο οποίος είναι γαμπρός του (τουΖ1) και ο οποίος προσφέρθηκε να "χρηματοδοτήσει" τις επισκευαστικές εργασίες. Πράγματι, αυτός (Ζ2) κατάρτισε με τη Ψ το από 28-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου, από το οποίο προκύπτει ότι κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 30.000.000 δραχμών.
Για την εξασφάλιση του δανείου αυτού, αλλά και για την εξασφάλιση της Εμπορικής Τράπεζας, πιστώτριας της "ΜΑΚΙΝΑ Α.Ε.", ο Ζ2 και η Εμπορική Τράπεζα προέβησαν στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι των ποσών των 35.000.000 δραχμών ή 102.714,60 ευρώ και 147.000,00 ευρώ αντίστοιχα, επί του παραπάνω ακινήτου, δυνάμει των 13179Σ/2002 και 44550/Σ 2001 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν μετά από συνομολόγηση των σχετικών αιτήσεων από τη Ψ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης του Ζ2 η Ψπαραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χ2 και συνομολόγησε την αίτηση, που αναφέρει ότι το δάνειο χορηγήθηκε για επισκευαστικούς λόγους. Ετσι, από την αίτηση του ίδιου του κατηγορουμένου Ζ2 προκύπτει η αιτία για την οποία η Ψ προέβη στη λήψη του δανείου και αντικρούονται τα όσα αυτός αναφέρει στην απολογία του στην ανακρίτρια ότι "δεν έγινε καμμία συζήτηση ότι επρόκειτο να ανακαινιστεί το ακίνητο της Ψ".
Αναφέρει επίσης στην απολογία του ότι α χρήματα του δανείου τα έλαβε για λογαριασμό της Ψ οΖ3. Το ίδιο, ότι δηλαδή τα χρήματα του δανείου τα έλαβε οΖ3, το αναφέρει στην απολογία του και οΧ2. Μάλιστα αυτός αναφέρει ότι η αναφορά σε επισκευαστικούς λόγους στην ως άνω αίτηση ήταν τυπική, πλην όμως για τη Ψ δεν ίσχυε το ίδιο, διότι αυτή, όπως αναφέρουν οι φίλες της στις ανακριτικές και προανακριτικές καταθέσεις τους, έλαβε το δάνειο εγγυήθηκε στην Τράπεζα και σε άλλα πρόσωπα, διότι επρόκειτο (όπως πίστευε) να επισκευαστεί το πατρικό της σπίτι (βλ.
καταθέσεις ..., ..., ...). Επίσης ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας ... στην κατάθεσή του στην ανακρίτρια αναφέρει: "Εμφανίστηκε η Ψ, στο κατάστημά μας, μόνη της, πρέπει να ήταν αρχές Δεκεμβρίου 2002. Μας είπε ότι είχε μπλέξει άσχημα και ότι υπέγραψε ως εγγυήτρια, γιατί της υποσχέθηκαν ότι με αυτά τα χρήματα που θα έπαιρναν, δηλαδή τα 40.000.000 δραχμές, όπου είχε μπει εγγυήτρια και είχαν δοθεί στον εκπρόσωπο της ΜΑΚΙΝΑ, θα της επισκεύαζαν το ακίνητο στην πλατεία ...
Μας είπε ότι δεν της το έφτιαξαν".
Ετσι, είναι προφανές ότι οι κατηγορούμενοι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους, αφενός ως προς το πρόσωπο του Ζ1, που τον εμφάνισαν ως μεγαλοεπιχειρηματία με το όνομα ... και αφετέρου ως προς τη δυνατότητα της εταιρίας "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ" για επισκευή και αναπαλαίωση του ακινήτου της, έπεισαν τη Ψ να λάβει το ως άνω δάνειο και να εγγυηθεί ως πρωτοφειλέτης στην Εμπορική Τράπεζα υπέρ της παραπάνω εταιρείας για το ποσό των 40.000.000 δραχμών, το οποίο τελικά εκταμίευσαν μέσω του Ζ4, ενώ ουδέποτε προέβησαν στις συμφωνημένες επισκευαστικές εργασίες, διότι η εταιρία "ΜΑΚΙΝΑ ΑΕ" δεν ήταν επισκευαστική, αλλά είχε άλλο αντικείμενο, ο δε..., δεν ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας, αλλά ο σεσημασμένος για σωρεία απατών κατηγορούμενοςΖ1. Ετσι, η Ψ ζημιώθηκε κατά τα ποσά που προαναφέρθηκαν, για τα οποία η Εμπορική Τράπεζα και ο Ζ2 ενέγραψαν στο ακίνητό της τις άνω προσημειώσεις υποθηκών για το συνολικό ποσό των 249.714,60 ευρώ (102.714,60 + 147.000,00).
Για τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις προς τη Ψ ο δόλος των κατηγορουμένων ήταν κοινός, δεδομένου ότι γνώριζε ο καθένας την πρόθεση του άλλου και όλοι μαζί ήθελαν να συμπράξουν από κοινού στην εξαπάτηση της παρούσας σε σχέση με την "επισκευή" του ακινήτου της, με σκοπό να εκταμιεύσουν τα ποσά για τα οποία αυτή εγγυήθηκε με την περουσία της.
Όταν η Ψ άρχισε να έχει υποψίες για ενέργειές τους, εξέφραζε τις ανησυχίες της στις φίλες της. Μάλιστα όταν ενημερώθηκε από την Εμπορική Τράπεζα ότι είχε οφειλές προς αυτήν ύψους 49-50.000.000 δραχμών είχε την εύλογη απορία για ποίο λόγο η Τράπεζα ή ο δικηγόρος της δεν την είχαν ενημερώσει σχετικά με την εξέλιξη του δανείου.
Χαρακτηριστικά η μάρτυρας ..., καθηγήτρια φιλολογίας, αναφέρει ότι οι ανησυχίες της Ψ είχαν αρχίσει νωρίτερα, όταν η "επισκευή" καθυστερούσε και ο..., ο οποίος θα αναλάμβανε την επισκευή της πατρικής της οικίας στην οδό ... και θα επινοικίαζε μέρος αυτής για τα γραφεία της εταιρείας του, επικαλέστηκε λόγους υγείας της γυναίκας του, ή αργότερα ότι βρισκόταν σε επαφές με άγγλους επιχειρηματίες για την εταιρία που θα δημιουργούσε μαζί τους.
Σκεφτόταν δε να ζητήσει την ποινική δίωξη του Ζ1, αλλά ο εξάδελφός της Ζ3 της πρότεινε να βρουν το γιο του Ζ1 και να του ζητήσουν να πληρώσει το παραπάνω ποσό για να μην επιβαρυνθεί ο πατέρας του. Αμφιβολίες, για τη φερεγγυότητα του εξαδέλφου της, αλλά και του δικηγόρου της Χ2 εξέφραζε η παθούσα και τη φίλη της ..., όπως η τελευταία αναφέρει στην από 5-5-2003 ένορκη προανακριτική της κατάθεση.
Από τις άνω μαρτυρικές καταθέσεις των προσώπων, που ουδεμία σχέση είχαν με τους κατηγορούμενους Ζ3 και Χ2, αλλά διηγούνται όσα γι' αυτούς γνώριζαν από την ίδια την παθούσα Ψ, συνάγεται ότι αυτοί καθώς και η Χ1, από κοινού με τους Ζ1, Ζ2 και Ζ4, συμμετείχαν στην εξαπάτηση της Ψ, αφενός να εγγυηθεί και αφετέρου να λάβει δάνειο για την επισκευή του ακινήτου της με τη δέσμευση αυτού, αφού, ο μεν Ζ3 όχι μόνο της συνέστησε το Ζ1, αλλά και την απέτρεψε από το να ζητήσει την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του, όταν αυτή ανακάλυψε το ρόλο του, η δε Χ1, επίσης, διότι γνώριζε το Ζ1 μέσω του Ζ3 με τον οποίο συζούσε επί μακρό και ήταν εκτελεστικό όργανο των εγκληματικών του πράξεων και τέλος ο Χ2, διότι, ενώ γνώριζε ότι ήταν αδύνατη η επισκευή του ακινήτου της Ψ και ότι αυτή εγγυήθηκε κατά τα παραπάνω, με σκοπό την επισκευή του και για τον ίδιο λόγο έλαβε το δάνειο από τον Ζ2, εν τούτοις παραστάθηκε μαζί της στο άνω δικαστήριο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, παραπλανώντας αυτή ότι η δέσμευση του ακινήτου της γίνεται δήθεν για επισκευαστικούς λόγους.
Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η κατηγορουμένη Χ1, εμφανίζεται στις 31-7-2002 να έχει εφοδιαστεί από τη Ψ με το υπ' αριθμό 1752/2002 πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών ..., με το οποίο της παρεχόταν, κατά εντελώς ανεξήγητο τρόπο, το δικαίωμα και η δυνατότητα να διαχειρίζεται, χωρίς κανένα όρο και περιορισμό, ολόκληρη την περιουσία της παθούσας, Στο σημείο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι η Ψ δεν σκόπευε να μετοικήσει ούτε έπασχε από κάποια ανίατη ασθένεια, όπως δε προαναφέρθηκε, ως άνθρωπος, διακρινόταν για τη ζωντάνια της και για την κοινωνικότητά της.
Ετσι, δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να καταστήσει γενική πληρεξούσια αυτής τη σύντροφο του εξαδέλφου της, παρέχοντας το παραπάνω πληρεξούσιο, που, καθ' ομολογία του κατηγορουμένου Χ2, συντάχθηκε από τον ίδιο, ο οποίος, επίσης καθ' ομολογία του, ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που συνόδευσε τη Ψ στη συμβ/φο για την υπογραφή του, στην απολογία του μάλιστα αναφέρει ότι ετοίμασε το σχέδιο του πληρεξουσίου σε δισκέτα προς διευκόλυνση της συμβ/φου.
Η τελευταία, κατά της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό το όφελος, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000,00 ευρώ, στην ενώπιον της ανακρίτριας απολογία της, αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα, αν αυτή που εμφανίστηκε στο γραφείο της και υπέγραψε το πληρεξούσιο και το βιβλίο των πράξεων ήταν πραγματικά η Ψ, την οποία δεν γνώριζε από προηγούμενη επαγγελματική ή κοινωνική σχέση, γεγονός, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι κατηγορούμενοι για να την παραπλανήσουν να συντάξει το ως άνω πληρεξούσιο, όπως κρίθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατ' αυτής κατηγορία για την ως άνω πράξη.
Με το ως άνω πληρεξούσιο, η κατηγορουμένη Χ1, εμφανίστηκε στο υποκατάστημα Καλλιθέας της τράπεζας ALPHA BANK κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2002 έως 6-9-2002 και ανέλαβε από τον εκεί τηρούμενο λογαριασμό ταμιευτηρίου της Ψ το ποσό των 529.360,40 ευρώ, το οποίο η τελευταία είχε αποκτήσει από την πώληση του ακινήτου της στην ...
κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2002, αντί συνολικού τιμήματος περίπου 250.000.000 δραχμών. Στις 18-12-2002, η ως άνω Ψ, αναμένοντας στο ταμείο του υποκαταστήματος της τράπεζας ALPHA BANK στην οδό Φιλελλήνων των Αθηνών, στο οποίο είχε μεταβεί για να πραγματοποιήσει συναλλαγή και ενώ είχε δώσει την αστυνομική ταυτότητά της στον αρμόδιο υπάλληλο, έλαβε γνώση κάποιου γεγονότος που την εξόργισε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ματαιώσει την προγραμματισμένη συναλλαγή της και εν τέλει να λησμονήσει και την αστυνομική της ταυτότητα, αναχωρώντας εσπευσμένα από το εν λόγω υποκατάστημα για να μεταβεί στο υποκατάστημα της Καλλιθέας.
Από τις καταθέσεις των εργαζομένων στο ως άνω πρώτο υποκατάστημα υπαλλήλων προκύπτει, ότι το γεγονός που την αιφνιδίασε και την υποχρέωσε να διακόψει την προγραμματισμένη συναλλαγή, ήταν, ότι περιήλθε σε γνώση της, πως ο τηρούμενος στο ανωτέρω υποκατάστημα της τράπεζας ALPHA BANK Καλλιθέας λογαριασμός της είχε κλείσει, λόγω της ανάληψης του κατατιθέμενου σε αυτόν χρηματικού ποσού ύψους 529.360,40 ευρώ, χωρίς η ίδια, ως δικαιούχος του λογαριασμού, να το γνωρίζει.
Η Ψ, μετά την εμφάνισή της στο ως άνω υποκατάστημα της τράπεζας ALPHA BANK κατά την 18-12-2002 και της εσπευσμένη και με εμφανή σημεία αναστάτωσης αναχώρηση αυτής από το εν λόγω υποκατάστημα, δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα σημεία ζωής. Σε σχέση με τα παραπάνω περιστατικά, χαρακτηριστική είναι η κατάθεση της μάρτυρας - υπαλλήλου στο υποκατάστημα της ALPHA BANK της οδού Φιλελλήνων ...
στην ανακρίτρια, η οποία, αναγνωρίζοντας, στις φωτογραφίες που της επιδείχθηκαν, τη Ψ, αναφέρει: "Η γυναίκα αυτή το Δεκέμβριο 2002 είχε έρθει στο κατάστημά μας και είχε πάει για συναλλαγή στο ταμείο... Μετά από λίγο άκουσα φωνές στο ταμείο... Ρώτησα τι είχε συμβεί, αυτή ήρθε φωνάζοντας "λείπουν τα χρήματά μου" και ήταν φοβερά ταραγμένη.
Τη ρώτησα και μου εξηγεί τι έγινε. Είπε ότι πήγε να κάνει ανάληψη κάποιου μικρού ποσού και στο ταμείο της είπαν ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει. Είπε ότι είχε κατατεθειμένα σε προσωπικό της λογαριασμό το πόσό των 180.000.000 ή 200.000.000 δραχμών. Τη ρώτησα μήπως είχε δώσει κάποια εξουσιοδότηση σε συγγενικό πρόσωπο για να πάρει για λογαριασμό της χρήματα και μου απάντησε κατηγορηματικά όχι... ".
Δέχθηκε στη συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι από τα παραπάνω γίνεται πλέον φανερό ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε στη συμβ/φο ... για την υπογραφή του επίδικου πληρεξουσίου και το οποίο προσκόμισε στην ίδια συμβ/φο τη βεβαίωση κατάθεσης δικαιολογητικών για την έκδοση αστυνομικής ταυτότητας στο όνομα της Ψ, δεν ήταν στην πραγματικότητα η Ψ, αλλά άλλο, άγνωστο πρόσωπο.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι πραγματογνώμονες ... και ..., ειδικοί δικαστικοί γραφολόγοι της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας στην από 14-6-2004 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε μετά από παραγγελία της 4ης τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, στην οποία αναφέρουν ότι οι αμφισβητούμενης γνησιότητας υπογραφές επί του επιδίκου πληρεξουσίου δεν έχουν χαραχθεί από τη Ψ, αλλά από άλλο άγνωστο πρόσωπο, το οποίο απομιμήθηκε γνήσια υπογραφή της με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης.
Τέλος, στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η δικαστική γραφολόγος ..., που ενήργησε γραφολογική έρευνα μετά από εντολη της συμβ/φου ... Τα ευρήματα των ως άνω γραφολογικών ερευνών είναι πλήρως αιτιολογημένα και τεκμηριωμένα, δεν ανατρέπονται ούτε αναιρούνται από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2, Χ1 και τη συμπληρωματική έκθεση - αντίκρουση γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών του ειδικού γραφολόγου ..., που προσκομίζεται από τον κατηγορούμενο Ζ3, με αποτέλεσμα να κρίνεται ότι δεν απαιτείται η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοιΖ3, Χ1 καιΧ2, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, χρησιμοποίησαν το ως άνω ψευδές πληρεξούσιο με το οποίο παρέστησαν ψευδώς στους αρμόδιους υπάλληλους του υποκ/τος της ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ ότι η Ψ είχε χορηγήσει δυνάμει αυτού στην Χ1 την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε ανάληψη από τον υπ' αριθμό ...
λογαριασμό της, με αποτέλεσμα να τους πείσει και να εισπράξει από το λογαριασμό αυτόν το ποσό των 529.360,40 ευρώ. Στην εξαπάτηση των υπαλλήλων της Τράπεζας οι άνω κατηγορούμενοι συνέπραξαν από κοινού, αφού και οι τρεις γνώριζαν ότι η Ψ ουδέποτε εμφανίστηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών ... και ουδέποτε διόρισε τη Χ1 ως πληρεξουσία της, ούτε έδωσε τις εντολές που αναγράφονται στο ως άνω πληρεξούσιο, στις πράξεις τους δε αυτές οι κατηγορούμενοι αυτοί προέβησαν με μεθοδικό και οργανωμένο τρόπο με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος σε βάρος της περιουσίας της παθούσας, ζημιώνοντας αυτή κατά τα ως άνω ποσά, τα οποία ωφελήθηκαν.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ.
στ΄, 45 και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση ότι το βούλευμα δεν αναφέρει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα, πλήθος των οποίων υπάρχει στη δικογραφία, εντεύθεν δε πάσχει κατά την αιτιολογία του, λόγω ελλιπούς αναφοράς των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του, είναι αβάσιμη.
Τούτο δε διότι στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία, κατά τα προεκτεθέντα, γίνεται συμπληρωματική παραπομπή, μεταξύ των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων σαφώς αναφέρονται εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το βούλευμα, χωρίς το αντίθετο να προκύπτει ούτε και να αποτελεί επιλεκτική χρήση, η ειδική αναφορά μερικών μόνο εξ αυτών (ιδιωτικό συμφωνητικό, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες παρασχέθηκε το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου της παθούσης) η οποία (αναφορά) πρόδηλο είναι ότι γίνεται για την εξ αντικειμένου κατάφαση των στοιχείων του εγκλήματος.
Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε τους περιεχόμενους στο δικόγραφο της εφέσεως ισχυρισμούς του περί ανυπαρξίας δόλου και οποιασδήποτε συμμετοχικής του δράσης στην κατά της παθούσης φερόμενη ως τελεσθείσα απάτη, είναι αβάσιμη, αφού το βούλευμα με επαρκή αιτιολογία δέχεται το δόλο του κατηγορουμένου και τον σκοπό επίτευξης παράνομου περιουσιακού οφέλους, τόσο στην μερικότερη πράξη της απάτης η οποία αναφέρεται στην δήθεν επισκευή της οικοδομής της παθούσης, στην εν συνεχεία δανειοδότησή της από τον κατηγορούμενο Ζ2 και στην έκδοση των περί εγγραφής προσημειώσεως δικαστικών αποφάσεων, κατά την έκδοση των οποίων ο κατηγορούμενος δικηγόρος την εκπροσώπησε, όσον και στην επακολουθήσασα, με τη χρήση του πλαστού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, κατ' εξακολούθηση παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων της Τραπέζης και την σε σύντομο χρονικό διάστημα τμηματική ανάληψη από την κατηγορούμενη Χ1 και από το λογαριασμό της παθούσης του συνόλου σχεδόν των χρηματικών καταθέσεων αυτής.
Προσδιορίζεται ειδικότερα, για τις τελευταίες μερικότερες πράξεις της απάτης, πέραν του υποκειμενικού στοιχείου και η κρίσιμη για την αντικειμενική συντέλεση του εγκλήματος συμμετοχική δράση του κατηγορουμένου, αφού, κατά τις εκ του πράγματος παραδοχές του βουλεύματος ο κατηγορούμενος ετοίμασε σε σχέδιο το πληρεξούσιο και εν συνεχεία το παρέδωσε στην συντάκτρια συμβολαιογράφο, είναι δε εκείνος που, καθ' ομολογία του, ως δέχεται το βούλευμα, συνόδευσε άγνωστη γυναίκα στην παραπάνω συμβολαιογράφο και την εμφάνισε με τα στοιχεία της παθούσης Ψ και είναι αδιάφορο για την δράση του ως συναυτουργού του εγκλήματος το γεγονός ότι το πλαστό πληρεξούσιο προσκόμισε και επέδειξε στην τράπεζα μόνη η Χ1.
Πέραν από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος συνέταξε σε σχέδιο το περιεχόμενο του πληρεξουσίου και συνόδευσε ο ίδιος την γυναίκα που εμφανίσθηκε στη συμβολαιογράφο, την κρίση του περί ανυπαρξίας εξουσιοδοτήσεως από την Ψ, εντεύθεν δε και την πλαστότητα του πληρεξουσίου εγγράφου, το προσβαλλόμενο βούλευμα σχημάτισε και από το θετικό πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από τον ανακριτή γραφολόγων- πραγματογνωμόνων ..., ...
και ..., αξιολογεί δε και τις περί του αντιθέτου εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των κατηγορουμένων ..., τις οποίες κρίνει ως μη πειστικές με τις, εκ του πράγματος παραδοχές, ότι εάν η Ψ είχε πράγματι εμφανισθεί στη συμβολαιογράφο και είχε δώσει στην Χ1 την εντολή εισπράξεως, χωρίς ποσοτικό περιορισμό, των χρημάτων της από την τράπεζα, δεν θα είχε λόγο να περιέλθει σε κατάσταση πανικού, όταν από τυχαία τραπεζική συναλλαγή πληροφορήθηκε την ανάληψη του συνόλου των καταθέσεων της, σε σημείο ώστε και αυτή την αστυνομική της ταυτότητα να λησμονήσει στη θυρίδα της τράπεζας, να έχει δε έκτοτε εξαφανισθεί και να αγνοείται η τύχη της.
Εξ άλλου, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν οι ανακριτικές καταθέσεις των τραπεζικών υπαλλήλων ... και ... είναι αβάσιμος, αφού και οι μάρτυρες αυτοί περιλαμβάνονται στα κατ' είδος μνημονευόμενα στο βούλευμα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα σε εκείνα των " καταθέσεων των μαρτύρων " και δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε συσχέτιση και αξιολογική σύγκριση και στάθμιση με άλλες μαρτυρικές καταθέσεις.
Τέλος, και αναφορικά με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, με παραπομπή στην υιοθετούμενη εισαγγελική πρόταση, το βούλευμα διαλαμβάνει ότι οι κατηγορούμενοι "... μετέρχονται την απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεσή της κα την υποδομή που έχουν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός τους για τον πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή προς διάπραξη του αδικήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους ...." προσέτι δε και με δικές του σκέψεις ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, μαζί με τους λοιπούς συναυτουργούς, με μεθοδικό και οργανωμένο τρόπο, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος σε βάρος της περιουσίας της παθούσης προέβησαν στην τέλεση της πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση αλλά και με τις εν γένει ουσιαστικές παραδοχές του περί του τρόπου ενεργείας του κατηγορουμένου εξειδικεύει τις νομικές έννοιας της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης.
Επομένως, και κατά το στοιχείο της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος έχει την απαιτούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και, χωρίς αντιφάσεις και ασάφεια ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ΄του ΠΚ την οποία ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως του Χ2 και καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 71/9-6-2006 και 60/2-5-2006 αιτήσεις αναιρέσεως της Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του 954/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ