2156/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3434/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2156/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων με αριθμό 1570388-1570390 και 033364-033366 Σειρά Α παραβόλων Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ, αντίστοιχα (ΚΠολΔ 494§4 εδ.ε), και καταδικαστεί η αιτούσα ως ηττώμενη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2156 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2156/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ALLIANZ ΕΛΛΑΣ, νομίμως εκπροσωπούμενης εδρεύουσας στην ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καταφυγιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3434/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 4-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση διώκεται η αναίρεση της 57/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των άρθ. 533 παρ 1 674 παρ 2 Κ.Πολ.Δ), διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 10 παρ.2 ν. 489/1976 και 937 ΑΚ, απορρίφθηκε η από 14-10-2011 έφεση της αναιρεσείουσας, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδικάστηκε αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων της χρονικής περιόδου από 26-5-2001 μέχρι 25-5-2010.
Με την από 4.4.08 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, ως ασφαλιστική εταιρεία που είχε αναλάβει την έναντι τρίτων ευθύνη από ατυχήματα που θα προκαλούσε ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου να του καταβάλει ως αποζημίωση, για απώλεια εισοδημάτων της χρονικής περιόδου από 26-5-01 έως 25-5-2010, που, αυτός, εξαιτίας ατυχήματος για το οποίο κρίθηκε υπαίτια κατά ποσοστό 75% η οδηγός του άνω αυτοκινήτου ήταν ανίκανος προς εργασία.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκαν οι εφέσεις που είχαν ασκήσει οι εναγομένοι και κυρίως η ένσταση παραγραφής που είχαν προβάλει έκανε δεκτή εκείνη του ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 3434/11 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα) να του καταβάλουν ως αποζημίωση τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά για απωλεσθέντα εισοδήματα της περιόδου 26-5-01 έως 25-5-2010.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 ν. 489/76 όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με την διάταξη του άρθ. 7 Ν. 3557/2007, (ΦΕΚ Α 100/14.5.2007) και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου τέλεσης του ατυχήματος "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.
Με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2094/1992 "Περί Κυρώσεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" (νεωτέρου του ν. 489/1976) ορίστηκε ότι "δεν έχουν εφαρμογή επί αυτοκινήτων οχημάτων κατά την έννοια του παρόντος Κώδικος οι περί κρατήσεως υπό της Αστυνομικής Αρχής διατάξεις του άρθρου 11 του νόμου ΓΠΝ/1911, αν ο οδηγός συνεμορφώθη προς τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και καταθέσει αποδεικτικό ασφαλίσεως (βεβαίωσιν αναγνωρισμένης εν Ελλάδι ασφαλιστικής εταιρίας) του οχήματος ή αποδείξει, ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως, αμφοτέρων τούτων αποτελούντων δήλωσιν αναδοχής χρέους δια τα εν Ελλάδι ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής καλύψεως τα προβλεπόμενα εκάστοτε υπό των νομίμως εγκεκριμένων τιμολογίων ασφαλίστρων, ή προκειμένου περί αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως καταθέσει δήλωσιν αναδοχής χρέους του τυχόν υπάρχοντος και νομίμως λειτουργούντος αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ή αλληλοασφαλιστικού ταμείου συνεταιρισμού εις το οποίο το αυτοκίνητο είναι ασφαλισμένο".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι κατά ρητή νομοθετική επιταγή η κατάθεση από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου βεβαιώσεως ασφαλίσεως αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία, χωρίς να είναι κατά νόμο απαραίτητο η κατάθεση αυτή να γίνει στα πλαίσια ποινικής προανακρίσεως ή ποινικής δίκης ή απόδειξη από τον οδηγό ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως, αποτελούν και τα δύο στοιχεία, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας που εξέδωσε τη βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα με την οποία απευθυνομένη αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους, σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφ' όσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερες από τα ισχύοντα, ελάχιστα ποσά, ασφαλιστικής καλύψεως που προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων.
Και έτσι με την αποδοχή της προτάσεως αυτής, η οποία μπορεί να γίνει με την έγερση της σχετικής αγωγής από τον ενδιαφερόμενο κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής, που ιδρύει σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 Α.Κ. άμεση ευθύνη του αναδεχομένου απέναντι του ζημιωθέντος προσώπου από το ατύχημα μέχρι το παραπάνω ποσό (Ολ.Α.Π. 715/1978).
Στην περίπτωση αυτή της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 Α.Κ. και επομένως αυτός, δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης - ζημιώσας με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και επομένως η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου που στηρίζεται σε αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή κατά τους όρους του άρθρου 937 Α.Κ.
Ο συμβατικός αναδοχέας αυτήν την παραγραφή μπορεί να προτείνει (ΑΠ 494/2012).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της. αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά, σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία επίσης ισχυρίζεται με σχετικό λόγο της έφεσής της ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την ένστασή της ότι η ένδικη απαίτηση του ενάγοντα που είχε ως βάση την ευθύνη της ως ασφαλίζουσα το ζημιογόνο αυτοκίνητο υπέπεσε στην διετή παραγραφή του άρθ. 10 παρ. 1 ν. 489/76.
Ο λόγος όμως αυτός της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι ο προβλεπόμενος χρόνος της παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντα κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι η πενταετία δεδομένου ότι ο ενάγων θεμελίωσε την αξίωσή του στην σωρευτική αναδοχή χρέους (ΑΚ 477) επικαλούμενος την κατάθεση κατά το άρθ. 43 παρ.6 ν. 2696/1999 από την υπαίτια οδηγό στο αναρμόδιο αστυνομικό τμήμα του αποδεικτικού ασφάλισης.
Η ανωτέρω δε από 19-11-2002 αγωγή με αριθμό κατάθεσης 9081/2002 επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την 20-11-2002 (βλ. Σχετ. την 4007β/20-11-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ... δηλαδή σε χρόνο μικρότερο της απαιτουμένης πενταετίας από το ζημιογόνο ατύχημα που συνέβη την 22-11-1997".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής, η αναιρεσείουσα, επικαλείται πλημμέλεια εκ του άρθ. 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ υποστηρίζοντας ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθ. 10 ν. 489/76 που προβλέπει διετή, (ως εκ του χρόνου του ατυχήματος), παραγραφή των αξιώσεων εναντίον αυτής (ασφαλιστικής εταιρείας) δεδομένου ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθ. 477 και εντεύθεν εκείνη του άρθ. 937 ΑΚ που εφήρμοσε η προσβαλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Και τούτο, διότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση αναδοχής χρέους, αφού, αφενός μεν, δεν έγινε πρόταση εκ μέρους της για αναδοχή χρέους, αφετέρου οποιαδήποτε αποδοχή της, σε περίπτωση που κατά πλάσμα δικαίου θεωρηθεί ότι αυτή (πρόταση) έγινε, δεν εξωτερικεύθηκε εκ μέρους του αναιρεσίβλητου με "εμφανή τρόπο" και τέλος διότι η αποδοχή επί της προτάσεως για κατάρτιση της συμβάσεως, έγινε αποδεκτή με την άσκηση της από 19-11-02 αγωγής του, ήτοι μετά την παρέλευση του εύλογου χρόνου που προβλέπεται στην διάταξη του άρθ. 189 ΑΚ, ο οποίος, υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθ. 200 ΑΚ και των συναλλακτικών ηθών, είναι δύο έτη, αντίστοιχος, δηλαδή, με τον χρόνο παραγραφής που ορίζεται στην διάταξη του άρθ. 10 ν. 489/76.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι πρόταση για κατάρτιση σωρευτικής αναδοχής χρέους θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι έγινε με την έκδοση βεβαίωσης ασφαλίσεως και κατάθεσή της εκ μέρους της ασφαλισμένης στην οικεία αστυνομική διεύθυνση μετά το ατύχημα, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η εκκαλουμένη (και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα), και αποδοχή της με την άσκηση αγωγής.
Τέλος, ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ή όχι του ισχυρισμούς της, ότι, δηλαδή, η αποδοχή της προτάσεως για σωρευτική αναδοχή πρέπει να γίνει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των δύο ετών από την τέλεση του ατυχήματος, ερείδεται, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αναιρέσεως, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού πριν από την από 19-11-2002 αγωγή είχε ήδη εγερθεί η από 13-12-99 οπότε και έγινε αποδεκτή η πρόταση σωρευτικής αναδοχής χρέους.
Συνεπώς, το Εφετείο Αθηνών το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) θεμελίωσε την αξίωσή του για αποζημίωση στην περί σωρευτικής αναδοχής χρέους (477 ΑΚ) διατάξεις και απέρριψε την ένσταση παραγραφής εκ του άρθ. 10 ν. 489/76 δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθ. 559 παρ. 1 όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα θα πρέπει ο σχετικός λόγος να απορριφθεί.
Αλλά και ο στην αυτή διάταξη (άρθ. 559 άρθ.1 Κ.Πολ.Δ) προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ότι δηλαδή αυτή ως ασφαλιστική εταιρεία δεν ευθύνεται κατά τα περί αδικοπραξίας διατάξεις και επομένως δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθ. 937 ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος δεδομένου ότι στην περίπτωση της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα (ασφαλιστή) ρυθμίζεται από τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 Α.Κ.
και επομένως αυτός, δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης - ζημιώσας με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και επομένως η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου (αναιρεσιβλήτου) που στηρίζεται σε αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή κατά τους όρους του άρθρου 937 Α.Κ.
και όχι στην διετή που προβλέπεται στην διάταξη του άρθ. 10 ν. 489/76. Αλλά και ο στην διάταξη του άρθ. 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή της ισχυρισμό περί παραγραφής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της άνω απόφασης όπως αναλυτικά αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας ο ισχυρισμός αυτός ερευνήθηκε ως προς την βασιμότητά του και απορρίφθηκε ορθά ως μη νόμιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων με αριθμό 1570388-1570390 και 033364-033366 Σειρά Α παραβόλων Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ, αντίστοιχα (ΚΠολΔ 494§4 εδ.ε), και καταδικαστεί η αιτούσα ως ηττώμενη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2013 αίτηση αναιρέσεως της 57/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων 1570388-1570390 και 033364-033366, Σειρά Α, παραβόλων του Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ, αντίστοιχα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντα ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ