Legislator Case Law & Legislation
2156/2009 AI generated

2156/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2156/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος στο μέγεθος της βλάβης του (αρ. 300 Α.Κ.). Παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας. Πότε επέρχεται. Μή πρόσδεση, με ζώνη ασφαλείας, του παθόντος από τροχαίο ατύχημα. Στοιχεία για το ορισμένο των λόγων αναιρέσεως από τον αριθμό 19,8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Legislator headnote

AI generated

2156/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την διάταξη του άρθρου 300§1 του ΑΚ, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής". Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και ο ζημιωθείς να συνετέλεσε, από δικό του πταίσμα, στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία του.

Keywords

AI generated
road safety concerns dangerous overtaking dangerous interference with traffic fitness to drive rear-end collision excessive speed
AI generated
993/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2007 μη οριστική και 328/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 735/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2010 αίτησή του.
1228/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2482/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1509/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/11/2006 αίτησή της.
39/2012
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.
354/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
2181/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2007 αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 14-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:999/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Με την από 1-9-2010 αίτηση προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε η απόφαση 255/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία διόρθωσε την 999/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η 564/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2012 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2156 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος στο μέγεθος της βλάβης του (αρ. 300 Α.Κ.). Παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας. Πότε επέρχεται. Μή πρόσδεση, με ζώνη ασφαλείας, του παθόντος από τροχαίο ατύχημα. Στοιχεία για το ορισμένο των λόγων αναιρέσεως από τον αριθμό 19,8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Αριθμός 2156/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως τροποποιήθηκε η ονομασία της αρχικά αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 384/2006 μη οριστική και 169/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της159/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και της 169/2008 απόφασης του Εφετείου Θράκης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/6/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου, ανέγνωσε την από 16/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 553§1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι, σε περίπτωση υποθέσεως που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 159/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, εφ' όσον η απόφαση αυτή ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Θράκης, το οποίο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως.

Κατά την διάταξη του άρθρου 300§1 του ΑΚ, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής". Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη υποχρεώσεως προς αποζημίωση και ο ζημιωθείς να συνετέλεσε, από δικό του πταίσμα, στην ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την ζημία του.

όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο δικαστής έχει την διακριτική ευχέρεια είτε να απαλλάξει τον ζημιώσαντα, είτε να μειώσει την ευθύνη του και να επιμερίσει την ζημία ή να του καταλογίσει πλήρη την ευθύνη. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Η από την διάταξη αυτή προβλεπόμενη παράβαση ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Περί ώρα 14.00 της 26ης Μαΐου του έτους 2003 ο καλών-ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο...

και έβαινε με αυτό επί της επαρχιακής οδού ..., μέσα στα όρια του δήμου..., απ' όπου διέρχεται η οδός αυτή και συγκεκριμένα ευρίσκετο στο τμήμα της, το οποίο φέρει ονομασία οδός ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενες με συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και κατευθύνετο προς ....

Πριν από αυτόν εκινείτο η Ε1 επιβαίνουσα στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο, ήτοι προπορεύονταν, ακολουθώντας κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου αυτού ομόρροπη πορεία (προς ...) και όταν έφθασε στο σημείο όπου η οδός επί της οποίας έβαινε διασταυρώνεται, αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση της πορείας που ακολουθούσε, κάθετα με την οδό ...

στην οποία ήθελε να εισέλθει, ακολουθώντας επιτρεπόμενη πορεία, μείωσε προοδευτικά την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ανάβοντας και συγχρόνως αριστερό δείκτη πορείας (φλας) και ακινητοποίησε αυτό (αυτοκίνητο) κοντά στη διαχωριστική γραμμή των αντίθετων λωρίδων κυκλοφορίας, στο ρεύμα της πορείας της, σύμφωνα με τους ενδεδειγμένους κανόνες κυκλοφορίας.

Τότε ο ενάγων, ο οποίος ευρίσκετο πίσω από το όχημα που οδηγούσε η Ε1 ακολουθώντας ομόρροπη πορεία διέκοψε την κίνηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε και ανέμενε αυτή να πραγματοποιήσει στροφή προς τ' αριστερά, ώστε να συνεχίσει την πορεία του, αφού το πλάτος του οδοστρώματος στο χώρο εκείνο επιτρέπει τη διέλευση ενός μόνο αυτοκινήτου σε κάθε ρεύμα πορείας και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει υπέρβαση (προσπέρασμα) νόμιμα από δεξιά του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου.

Τότε, όμως αιφνίδια ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", στην οποία αυτός εργαζόταν και το οποίο ήταν ασφαλισμένο τότε για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εκ της λειτουργίας του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " ΦΟΙΝΙΞ -ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ", κινούμενος στην ίδια οδό με τα ανωτέρω αυτοκίνητα και με την ίδια κατεύθυνση, λόγω της έλλειψης της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, όπως ενεργεί κάθε μέσος συνετός οδηγός, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τα ακινητοποιημένα πιο πάνω αυτοκίνητα έμπροσθεν της πορείας του, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να σταματήσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε πριν από αυτά και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου αυτού στο πίσω τμήμα του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, το οποίο λόγω της πρόσκρουσης αυτής ωθήθηκε προς τα εμπρός και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο πίσω μέρος του επίσης ακινητοποιημένου αυτοκινήτου της Ε1.

Με βάση τα εκτεθέντα παραπάνω αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος... Από την προπεριγραφείσα σύγκρουση των τριών οχημάτων και παρότι τα δύο αυτοκίνητα, τα οποία οδηγούσαν ο ενάγων και η Ε1 δεν υπέστησαν σοβαρές βλάβες και φθορές ο ενάγων τραυματίσθηκε σοβαρά στον αυχένα, αφού κατά τον χρόνο της πρόσκρουσης ήταν ανυποψίαστος και υπέστη εκτίναξη (ταλάντωση) του αυχένα απότομη και αιφνίδια.

Συγκεκριμένα υπέστη κάκωση της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης-βραχυαλγία αυχένα... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενώ από αυτήν, η οποία δεν ήταν πολύ σφοδρή, αυτός δεν υπέστη κακώσεις στο κεφάλι αφού δεν κτύπησε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου.

Η αιφνίδια κίνηση (ταλάντωση) του αυχένα δεν θα μπορούσε ν' αποφευχθεί λόγω του νόμου της βαρύτητας και θα συνέβαινε ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων φορούσε ζώνη ασφαλείας, αφού αυτή δεν κρατά ακίνητο το κεφάλι, απλά εμποδίζει την μετακίνηση του σώματος.

Συνεπώς, η μη πρόσδεση του ενάγοντος με τη ζώνη ασφαλείας δεν επέδρασε σε κάποιο βαθμό στην έκταση του παραπάνω τραυματισμού του...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου είναι ο πρώτος εναγόμενος-ήδη πρώτος αναιρεσείων και απέρριψε την προταθείσα από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες, ένσταση περί συνυπαιτιότητος του παθόντος ενάγοντος στο μέγεθος της βλάβης του.

Έτσι που έκρινε (το Εφετείο), σε σχέσει προς την, ως άνω, ένσταση, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν στα αποτελέσματα από την πρόσδεση του οδηγού με ζώνη ασφαλείας, εφ' όσον, με βάση τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά (ήτοι ότι, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, το αυτοκίνητο του ενάγοντος ευρίσκετο σε στάση, αναμένοντας την κίνηση του, προ αυτού, ευρισκομένου σε στάση, αυτοκινήτου της Ε1 ότι το αυτοκίνητο που ωδήγει ο α' εναγόμενος επέπεσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του ιδίου, το οποίο ωθήθηκε προς τα εμπρός και προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προ αυτού ακινητοποιημένου αυτοκινήτου της ανωτέρω αναφερομένης και ότι ο ενάγων δεν τραυματίσθηκε στο κεφάλι αλλά στον αυχένα από την αιφνίδια ταλάντωση), γενικώς και αντικειμενικώς λαμβανόμενα, η μη πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας, δεν αποτελεί πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος και επομένως η παράλειψη αυτή του ενάγοντος δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του.

Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός συντρέχει, ειδικότερα, όταν το δικαστήριο δέχεται τέτοια πράγματα, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύει.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που περιέχεται στην έφεσή των, σύμφωνα με τον οποίο ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την αγωγή του, είχε δηλώσει πολλές ανακρίβειες, αναφορικώς με την, συνεπεία του τραυματισμού του, απώλεια των εισοδημάτων του, ως κουρέα στο Στρατόπεδο "..." και ως απασχολουμένου στο κομμωτήριο που διατηρεί η σύζυγός του στην ..., τις οποίες και απέδειξαν με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται όχι σε πράγμα, υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά αφ' ενός μεν σε άρνηση της αγωγής, εν σχέσει προς την ανωτέρω αξίωση του αναιρεσιβλήτου, αφ' ετέρου δε σε επιχειρήματα από τις αποδείξεις, έστω και αν απετέλεσαν λόγο της εφέσεως.

Περαιτέρω, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, περί της απωλείας των, ως άνω, εισοδημάτων του, χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπ' όψη τα μνημονευόμενα στην προσβαλλομένη απόφασή του αποδεικτικά μέσα, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την διάταξη αυτή, λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι όμως αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς.

Αντιφατικότητα δε της αιτιολογίας υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθώς εφήρμοσε τον νόμο. Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, επί του συγκεκριμένου ζητήματος, να προσδιορίζεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια, ήτοι ποια είναι τα ελλείποντα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την επάρκεια της, ενώ, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, μη αρκούσης της αναφοράς "για ανεπάρκεια αιτιολογίας ή για αντιφατικότητα".

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή: α) δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί δεν ευθύνεται ο αναιρεσίβλητος για τον τραυματισμό του, καθώς δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 300 Α.Κ.

και β) δεν αιτιολογείται πως οδηγήθηκε να αναγνωρίσει ως εισόδημα του ίδιου αναιρεσιβλήτου τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ποσά, " χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου που επικαλείται". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς την πρώτη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο πού έγκειται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας και ειδικότερα ποια είναι τα ελλείποντα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για την επάρκειά της.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, εν σχέσει προς το ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στο μέγεθος της βλάβης του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που κατά το μέρος αυτό εκτίθεται ανωτέρω, το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αναφορικώς με όλα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ.

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, ως προς την δευτέρα αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί, επίσης ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε σχέση προς το συγκεκριμένο ζήτημα των διαφυγόντων κερδών του ήδη αναιρεσιβλήτου, συνεπεία της εκ του ατυχήματος σωματικής βλάβης του, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό ποια είναι τα ελλείποντα τα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία, εν σχέσει προς το ζήτημα αυτό, για την πληρότητα της αιτιολογίας, καθώς και πού έγκειται η αντίφαση της αιτιολογίας, ώστε να δύναται να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου αυτού.

Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-6-2008 αίτηση των ... κ.λ.π., περί αναιρέσεως της 169/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης (καθώς και της 159/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας).-. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ