Supreme Court quashes lower court verdict for vagueness in endangerment of life charge under Greek Penal Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed a second-instance criminal verdict regarding charges of endangering life and causing bodily harm. The lower court's judgment was found legally flawed because it inconsistently described the defendants' actions as causing both severe bodily injury and a risk to life without clearly defining the specific danger to life required by law. Consequently, the court ruled that the original decision lacked a legal basis and ordered a retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 309 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment is void if the description of the criminal act creates legal uncertainty regarding the specific statutory elements required for conviction, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2156 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2156/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη, για αναίρεση της 8862/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 26 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 403/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 515 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμα δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε.
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει απ' τα υπό ημερομηνία ... δύο αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... οι πολιτικώς ενάγοντες Ψ1 και Ψ2 κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού κατά την 12-12-2007, που είχε οριστεί για την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής. Τότε αναβλήθηκε η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Οι πολιτικώς ενάγοντες όμως δεν εμφανίστηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. κατά συνέπεια πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη διαδικασία σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
3.- Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 28-2-2007 αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 26-11-2007 πρόσθετοι λόγοι του κατηγορουμένου Χ1 που στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 8862/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω.
4.- Επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και κατά την όμοια του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης των διατάξεων αυτών είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται πόσα από τις ως άνω διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδυνεύει για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη του παθόντος.
Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη περίπτωση πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή θα καθοριστεί βάσει των κατ' άρθρο 79 ΠΚ κριτηρίων.
Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση για το αν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 8862/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το τελευταίο, που δίκασε κατ' έφεση δέχθηκε, σχετική με την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ότι "....οι κατηγορούμενοι χτύπησαν με τα χέρια τους και τα πόδια τους και με πέτρες τους Ψ2 και Ψ1 σε διάφορα σημεία του σώματός τους και προκάλεσαν στον μεν πρώτο εξ αυτών κάταγμα προσθίου τοιχώματος (ΔΕ) ιγμορίου και (ΔΕ) μετωπιαίου κόλπου, ρινορραγία (ΔΕ), αιμορραγική εκχύμωση βλεφάρων δεξιά με υποδόριο κριγμό και έντονο οίδημα δεξιού οφθαλμού, στη δε δεύτερη αμυχή κατά την αριστερή κροταφικού χώρα και θλαστική εκχύμωση κατά τη ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός χροιάς ερυθρώδους....".
Και ενώ στην αρχή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν σε άλλους σωματικές κακώσεις "με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες βαριά σωματική τους κάκωση, στο τέλος του ίδιου διατακτικού και στο σκεπτικό αναφέρεται ότι τις πράξεις - ενήργησαν οι κατηγορούμενοι "με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στους παθόντες κίνδυνο για τη ζωή τους, αφού τους χτύπησαν σε ευπαθή σημεία του σώματός τους και με μεγάλο μένος".
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αναφέροντας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του συμπλεκτικώς ότι από τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στους δύο παθόντες πολιτικώς ενάγοντες μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή τους και βαριά σωματική τους βλάβη.
Δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε, δηλαδή παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ και εντεύθεν η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης. Μετά από αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως παρελκούσης δε της έρευνας των προσθέτων λόγων, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ και στον έτερο κατηγορούμενο Χ2, που δεν άσκησε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της ανωτέρω καταδικαστικής και γι' αυτόν αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού ο ως άνω λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά ωφελεί και τον προαναφερόμενο μη αναιρεσείοντος, ως συναυτουργού με τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος που καταδικάστηκαν.
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8862/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς αμφοτέρους τους καταδικασθέντες κατηγορουμένους. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν εκδώσει την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ