Legislator Case Law & Legislation
2156/2007 AI generated

2156/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2156/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2156/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την τελευταία αυτή συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 4 παρ.1 του ν.813/1978 (άρθρο 5 π.δ/τος 34/1995). 'Ετσι ο παραπάνω περιορισμός ως προς την απόδειξη της αντισυμφωνίας για λύση της μίσθωσης δεν ισχύει, όταν η αντισυμφωνία γίνεται μετά τη σύναψη της μίσθωσης και σε εκτέλεσή της ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και εκείνος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μίσθωσης.

Keywords

AI generated
spousal consent fixed-date transaction divorce settlement agreement early termination dissolved marriage declaration of enforceability
AI generated
1219/2019
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
242/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2276/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.
526/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
952/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1740/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2156 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2156/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τεχνικής-Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟΔΟΜΗ ΑΤΕΕ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αθανάσιος Δαράς, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22026 προδικαστική, 2473/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2677/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 813/1978 (ήδη 5 του π.δ. 34/1995) η σύμβαση της εμπορικής μίσθωσης μπορεί να λυθεί με νεότερη συμφωνία, η οποία πρέπει να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Ο λόγος που επέβαλε τον παραπάνω τρόπο απόδειξης της αντισυμφωνίας για λύση της μίσθωσης έγκειται στην αποφυγή καταστρατήγησης σε βάρος του μισθωτή της διάταξης ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, με την ταυτόχρονη κατά τη σύναψη της συμβάσεως κατάρτιση μεταχρονολογημένης συμφωνίας για λύση της μίσθωσης.

Εξάλλου, η οικειοθελής απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή αποτελεί ουσιαστικώς πρόταση προς τον εκμισθωτή για κατάρτιση σύμβασης λύσης της μίσθωσης και η παραλαβή του από τον τελευταίο αποδοχή της πρότασης και ολοκλήρωση επομένως αυτής (ΑΚ 185, 189, 192), συγχρόνως όμως αποτελεί και συμφωνία (πρόταση και αποδοχή) εκτέλεσης της σύμβασης πρόωρης, πριν από την πάροδο του συμβατικού ή νόμιμου χρόνου, απόδοσης του μισθίου.

Για την τελευταία αυτή συμφωνία δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 4 παρ.1 του ν.813/1978 (άρθρο 5 π.δ/τος 34/1995). 'Ετσι ο παραπάνω περιορισμός ως προς την απόδειξη της αντισυμφωνίας για λύση της μίσθωσης δεν ισχύει, όταν η αντισυμφωνία γίνεται μετά τη σύναψη της μίσθωσης και σε εκτέλεσή της ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και εκείνος το παραλαμβάνει με σκοπό τη λύση της μίσθωσης.

Ο ισχυρισμός του μισθωτή ότι, η μίσθωση λύθηκε με νεότερη συμφωνία αποτελεί ένσταση καταλυτικής της αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή μισθωμάτων, μεταγενεστέρων της συμφωνίας. Η συμφωνία των μερών ότι απαιτείται έγγραφος τύπος (ως συστατικός ή αποδεικτικός) για την τροποποίηση της σύμβασης δεν εκτείνεται και στην καταργητική της σύμβασης συμφωνία.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, εξετάζοντας τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) για λύση της ένδικης μίσθωσης με αντισυμφωνία, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μετά από χρήση του μισθίου ακινήτου επί οκτώ έτη (1996-2004) αποφάσισε να λύσει τη μίσθωση, για οικονομικούς λόγους, και τον Ιούνιο του 2004 ειδοποίησε γι' αυτό τον ενάγοντα - εκμισθωτή, ο οποίος όχι μόνο δεν έφερε καμία αντίρρηση, αλλά αποδέχθηκε την πρόταση αυτή της εναγομένης και, ακολούθως, σε εκτέλεση αυτής της προφορικής συμφωνίας, τον Ιούλιο του 2004, η μεν εναγομένη παρέδωσε οικειοθελώς το μίσθιο διαμέρισμα στον ενάγοντα, ο οποίος δια μέσου της συζύγου του, όπως δεν το αμφισβητεί και ο ίδιος, το παρέλαβε και έτσι με τον τρόπο αυτό (απόδοση μισθίου στον εκμισθωτή και παραλαβή αυτού από τον τελευταίο με σκοπό τη λύση της μίσθωσης) λύθηκε νομότυπα η επίδικη μίσθωση τον Ιούλιο του 2004.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η μίσθωση δεν λύθηκε γιατί η ως άνω νεότερη συμφωνία για λύση αυτής (μίσθωσης) δεν έγινε με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ.34/1995, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στην προκείμενη περίπτωση η νεότερη προφορική αυτή συμφωνία για λύση της μίσθωσης έγινε μετά τη σύναψη της μίσθωσης και σε εκτέλεσή της η εναγομένη μισθώτρια απέδωσε το μίσθιο στον ενάγοντα εκμισθωτή και εκείνος το παρέλαβε με σκοπό τη λύση της μίσθωσης, περίπτωση κατά την οποία, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν απαιτείται η νεότερη συμφωνία για λύση της μίσθωσης να περιβληθεί τον τύπο του εγγράφου βέβαιης χρονολογίας. Αφού λοιπόν η επίδικη σύμβαση μισθώσεως λύθηκε νομότυπα τον Ιούλιο του 2004 ο ενάγων δεν δικαιούται μισθώματα για το μετά τη λύση αυτής της μισθώσεως χρονικό διάστημα, όπως ζητεί με την αγωγή του. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 34/1995, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι'αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Ο καθιερούμενος με το 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος ορισμένης δηλώσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, όχι όμως και όταν η μη προσφυγή στους εν λόγω κανόνες οφείλεται στο ότι, κατά την προκύπτουσα ευθέως ή εμμέσως από την απόφασή του και επίσης μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου κρίση του, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην επίδικη δικαιοπραξία. Για το ορισμένο όμως του αναιρετικού αυτού λόγου ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλείται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρότι διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για κατάρτιση προφορικής αντισυμφωνίας για λύση της ένδικης μίσθωσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις προφορικές δηλώσεις που έγιναν κατά την κατάρτιση της αντισυμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ οφείλεται στο ότι, κατά την προκύπτουσα ευθέως από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του και μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου κρίση του, δεν διαπίστωσε ότι υπάρχει κάποιο κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις των συμβληθέντων για την κατάρτιση της ως άνω αντισυμφωνίας για λύση της μίσθωσης.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νο'μο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την ανωτέρω διάταξη ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επομένως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, όπως και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και ισχυρισμοί αλυσιτελείς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε εξάλλου ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναίρεσης ή λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα, προς απόκρουση της ένστασης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε αντισυμφωνία για λύση της επίδικης μίσθωσης, η οποία συνέχισε να ισχύει, αφού δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητες για τη λύση αυτής προϋποθέσεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995.

Ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αφού αποτελεί άρνηση της ενστάσεως την οποία προέβαλε η εναγομένη-αναιρεσείουσα και η οποία αποτελούσε λόγο εφέσεώς της.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. 'Οπως συνάγεται από το άρθρο 335-338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παραβίαση δε αυτής της υποχρεώσεως ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και στη αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή του και δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της εφέσεώς του, και συγκεκριμένα:

α) την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρός του ...... β) την από .... "'Εκθεση ελέγχου και εκτιμήσεως Ζημιών" που συντάχθηκε από τον αρχιτέκτονα μηχανικό ...... και γ) την με αριθμό. .... έκθεση του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού ....... Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία αναφέρεται ρητά η προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη, δεν γεννάται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.11.2006 αίτηση του ................., για αναίρεση της 2677/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ