Supreme Court allows appeal against conviction for unpaid wages due to insufficient reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a conviction for unpaid wages, ruling that the lower court's judgment lacked the required specific and detailed reasoning. The defendant argued that the court failed to explain how the specific amounts for leave pay and Christmas bonus were calculated based on the employee's salary structure. Consequently, the court found the reasoning insufficient under Article 510 of the Code of Criminal Procedure and remanded the case for a new hearing before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment establishing a ground for appeal under Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure is invalid if it fails to set out the factual circumstances arising from the proceedings with completeness, clarity, and without contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2156 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 2156/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλλη, περί αναιρέσεως της 37948/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1963/2005.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2336/1995, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζόμενων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερόμενων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζόμενων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω 25% ούτε 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές, πρέπει να αποτιμώνται με τη σχετική απόφαση σε χρήμα.
ΙΙ. ΄Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005).Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 37.948/23-6-2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη σε πρώτο βαθμό ανεκκλήτως, για την πράξη της καθυστέρησης αποδοχών σε εργαζόμενους (άρθρο μόνο του Ν. 690/1945, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.2336/1995), σε ποινή φυλάκισης σαράντα ημερών και χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ, η οποία ανεστάλη επί τριετία.
Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση όλων των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: ...
Η κατηγορουμένη, την 24-8-2002, ως εργοδότης, τυγχάνουσα νόμιμη εκπρόσωπος, διαχειρίστρια και μοναδική εταίρος της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " SWEDISH SYSTEMS SECURITY -ΠΡΟΤΥΠΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ", όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 3153/23-3-2001 συμβόλαιο σύστασης αυτής, δημοσιευθέν στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 27-3-2001, η οποία απασχόλησε στην ανωτέρω επιχείρηση τον ...
ως φύλακα κατά το χρονικό διάστημα από 25-5-2002 μέχρι 23-8-2002, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα σ' αυτόν τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, δηλ. μέχρι και την παραπάνω χρονολογία που κατέστησαν απαιτητά με βάση την μεταξύ τους συμφωνία και ειδικότερα τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίσθηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση αφενός και το νόμο αφετέρου....
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη (ήδη αναιρεσείουσα) του ότι στη ..., την 24-8-2002 Αθήνα, με την προεκτεθείσα ιδιότητά της ενώ απασχόλησε τον ... ως φύλακα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πέντε ωρών ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, για το χρονικό διάστημα από 24-5-2002 έως 23-8-2002 δεν του κατέβαλε και του οφείλει το συνολικό ποσό των 235,85 ευρώ, προερχόμενο από α) αναλογία αδείας 74,80 ευρώ β) αναλογία επιδόματος αδείας 62,85 ευρώ και γ) αναλογία δώρου Χριστουγέννων 98,20 ευρώ.
Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία είναι ελλειπής και ασαφής. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό εάν ο απασχοληθείς στην παραπάνω εταιρία μισθωτός εργαζόταν με μηνιαίο μισθό ή με ημερομίσθιο και ποιο το ύψος των αποδοχών του με βάση τις οποίες προσδιόρισε στη συνέχεια τα χρηματικά ποσό ως οφειλόμενα για αναλογία αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και επιδόματος Χριστουγέννων.
Και περαιτέρω, ειδικώς για το επίδομα Χριστουγέννων, ενόψει του ότι κατά τα άρθρα 1 παρ.1,2,3 και 10 της 19.040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980, το επίδομα αυτό, υπολογιζόμενο με βάση τις πραγματικές αποδοχές (μισθό ή ημερομίσθιο), καταβάλλεται στο ακέραιο την 21η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου για όσους εργάσθηκαν ολόκληρο το από 1ης Μαϊου και επέκεινα μέχρι το τέλος του έτους χρονικό διάστημα ή αναλογία αυτού κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσης, για όσους εργάσθηκαν λιγότερο, δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ποιο τρόπο η αξίωση του μισθωτού για το επίδομα Χριστουγέννων κατέστη απαιτητή την 23-8-2002, εάν δηλαδή κατά τον χρόνο αυτό λύθηκε η εργασιακή σύμβαση με καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη ή με την οικειοθελή αποχώρηση αυτού.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος. Ύστερα από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 37.948/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ