2155/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2155/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.
Full text
Απόφαση 2155 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2155/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Ε. χήρας Α. Σ., το γένος Μ. Κ., και 2)Μ. χήρας Σ. Σ., το γένος Μ. Κ., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, επειδή έχουν αποβιώσει, όπως αναφέρεται στη από 11/10/2013 κλήση και κληρονομήθηκαν από τις καλούσες, οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Των καλουσών: 1)Α. Σ. του Α. και 2)Ε. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, που ανακάλεσε την από 18/3/2014 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)ΝΠΔΔ με την επωνυμία Σχολική Επιτροπή Πρωτοβαθμίου Εκπαιδεύσεως Δήμου Κάτω Νευροκοπίου, που εδρεύει στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιoνεί καθολικού διαδόχου του συγχωνευθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία Σχολική Επιτροπής του Β' Δημοτικού Σχολείου Κάτω Νευροκοπίου Δράμας, και 2)ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' βαθμίδος με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΩ ΝΕΥΡΟΚΟΠΙΟΥ ΔΡΑΜΑΣ, που εδρεύει στο Κάτω Νευροκόπι και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τριμπόνια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16/12/1996 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/1998 του ίδιου δικαστηρίου και 226/2002 του Εφετείου Θράκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1562/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 226/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 175/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 10/12/2009 αίτησή τους, η οποία προσδιορίστηκε, μετ' αναβολή, για τη δικάσιμο της 2/10/2013, οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες με την από 11/10/2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 26/3/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των καλουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.
Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος, εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφόσον, όμως, ο πληρεξούσιός του που υπέγραψε την κλήση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο.
Εάν δεν συντρέχει καμμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτησή της. Εξάλλου, σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 ΚΠολΔ) η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την μετ' αναβολή συζήτηση, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι ότι ο απολειπόμενος διάδικος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητά της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η μεν πρώτη αναιρεσείουσα Ε. χήρα Α. Σ., απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη στις 3-6-2013 μετά την άσκηση της ένδικης από 10-12-2009 αίτησης αναίρεσης κληρονομηθείσα εξ αδιαθέτου και κατ' ισομοιρία από τις καλούσες Α. Σ. του Α. και Ε. Σ. του Α., η δε δεύτερη αναιρεσείουσα Μ.
χήρα Σ. Σ. απεβίωσε στις 8-12-2012 κληρονομηθείσα από τις δύο καλούσες σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../8-7-1993 δημόσια διαθήκη της αποβιωσάσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγησιλάου Κιτσάτη. Οι καλούσες με την από 11-10-2013 γνωστοποίηση βίαιης διακοπής της δίκης, δήλωση επαναλήψεως της βιαίως διακοπείσης δίκης και κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως, η οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 7634δ/19-12-2013 και 7635Δ/19-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας Ι.
Σ. δήλωσαν τη βίαιη διακοπή της δίκης εκ του θανάτου των δύο αναιρεσειουσών και την νόμιμη επανάληψη της βιαίως διακοπείσης δίκης από αυτές που είναι καθολικοί διάδοχοι των αναιρεσειουσών. Η συζήτηση της υποθέσεως κατά την δικάσιμο της 4-4-2012 αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-10-2013. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, νόμιμα δε φέρεται προς συζήτηση με την από 11-10-2013 κλήση των υπεισελθουσών στη θέση των αρχικώς αναιρεσειουσών καλουσών με την επ' αυτής πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως η 19-3-2014 και η οποία επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 7634δ/19-12-2013 και 76355/19-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας Ι.
Σ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο (19-3-2014), οι αναιρεσίβλητοι, Σχολική Επιτροπή του Β' Δημοτικού Σχολείου Κ. Νευροκοπίου Δράμας και Δήμος Κάτω Νευροκοπίου Δράμας παραστάθηκαν εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Ευάγγελο Τριμπόνια, ως προς τον οποίο, όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας για την εκπροσώπησή τους από αυτόν, μη προσκομιζομένων συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων.
Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. 'Όπως προκύπτει όμως από τις υπ'αριθμ. 10171 γ/3-3-2011 και 10172γ/3-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας, σύμφωνα με την από 28-2-2011 έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Δημητρίου Φαρμακίδη-Μάρκου, ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 10-12-2009 αιτήσεως αναίρεσης της υπ' αριθμ. 175/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης με τις κάτω από αυτή έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της αιτήσεως αυτής στην Γραμματεία του Εφετείου Θράκης, πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίσθηκε αρμόδιο Τμήμα για εκδίκαση της εν λόγω αιτήσεως το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος της ένδικης αίτησης αναίρεσης η 4-4-2012 και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους.
Νομίμως δε και εμπροθέσμως κλήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι στη μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης συζήτηση της υποθέσεως κατά την εις την αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο (19-3-2014) όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 261 και 263 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή μία παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη.
Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, εάν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή, απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες από της παραιτήσεως ή απορρίψεως της αγωγής, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Με την έκφραση "έγερση και πάλι της αγωγής" νοείται έγερση αγωγής υπό του αυτού ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου, στηριζομένη επί της αυτής ιστορικής και νομικής βάσεως με την προηγούμενη αγωγή. Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 31 ν.2172/1993 οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και μάλιστα ανεξάρτητα από το λόγο αναίρεσης.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αρ. 3 και 269 παρ. 2 εδ' γ' ΚΠολΔ μέσα αμύνης και επιθέσεως, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής ο οποίος αποτελεί αντένσταση κατά της ενστάσεως παραγραφής της αξίωσης που πρότεινε ο από αυτή υπόχρεος, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση να προβληθούν για πρώτη φορά στο Εφετείο αν αποδεικνύονται εγγράφως με δημόσιο έγγραφο που αποτελεί πλήρη απόδειξη.
Τέλος, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη κατ' αναίρεση δίκη κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίω συζητήσεως, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία χρήζοντα συμπληρώσεως ή επεξηγήσεως.
Η παρεχόμενη από την ως άνω διάταξη εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την προσκομιδή των αναγκαίων για τον σχηματισμό της κρίσεως των εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία επικαλούνται αλλά δεν προσκομίζουν οι διάδικοι ιδίως δε των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο (ΑΠ 108/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή από τον 'Αρειο Πάγο επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 16-12-1996 διεκδικητική ακινήτου αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων που άσκησαν οι αναιρεσείουσες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριες εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία ενός οικοπέδου συνολικής έκτασης 548 τετ.
μέτρων που βρίσκεται στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 72/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αυτή κατ' αποδοχή σχετικής ενστάσεως παραγραφής που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι τότε εναγόμενοι κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 15-5-2001 έφεσή τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 226/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης η οποία δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθείσα ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής, αφού δεν προτάθηκε πρωτοβαθμίως η αντένσταση της διακοπής της παραγραφής δια της εγέρσεως της από 29-6-1987 προγενέστερης αγωγής τους από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν ρητά με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους.
Κατά της παραπάνω αποφάσεως οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 25-4-2005 αίτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου με την οποία ζήτησαν την αναίρεσή της. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1562/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 226/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης, δεχθείσα ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ ήτοι ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου στην οποία δεν γινόταν καμμία μνεία του δικογράφου της πρώτης αγωγής καθώς και των εκθέσεων επιδόσεως που επικαλούντο και νόμιμα προσκόμιζαν οι αναιρεσείουσες αναφορικά με τον ισχυρισμό τους για διακοπή της παραγραφής των είκοσι (20) ετών, δεν καθίστατο απόλυτα βέβαιο ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την παραδεκτή προβολή σ' αυτό της αντένστασης των αναιρεσειουσών περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα.
Με την από 29-4-2008 κλήση, οι αναιρεσείουσες επανέφεραν προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Θράκης, ως δικαστήριο της παραπομπής την από 15-5-2001 έφεση τους κατά της υπ' αριθμ. 72/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 175/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης η οποία απέρριψε την ως άνω έφεση, δεχθείσα τα ακόλουθα:
Οι ενάγουσες της ένδικης από 16-12-1996 αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, στρεφόμενες κατά της σχολικής επιτροπής του Β' Δημοτικού σχολείου Κ. Νευροκοπίου Δράμας και του Δήμου Κ. Νευροκοπίου Δράμας, ιστορούν ότι από έτος 1971 κατέχουν και νέμονται με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, χωρίς αμφισβήτηση και ενόχληση από κανένα, το επακριβώς περιγραφόμενο οικόπεδο, το οποίο περιήλθε σ' αυτές κατ' αρχήν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιωσάσης το έτος 1971, θείας τους Μ.
Τ., που κατείχε κατανεμόταν αυτό από το έτος 1958. Ότι οι εναγόμενοι πριν από 18 χρόνια περίπου (από την έγερση της ένδικης αγωγής), εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους στη Θεσσαλονίκη, προέβησαν στις αυθαίρετες και παράνομες πράξεις που περιγράφουν, κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο, που περιέφραξαν στο σύνολο του και απέβαλαν αυτές, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα τους επ' αυτού.
Με αυτό το ιστορικό ζητούσαν: α) την αναγνώριση της κυριότητας, β) την απόδοση του επιδίκου, γ) την αποβολή των εναγομένων και κάθε τρίτου που στηρίζει δικαιώματα σ' αυτούς και την εγκατάσταση τους σ' αυτό και δ) την απειλή προσωπικής κράτησης για την περίπτωση αρνήσεως της αποδόσεως και για κάθε τυχόν μελλοντική διατάραξη στο μέλλον.
Με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους παραιτούντο ρητώς από την ασκηθείσα 423/2-7-1987 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Την ένδικη αγωγή επέδωσαν στους εναγομένους στις 15-1-1997, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 4709 και 4707 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Δράμας Σ.
Κ.. Περαιτέρω, όσον αφορά την προηγούμενη από 29-6-1987 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως προηγηθείσα 423/1987 αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της σχολικής επιτροπής του Β' Δημοτικού σχολείου Κ. Νευροκοπίου Δράμας, προέκυψαν τα εξής. Οι ενάγουσες απευθυνόμενες στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, ιστορούσαν με την αγωγή εκείνη, ότι είναι συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία του επακριβώς περιγραφομένου ακινήτου, που βρίσκεται στο Κάτω Νευροκόπι της Δράμας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης - δικαιοπαρόχου θείας τους, της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκαν το έτος 1978.
Ότι οι εναγόμενοι πριν από 12 χρόνια περίπου (από την έγερση της αγωγής εκείνης) αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβαν ολόκληρο το επίδικο οικόπεδο, όπως ειδικότερα εκτίθεται και ότι από το έτος 1975 και μέχρι την έγερση της αγωγής εκείνης κατέλαβαν και κατέχουν το επίδικο ακίνητο. Με αυτό το ιστορικό ζητούσαν την αναγνώριση της συγκυριότητας τους στο επίδικο οικόπεδο, την αποβολή των εναγομένων και την εγκατάσταση τους σ' αυτό.
Την αγωγή αυτή επέδωσαν στην εναγομένη σχολική επιτροπή και στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις 1-9-1987 και 23-10-1987, αντίστοιχα (βλ. τις σχετικές με αριθμούς 1598 και 2802 αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Π. Α. και Ά. Ν.). Οι ενάγουσες διατείνονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης τους ότι με την από 29-6-1987 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, διεκόπη η εικοσαετής παραγραφή, η οποία αρχίζει, όπως συνομολογούν, την 25-10-1975, που περιήλθε κατά δικαίωμα κυριότητας το επίδικο σ' αυτές ως καθολικές διαδόχους της ανωτέρω κληρονομηθείσης, αφού τότε το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε οριστικά κατά δικαίωμα κυριότητας το επίδικο δυνάμει του υπ' αριθμό .../8/1975 οριστικού τίτλου κυριότητας της διευθύνσεως Γεωργίας Δράμας, που μεταγράφηκε νόμιμα στο οικείο υποθηκοφυλακείο.
Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά αντένσταση διακοπής της παραγραφής, σύμφωνα με την ως άνω υπ' αριθμό 1562/2007 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, παραδεκτώς προβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση, για πρώτη φορά ως λόγος εφέσεως (ενόψει της διατάξεως του άρθρου 527 αρ.3 και 269 παρ 2 εδ. γ' ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός αυτός όμως, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος.
Ειδικότερα, ναι μεν οι ενάγουσες παραιτήθηκαν νομότυπα με την ένδικη αγωγή τους, από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής τους, μέσα στο προβλεπόμενο από το άρθρο 263 ΑΚ εξάμηνο, πλην όμως η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως δεν διακόπηκε, αφού η δεύτερη αγωγή δεν έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την προηγούμενη.
Ειδικότερα, όσον αφορά το Δήμο Κ. Νευροκοπίου Δράμας, αυτός καθίσταται εναγόμενος το πρώτον με την ένδικη αγωγή και όχι με την προηγούμενη, στην οποία εναγόμενος ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, κατά του οποίου οι ενάγουσες παραιτήθηκαν (από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής), λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως.
Επομένως, η εικοσαετής παραγραφή, είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, όσον αφορά τον Δήμο Κ. Νευροκοπίου. Τούτο διότι, ο Δήμος Κ. Νευροκοπίου, (εφόσον η αγωγή ήθελε κριθεί ουσία βάσιμη), ήταν ήδη ο πραγματικός υπόχρεος της ένδικης αξίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 31 Ν 2009/1992, "Θέματα σχολικής στέγης", με τον οποίο η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 1894/1990 (ΦΕΚ 110 Α'), αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής: "Η κινητή και ακίνητη περιουσία των εφορειών όλων των δημόσιων σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και τα σχολικά κτίρια, για τα οποία έχουν συνταχθεί-πρωτόκολλα οριστικής παραλαβής, με τα οικόπεδα τους, μεταβιβάζονται κατά κυριότητα στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στην περιφέρεια στην οποία βρίσκονται τα αντίστοιχα ακίνητα.
Τα αποπερατωμένα κατά τη δημοσίευση του παρόντος δημόσια σχολεία, για τα οποία δεν έχουν συνταχθεί πρωτόκολλα οριστικής παραλαβής, με το οικόπεδο τους μεταβιβάζονται επίσης στους παραπάνω οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Για τη συντέλεση της μεταβίβασης της κινητής και ακίνητης περιουσίας καθενός σχολείου με το οικόπεδο του εκδίδεται απόφαση του αντιστοίχου νομάρχη.
Οι αποφάσεις, που αφορούν ακίνητα, μεταγράφονται ατελώς στα βιβλία μεταγραφών του χωρικά αρμόδιου υποθηκοφυλακείου. Μεταβιβάσεις που έχουν γίνει ήδη κατ εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, προ της αντικαταστάσεως της, θεωρούνται ισχυρές. Οι εφορείες σχολείων, που προβλέπονται από το άρθρο 40 του ν. 1566/1985, καταργούνται.
Οι διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν εφαρμόζονται για τα μειονοτικά σχολεία της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης". Επιπροσθέτως, η ιστορική βάση καθώς και το αίτημα της πρώτης αγωγής ήταν διαφορετικά από αυτά της ένδικης, αφού αναγράφονται: α) διαφορετικοί χρόνοι ως προς την έναρξη του δικαιώματος συγκυριότητας στο επίδικο ακίνητο (1971 στην ένδικη, 1978 στην πρώτη αγωγή), β) διαφορετικοί χρόνοι ως προς την προσβολή του ως άνω δικαιώματος τους από τους εναγομένους.
Ειδικότερα, στη σελίδα 2 της ένδικης αγωγής, εκτίθεται ότι πριν από 18 χρόνια περίπου από την άσκηση της (ήτοι από την 16-12-1996) κατελήφθη το επίδικο από τους εναγομένους, επομένως, κατά το έτος 1978. Στην πρώτη όμως αγωγή, ρητά αναγράφεται ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν παρανόμως το επίδικο από το έτος 1975, το οποίο κατέχουν μέχρι την ημέρα εγέρσεως της αγωγής αυτής.
Συνακόλουθα, η διαφορά των τριών ετών που αφορά τον χρόνο προσβολής του δικαιώματος κυριότητος των εναγόντων, όπως αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο των ως άνω αγωγών, εκτιμάται ότι συνιστά διαφορετική ιστορική βάση κάθε μιας από αυτές. Τέλος, το αίτημα των ως άνω αγωγών ήταν διαφορετικό, όπως αυτό εκτέθηκε πιο πάνω, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, όσον αφορά το αίτημα της απαγορεύσεως μελλοντικής διαταράξεως (που περιείχε επιπλέον η ένδικη αγωγή), αυτό κρίθηκε ως μη νόμιμο, αφού εκτιμήθηκε ότι πρόκειται για αμιγώς διεκδικητική αγωγή και όχι για σώρευση αντιφασκουσών αγωγών (διεκδικητική και αρνητική).
Συνεπώς, αφού η πρώτη κατά σειρά αγωγή είχε διαφορετική ιστορική και νομική βάση, συνακόλουθα δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση διακοπής της παραγραφής κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 263 εδ. β' του ΑΚ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσειουσών που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι και απέρριψε ως μη νόμιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής δια της επανεγέρσεως όμοιας με την προηγουμένη αγωγής και παραιτήσεως από το δικόγραφό της πρώτης δια της νέας αγωγής δεχθέν ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα ιστορικής αιτίας και αιτήματος μεταξύ των δύο (2) αγωγών.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενες ότι με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο κατ' ευθεία παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 εδ. β' ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 227 παρ. 1 ΚΠολΔ ως και των άρθρων 5 παρ. 1 και 3 ν. 1894/1990 και 31 παρ. 1 ν.2009/1992 ως προς το ζήτημα της απορρίψεως της αντένστασης διακοπής της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής δι' ασκήσεως προγενέστερης όμοιας αγωγής από το δικόγραφο της οποίας νομίμως παραιτήθηκαν ρητά δια της ασκήσεως της νέας αγωγής τους, διότι εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων ως και ταυτότητα ιστορικής αιτίας και αιτήματος μεταξύ των δύο ως άνω αγωγών.
Δεν προσκομίζεται η προγενέστερη από 29-6-87 αγωγή των αναιρεσειουσών και οι εκθέσεις επιδόσεως αυτής, ώστε από την επισκόπησή των να κριθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου αυτού.
Συνεπώς και σε ακολουθία με τη νομική σκέψη, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως, κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου δεν αποκλείεται στην αναιρετική διαδικασία, προκειμένου να προσκομισθεί η από 29-6-1987 αγωγή και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 423/1987 και οι εκθέσεις επιδόσεως της στους εναγομένους δι' αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθεί η από 29-6-1987 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 423/1987 αγωγή και οι εκθέσεις επιδόσεως αυτής στους εναγομένους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ