Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding prosecutor's proposal notification and defendant's right to knowledge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for a personal appearance and her appeal against the Second Instance Council's decision. The appellant argued that the prosecutor failed to notify her of the indictment's content before submission, violating her right to knowledge under Article 171 of the Code of Criminal Procedure. The court ruled that since the defendant did not formally request such notification, the prosecutor had no obligation to delay the proposal for ten days, rendering the procedural defect non-existent. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 171(1)(d) and 484(1)(a) of the Code of Criminal Procedure; The failure to notify a defendant of the prosecutor's proposal content does not render a decision void if the defendant did not request such notification and the proposal was submitted without delay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2155 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2155/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή και Γρηγόριο Μάμαλη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ... και ήδη κρατούμενης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ.318/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-12-2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1934/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή με αριθμό 570/8-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το υπ΄αριθμ. 318/2006 βούλευμά του αφενός μεν απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την υπ΄αριθμ. 110/2-11-2006 έφεση της ... κατά του υπ΄αριθμ. 380/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου - το οποίο είχε παραπέμψει αυτή στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας για ανθρωποκτονία με πρόθεση (τετελεσμένη και σε απόπειρα) και παράνομη οπλοχρησία - 299 παρ. 1, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠοινΚ, 1 παρ. 1β και 14 ν. 2168/93 - και αφετέρου επεκύρωσε το άνω βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου.
Να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με την οικεία έκθεση εφέσεως (βλ. αυτή) ως λόγος εφέσεως είναι ότι η εκκαλούσα "ζητεί να θεωρηθεί ότι δεν είχε ανθρωποκτόνο πρόθεση για λόγους που θα εκθέσει στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με την αιτιολογία ότι δεν εξετιμήθησαν αρκετά, κατά την διαδικασία στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, τα πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί για πράξη που δεν έχει τελέσει", ήτοι ο λόγος εφέσεως αναφέρεται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, δηλ.
στην ουσιαστική κρίση της υπόθεσης - μόνο - το άνω βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Λάρισας επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις 24-11-2006 (βλ. το από 24-11-2006 αποδεικτικό της γραμματέα των φυλακών κρατήσεως αυτής) και κατ΄αυτού άσκησε στις 4-12-2006 (ημέρα Δευτέρα) ενώπιον της Διευθύντριας των φυλακών κρατήσεώς της την υπ΄αριθμ. 117/2006 έκθεση αναίρεσης προβάλλουσα α) έλλειψη αναφοράς ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας και δη την από 11-10-2005 έκθεση ένορκης εξέτασης της ...
την από 21-10-2005 όμοια της ... και την από 28-7-2005 ομοία του ...Επίσης τις από 25-8-2005 και 26-9-2005 εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης της ... και ... β) απόλυτη ακυρότητα - 171 παρ. 1δ ΚΠΔ και 484 παρ. 1α ΚΠΔ και 6 ΕυρΣΔΑ - διότι ο Εισαγγελέας Εφετών Λάρισας υπέβαλε την υπ΄αριθμ. 322/2006 πρότασή του στις 23-11-2006 και δη εντός 24 ωρών και το συμβούλιο Εφετών αυθημερόν "συνεδρίασε και εξέδωσε" το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα και έτσι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να υποβάλει δήλωση επιθυμίας γνώσεώς της γ) αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεώς της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο συμβούλιο Εφετών.
Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 463, 473, 474, 477, 478, 482, 484 περ. α, δ ΚΠοινΔ, 18, 19, 299 παρ. 1 ΠΚ η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.
ΙΙ) Επειδή το βούλευμα, το παραπεμπτικό, έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του όταν αναφέρει γενικά το είδος αυτών (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός από αυτά και τί συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2/2003 ολ, ΑΠ 1263/2003, ΑΠ 1645/2002, ΑΠ 1750/2001 κ.ά.) λαμβανομένου υπόψη ότι ο ΄Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας αλλά θεωρεί ως δεδομένα, ότι δηλ. συνέβησαν αυτά που δέχεται το συμβούλιο ουσίας.
Βέβαια πρέπει να προκύπτει ότι το συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα προκειμένου να εκδώσει τούτο (βλ. ΑΠ 2/2003 ολ, 1/2005 ολ, ΑΠ 1242/2005 κ.ά.) πλην όμως εκ του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που αναφέρει κατά το είδος τους δεν σημαίνει ότι αυτά δεν ελήφθησαν υπόψη (βλ.
ΑΠ 1558/2003, ΑΠ 573/2003, ΑΠ 1401/2003, ΑΠ 1527/2000, ΑΠ 1597/87 κ.ά.) - όταν μάλιστα αυτή η παράλειψη δεν συνδυάζεται με απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού ή ασάφεια ή αντίφαση, δεδομένου ότι στην άνω περίπτωση υπό την επίκληση ή το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας υποκρύπτεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πράγμα που σημαίνει ανεπίτρεπτη έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αφού αυτή μετατρέπει τον ΄Αρειο Πάγο δικαστήριο τρίτου βαθμού ουσίας.
Επειδή κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ΕυρΣΔΑ δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης του βουλεύματος ή της απόφασης πέραν από αυτούς που καθιερώνονται στα άρθρα 484, 510 ΚΠοινΔ αλλά η τυχόν παράβαση αυτού θα πρέπει να συνδυαστεί με πλημμέλεια η οποία να υπάγεται στους άνω λόγους -πρβλ ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 464/92 ολ, ΑΠ 1742/2003, ΑΠ 1133/99, ΑΠ 304/2002 κ.ά.-Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 ΚΠοινΔ - όπως ισχύει και μετά τον ν. 3160/2003 - οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της προτάσεώς του και ότι, εάν αυτό συμβεί, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο πριν παρέλθει διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίησή τους, η δε μη τήρηση της διάταξης αυτής και δη της μη ειδοποίησης και παραμονής της οικείας δικογραφίας όταν πρόκειται για κατηγορούμενο συνεπάγεται ακυρότητα διότι ανάγεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου (βλ.
ΑΠ 2116/2005, ΑΠ 1326/2002, ΑΠ 640/2003, ΑΠ 358/2001, ΑΠ 294/2001 κ.ά.) Από την άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι αυτή έχει εφαρμογή όταν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα και δη νόμιμα του κατηγορουμένου. Επομένως όταν δεν έχει υποβληθεί τέτοιο αίτημα, το οποίο μάλιστα είναι δυνατόν να υποβληθεί αμέσως μετά την άσκηση εφέσεως, δεν υπάρχει από καμία διάταξη υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας και συνεπώς το συμβούλιο μπορεί να συνεδριάσει την αυτήν ημέρα υποβολής της προτάσεως του Εισαγγελέα (βλ.
και ΑΠ 1078/94, ΑΠ 1728/87) όπως επίσης υποχρέωση του Εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον διάδικο ότι υπέβαλε έγγραφη πρόταση για το ενδεχόμενο να υποβάλει ο τελευταίος αίτηση γνώσεως του περιεχομένου της, δεν υπάρχει από καμία διάταξη νόμου (βλ. και Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία τομ. β (1977) σελ. 331, ΑΠ 403/54, ΠΧρ Δ 33 με σύμφωνες παρατηρήσεις Μπουρόπουλου, πρβλ ΑΠ 1127/85).
Η άσκηση του άνω δικαιώματος εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του κατηγορουμένου, ο οποίος μπορεί να το πράξει ήδη από την άσκηση της έφεσης και συνεπώς σ΄αυτόν εναπόκειται η τήρηση της άνω προθεσμίας. Μάλιστα δε εδώ από της ασκήσεως της έφεσης 9-11-2006 μέχρις υποβολής της Εισαγγελικής πρότασης 23-11-2006 μεσολαβεί σοβαρό χρονικό διάστημα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ "Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα".
Η άνω διάταξη προϋποθέτει σαφή και ορισμένη αίτηση (βλ. και ΑΠ 85/2006, ΑΠ 1647/82, ΑΠ 1664/84, ΑΠ 220/64 κ.α) αφενός και ικανοποιείται μόνον όταν το συμβούλιο κρίνει αυτή απαραίτητη, ή άλλως απορρίπτεται όταν το συμβούλιο με ειδική αιτιολογία κρίνει ότι δεν είναι απαραίτητη η αιτουμένη αυτοπρόσωπη παρουσία, όπως όταν ο αιτών έχει ήδη εκθέσει επαρκώς τις απόψεις του (σε υπόμνημα, απολογία, ένδικο μέσο) - βλ. πάγια νομολογία ΑΠ 2182/2004, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 967/2002, ΑΠ 2083/2001 κ.ά.-. ΄Ετσι και αυτός ο ΄Αρειος Πάγος ΑΠ 1477/2005 στο τέλος, ΑΠ 353/2004 στο τέλος κ.ά. ΄Ετσι δεν τίθεται ούτε ζήτημα αντιθέσεως με το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ., 6 παρ. 1 ΕυρΣΔΑ (βλ. και ΑΠ 2182/2004 και λεπτομέρειες σε ΚΠοινΔ Α. Κονταξή (2006) σελ. 1994 επ.).
Επειδή για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αρκεί και η εξ ολοκλήρου αναφορά αυτού στην ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του Εισαγγελέα αυτού (βλ. ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1390/2001, ΑΠ 2253/2002, ΑΠ 1401/2003 κ.ά.) αφού η τελευταία καθίσταται τμήμα του βουλεύματος - ενιαίο σύνολο, η δε αναφορά αυτή δεν είναι τυπική υπόθεση αλλά επανεξέταση της υπόθεσης από το συμβούλιο, το οποίο κατέληξε στο αυτό αποτέλεσμα με τον Εισαγγελέα και η απλή επανάληψη των αυτών περιστατικών, αποδείξεων, συλλογισμών καθίσταται άσκοπη και τυπολατρική, ο δε Εισαγγελέας κατά το ισχύον δίκαιο (βλ. άρθρα 87 επ. Συντ., 72 επ. ΚΠοινΔ) είναι δικαστικός λειτουργός και όχι διάδικος.
Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα με δικές του σκέψεις (βλ. φύλλο 6 αυτού) "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες της κατηγορουμένης" και καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών σε σχέση με την ουσιαστική εκτίμηση των άνω αποδεικτικών μέσων αναφέρει ότι προέκυψαν τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Από την αναφορά αυτή των αποδεικτικών μέσων σαφέστατα προκύπτει ότι το συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του όλα τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα (και όχι μόνο όσα ο Εισαγγελέας αναφέρει προς έξαρση) και επομένως και τα αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα ως παραλειφθέντα. Επειδή, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα αναφέρει, δεν υπέβαλε αν και μπορούσε αίτημα γνώσεως της Εισαγγελικής προτάσεως έτσι ώστε να τηρηθεί η προθεσμία του τελ. εδ. της παρ. 2 του άρθρου 308 ΚΠοινΔ η δε μη οίκοθεν η τήρηση αυτής δεν δημιουργεί καμία ακυρότητα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδική αιτιολογία απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτής στο συμβούλιο Εφετών, το οποίο έτσι δεν την έκρινε αναγκαία, αφού αυτή (αναιρεσείουσα) "έχει ήδη εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς της τόσο στην προανακριτική της απολογία, όσο και στην απολογία ενώπιον του τακτικού ανακριτή και στη συμπληρωματική της απολογία με το από 29-3-2006 υπόμνημα της".
Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 117/2006 αίτηση αναίρεσης της ... κατά του υπ΄αριθμ. 318/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος αυτής.
Αθήνα 8-12-2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά την παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου, με το άρθρο 33 παρ.1 του ν.2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής, με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και τη θέληση η αποδοχή καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου.
Από δε τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του παραπάνω άρθρου του ΠΚ προκύπτει, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητά στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από αυτά τα στάδια, δεν συντρέχουν οι όροι της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, την επιβολή πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 42 παρ.1 του ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια τα τελευταίας αυτής διατάξεως, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, ως συστατικό μέρος αυτής, εν όψει και του όλου σχεδίου του δράστη.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει τη απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 484 παρ.1 περ.δ' (νέα αρίθμηση) του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Αναφορικά προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, πρέπει, να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει εξ αυτού μόνον, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, που έκρινε ύστερα από έφεση της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 318/2006 βούλευμά του, απέρριψε κατ' ουσίαν την ασκηθείσα έφεσή της κατά του υπ' αριθ. 380/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λάρισας, προκειμένου να δικαστεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατά συρροήν (άρθρα 27 παρ.1, 42 παρ.1,299 παρ.1 και 94 παρ.1 ΠΚ).
Το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να στηρίξει την απορριπτική της εφέσεως κρίση του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, που δικαιολογούσαν την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο για τις προαναφερθείσες εγκληματικές πράξεις, με δικές του σκέψεις, αλλά και συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι, από τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, γενικής κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογίες της κατηγορουμένης), προέκυψε ότι "η κατηγορουμένη, ...
περί ώρα 19.15 την 28-7-2005, επικοινώνησε κάνοντας χρήση του κινητού της τηλεφώνου με το τηλεφωνικό κέντρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης και ανέφερε στον αρχιφύλακα Σπυρίδωνα Κατσίκη, ότι στην οικία της ... βρισκόταν σε εξέλιξη επεισόδιο έντονης λογομαχίας με ζευγάρι ατόμων (υπονοώντας την ... και το ... και ζήτησε τη συνδρομή της αστυνομικής αρχής.
Στη συνέχεια και περί ώρα 18.35, κάλεσε ξανά το τηλεφωνικό κέντρο της αστυνομίας, καθόσον οι αστυνομικοί δεν είχαν ακόμη μεταβεί στην οικία της κι ενώ συνομιλούσε με τον αρχιφύλακα Σπυρίδωνα Κατσίκη, ο οποίος παράλληλα άκουγε φωνές και φασαρία μέσω της τηλεφωνικής συσκευής, πυροβόλησε εναντίον των ... και ...
μία φορά, με επακόλουθο το θάνατο της 1ης και το σοβαρό τραυματισμό του 2ου και χωρίς να διακόψει την τηλεφωνική της επικοινωνία με τον προαναφερόμενο αστυνομικό, του είπε με ιδιαίτερη ψυχραιμία "καλέστε το 166 για να μαζέψει τους νεκρούς", θεωρώντας ότι έχει ολοκληρώσει τις εγκληματικές της πράξεις. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ειδικότερα του παθόντος ...
της μητέρας του, ... καθώς και του συζύγου της κατηγορουμένης, ... προέκυψε ότι η ... εξακολούθησε και μετά τη διακοπή της σχέσεως της, της οποίας το χρονικό σημείο δεν προσδιορίζεται με τον παθόντα, να έχει επαφές μαζί του, όπως συναντήσεις στην οικία της, τηλεφωνική επικοινωνία μ' αυτόν, αλλά και επαφές και με άλλα φιλικά προς τον παθόντα πρόσωπα, τα οποία την επισκέπτονταν μετά του παθόντος στην οικία της παρουσία και του συζύγου της.
Μάλιστα, σε παρατήρηση του τελευταίου προς την κατηγορουμένη περί των συχνών επισκέψεων του παθόντος ... και άλλων μετ' αυτού προσώπων, περί των οποίων οι εντυπώσεις του δεν ήταν καθόλου καλές, εκείνη ανταπαντούσε, ότι πρόκειται περί χαρακτήρων με ήθος και εντιμότητα.
Περαιτέρω, από τις εκθέσεις αυτοψίας του χώρου της οικίας της κατηγορουμένης και νεκροψίας-νεκροτομής, σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα συλλεγέντα στοιχεία, ειδικότερα δε το σημείο όπου βρέθηκε το σώμα του θύματος, ... κοντά στην αυλόπορτα εξόδου και το σημείο στο οποίο βρέθηκε πεσμένος ο παθών ... τα τραύματα που προκλήθηκαν στο θύμα και που υποδηλώνουν ότι βρισκόταν σε υψηλότερο σημείο από το αντίστοιχο σημείο βολής, την απόσταση βολής, η οποία επιβεβαιώνεται ότι ήταν κοντινή, το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, με χρήση ενός μόνο φυσιγγίου και πυροβολώντας μία φορά εναντίον των προαναφερομένων και μάλιστα, κατά τη στιγμή που οι παραπάνω βάδιζαν πιασμένοι χέρι-χέρι κατευθυνόμενοι προς την έξοδο της οικίας της και ενώ παράλληλα συνομιλούσε τηλεφωνικώς με τον αστυνομικό Σπυρίδωνα Κατσίκη, με μεγάλη ευστοχία και πλήρη αυτοέλεγχο, κατόρθωσε να σκοτώσει την ...
και να προκαλέσει ιδιαιτέρως σοβαρά τραύματα στο ... Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται, ότι δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τους παθόντες, αλλά μόνο να τους εκφοβίσει για να παύσει ο παθών, ... να την ενοχλεί, πλην όμως τούτο δεν ευσταθεί, καθόσον ο τρόπος με τον οποίο αυτή ενήργησε, δηλαδή να πυροβολήσει σημαδεύοντας τους παθόντες από πολύ κοντινή απόσταση με όπλο, ικανό να επιφέρει το θάνατο σε άνθρωπο, φανερώνει τον ανθρωποκτόνο σκοπό της, ευρίσκετο δε, όπως προκύπτει και από τα στοιχεία της δικογραφίας, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και πριν και κατά την τέλεση του εγκλήματος και σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν προκύπτουν αρκετές ενδείξεις σε βάρος της, ικανές να στηρίξουν κατηγορία για τις πράξεις που της αποδίδονται.
Εξ άλλου, στην έφεσή της η κατηγορουμένη δεν προβάλλει κανένα ισχυρισμό προς αντίκρουση των ως άνω κατηγοριών, απλώς, τυπικά δηλώνει, ότι ασκεί έφεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας και ακολούθως, απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, την έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέα η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 και 42 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Η αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να στηρίξει την απορριπτική της εφέσεως, κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, κρίση του και ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, δικαιολογούσες την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο για τις προαναφερθείσες εγκληματικές πράξεις, έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες της κατηγορουμένης", υποδηλώνει ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του αυτής το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη όλες τις καταθέσεις των κατά την κυρία ανάκριση και την αστυνομική προανάκριση, που προηγήθηκε κατά το άρθρο 243 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.
εξετασθέντων μαρτύρων, καθώς και όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, η δε στη συνέχεια αναφορά σ΄ αυτό των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων και αναφορά ορισμένων εγγράφων, δεν σημαίνει ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών και των αναφερομένων συγκεκριμένων εγγράφων λήφθηκαν υπόψη κατ΄ αποκλεισμόν των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων και εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, αλλ΄ απλώς, ότι εξαίρονται οι καταθέσεις αυτές και τα έγγραφα αυτά, λόγω της βαρύνουσας προδήλως, κατά την κρίση του Συμβουλίου, σημασίας τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Ποιν.Δ., κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει, να απορριφθεί.
IV. Απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α΄ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν το συμβούλιο παραλείπει αδικαιολόγητα να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του κατηγορουμένου που ζήτησε να εμφανιστεί και όχι, όταν απορρίψει την αίτηση αυτή για ορισμένους ειδικούς στο βούλευμα αναφερόμενους λόγους. Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον αυτού με την αιτιολογία ότι επαρκώς εξέθεσε τους ισχυρισμούς της, τόσο με την προανακριτική της απολογία, όσο και με την απολογία της ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή και τη συμπληρωματική της με το από 29.3.2006 υπόμνημά της απολογία, αιτιολόγησε ειδικώς την απόρριψη της παραπάνω αίτησης και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Π.Δ., κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, επειδή αναιτιολογήτως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την αίτηση της κατηγορουμένης να εμφανιστεί ενώπιον αυτού προς παροχή διευκρινίσεων.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν.3160/30.6.2003, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της και ότι, στην περίπτωση αυτή η δικογραφία, πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών, δεν εισάγεται στο συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της εισαγγελίας.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η μη τήρηση της διατάξεως αυτής αναφορικώς προς την ειδοποίηση και παραμονή της οικείας δικογραφίας στη γραμματεία της εισαγγελίας εφόσον πρόκειται για κατηγορούμενο, ο οποίος ήσκησε το ανωτέρω δικαίωμα, επιφέρει ακυρότητα του εκδιδόμενου στη συνέχεια βουλεύματος, διότι προσβάλλοντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.
Επομένως, εάν δεν έχει υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα, δεν υφίσταται υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας στη γραμματεία της εισαγγελίας και μπορεί, συνεπώς, το συμβούλιο να συνεδριάσει την ίδια ημέρα που υποβλήθηκε η πρόταση του εισαγγελέα, αλλ΄ ούτε και υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο ότι υπέβαλε έγγραφη πρόταση για το ενδεχόμενο να υποβάλει ο τελευταίος αίτηση γνώσεως του περιεχομένου της, την οποία σημειωτέον μπορεί ο κατηγορούμενος να υποβάλει από την άσκηση της εφέσεώς του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και, συνεπώς, σε αυτόν εναπόκειται η τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας παραμονής της οικείας δικογραφίας στη γραμματεία της εισαγγελίας.
Κατ΄ ακολουθίαν, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη δεν γνωστοποίησε στον εισαγγελέα πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμεί να γνωρίσει το περιεχόμενό της, δεν υπήρχε υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας στη γραμματεία της εισαγγελίας επί δέκα ημέρες από την υποβολή της προτάσεως στο συμβούλιο και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα και συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
VI. Τέλος, σε ό,τι αφορά το υποβαλλόμενο αίτημα προς εμφάνιση της αναιρεσείουσας αυτοπροσώπως στο Συμβούλιο, τούτο κατά το άρθρο 485 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., προς παροχή διευκρινίσεων επί των προβαλλομένων αιτιάσεων κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αναιρεσείουσα διεξοδικώς με την πολυσέλιδη αίτηση αναιρέσεως αναπτύσσει τις ανωτέρω αιτιάσεις της, ώστε να μη υπάρχει ανάγκη αυτοπρόσωπης εμφάνισής της στο Συμβούλιο προς παροχή εξηγήσεων και διευκρινίσεων επ΄ αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας, ... για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, καθώς και την από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή της για αναίρεση του υπ΄αριθ. 318/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
2155/2006 - σελ.212