2154/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2154/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα, κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή, β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2154 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2154/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα ως ειδικής διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που έχουν μεταβιβαστεί προς την "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μόσχο.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. συζ. Δ. Γ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2010 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2013 αίτησή της και με τους από 28-1-2014 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 12-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του επ' αυτής πρόσθετου λόγου στο σύνολό τους. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 981, 984 § 1 και 989 εδ. α' του ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν πρώτο εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.
Για τη διατήρηση δε της νομής απαιτείται η συνύπαρξη αμφοτέρων των στοιχείων της και, συνεπώς, επέρχεται απώλεια αυτής, εφόσον λείψει φανερά το ένα από αυτά και για σταθερή διάρκεια. Επισημαίνεται, ότι ο νομέας δεν είναι ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς σε σωματική επαφή με το πράγμα και να έχει, χωρίς διακοπή, τη διάνοια κυρίου στραμμένη σ' αυτό.
Αρκεί, έχοντας την επίβλεψη και εποπτεία του ακινήτου, να μπορεί, κάθε στιγμή, να εκδηλώσει τη φυσική εξουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ' αυτό και δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση. Επίσης, στοιχεία της αγωγής διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντος στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της επίδοσης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντος, καθώς και το αίτημα αυτής, που είναι η παύση της προσβολής και η παράλειψη νέας στο μέλλον με έμμεση εκτέλεση, δηλαδή απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατ' άρθρο 947 § 1 ΚΠολΔ, χωρίς να αποκλείεται και η σώρευση αγωγής αναγνώρισης του δικαιώματος της νομής.
Διατάραξη δε της νομής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του και εκδηλώνεται θετικά είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ, αρνητικά εκδηλώνεται, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι της μεταβίβασης νομέα, χωρίς η σχετική για τη μεταβίβαση αυτής συμφωνία, όταν αφορά ακίνητο, να απαιτείται να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι:
α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα, κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή, β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 991 του ΑΚ, το οποίο εξακολουθεί να ισχύει και υπό τον Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο εναγόμενος για διατάραξη της νομής ή αποβολή απ' αυτήν δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.
Έτσι η αγωγή περί διαταράξεως της νομής ή αποβολής απ' αυτήν δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν να αποκρουστεί με την ένσταση του εναγομένου ότι η διατάραξη ή η προσβολή έγινε δυνάμει εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος, εκτός αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.
Τέλος από το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ "από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφού μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, 199, 513, 1133, 1192 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου, που αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή, δεν δημιουργεί, κατά τρόπο πρωτότυπο, νέο δικαίωμα στον υπερθεματιστή, αλλά αποτελεί αιτία μεταβίβασης προς αυτόν μόνον όσων δικαιωμάτων είχε στο πλειστηριασθέν ο οφειλέτης (Ολ.
ΑΠ 2/1993). Εξάλλου, η κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης προστασία του τρίτου, που έχει δικαίωμα πάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, επιτυγχάνεται είτε με την προβλεπόμενη από το άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή τρίτου, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση της εκτέλεσης, είτε με την αγωγή από το κοινό δίκαιο. Ειδικότερα μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο εκπλειστηριασθέν δεν ασκείται η από το άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή, αλλά η κατά το κοινό δίκαιο υπό του τρίτου διεκδίκηση του πλειστηριασθέντος και κατακυρωθέντος ακινήτου εντός της οριζόμενης από το άρθρο 1020 ΚΠολΔ πενταετούς αποκλειστικής προθεσμίας.
Η έναρξη αυτής της προθεσμίας συνακόλουθα και η απόσβεση του δικαιώματος του τρίτου προς άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ προϋποθέτουν όχι μόνο μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία αποτελεί τον νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου (από τη μεταγραφή) μεταβιβάζεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή (Ολ.
ΑΠ 1/1998) αλλά και εγκατάσταση του υπερθεματιστή. Και τούτο, διότι, πριν ο υπερθεματιστής γίνει νομέας ή κάτοχος, δεν υφίσταται γεννημένο δικαίωμα προς άσκηση της εκ του άρθρου 1094 ΑΚ διεκδικητικής αγωγής ή των σχετικών αγωγών για την προστασία της νομής και ο τρίτος, μέχρι τότε, προστατεύεται με την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ (ΑΠ 228/2010 και 927/2002).
Δικαίωμα δε να ασκήσει ανακοπή έχει και ο νομέας, εκτός αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση αποδείξει ότι εκείνος κατά του οποίου στρέφεται έχει πάνω στο αντικείμενο που έχει κατασχεθεί εμπράγματο δικαίωμα επικρατέστερο από τη νομή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 5 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 435/1994), η παραβίαση του δε ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Τέλος κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε αναλέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Γ. Ζωχιού, που έχει μεταγραφεί νομίμως εις τα οικεία βιβλία μεταγραφών, η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) απέκτησε, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της Δ.
Μ., ένα ελαιόκτημα, εμβαδού 20.000 τ.μ. περίπου, μετά των εντός αυτού 400 ελαιοδένδρων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... και νυν του Δήμου Κασσωπαίων Ν. Κέρκυρας και συνορεύει ανατολικά με μονοπάτι, νότια με ακίνητα ιδιοκτησίας Ε. Κ., βόρεια με ακίνητα ιδιοκτησίας Α.
Κ. και δυτικά με ακίνητα Α. Μ.. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Κέρκυρας Ε. Ρ., για την ικανοποίηση απαιτήσεως της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "VITEME - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Α.Ε." κατασχέθηκε το προαναφερόμενο ακίνητο, η δε διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης συνεχίστηκε κατ' άρθρο 973 Κ.Πολ.Δ.
με την υπ' αριθμ. ... πράξη δήλωσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Επιλιμνίων Κέρκυρας Ζαχαρία Γιαννακούρη εκ μέρους της δανείστριας της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Ε. και Σία Ε.Ε.", και τελικώς εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε αυτό (ακίνητο) στις 31-7-1996, στον Θ. Ε., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...
έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και την υπ' αριθμ. ... περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η εναγομένη, δυνάμει του από 22-1-1999 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού και της υπ' αριθμ. ... περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Κων/νου Γιαννακούρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε την κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου στο πλαίσιο του αναγκαστικού πλειστηριασμού κατά των οφειλετών της Θ.
Ε. και Χ. Ζ., συγκύριων αυτού, κατά ποσοστά 99% και 1% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Η ενάγουσα, πριν τον πρώτο των ως άνω πλειστηριασμών και την κατακύρωση του ακινήτου στον δανειστή της Θ. Ε., είχε αναθέσει τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος αυτού στον Αρχιτέκτονα Μηχανικό Ν. Τ. του Δ., το οποίο της παραδόθηκε στις 20-7-1996, οπότε και διαπιστώθηκε, ότι η έκταση του ως άνω ακινήτου δεν ήταν 20.000 τ.μ.
αλλά 42.667 τ.μ., ήτοι το ακίνητο είχε υπερδιπλάσια έκταση από αυτήν στην οποία αφορούσε το ως άνω εκπλειστηριασθέν ακίνητο. Για το λόγο αυτό, κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού η ενάγουσα κατέθεσε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο δήλωση περί της πραγματικής εκτάσεως του ακινήτου και άσκησε κατά των πράξεων της εκτελέσεως την από 6-11-1996 (αρ.
κατ. 466/27-11-1996) ανακοπή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατόπιν δε εγγράφου αναγνωρίσεως εκ μέρους του επισπεύδοντος Θ. Ε. του δικαιώματος της ενάγουσας στο πέραν των 20.000 τ.μ. τμήμα του ακινήτου, (βλ. την από 26-9-1997 εξώδικη δήλωση του), καθώς αναγνωρίσθηκε ότι, η εσφαλμένη αναγραφή της εκτάσεως στον αρχικό τίτλο κτήσεως της ενάγουσας (γονική παροχή), οφείλετο σε προφανή παραδρομή, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ανωτέρω ασκηθείσης ανακοπής της (βλ.
την υπ' αριθμ. ... (από γραφική παραδρομή στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως έτος το 1996 αντί του ορθού 1997) πράξη παραιτήσεως του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Γωγάκου). Ταυτόχρονα, μεταξύ της ενάγουσας και του Θ. Ε., έλαβε χώρα άτυπη διανομή του ακινήτου, σύμφωνα με την οποία, στον Θ. Ε. θα περιερχόταν η κυριότητα του κτήματος που αντιστοιχούσε σε 20 στρέμματα, με εκκίνηση από νότο το όριο με την ιδιοκτησία Ε.
Κ., από δύση το όριο με ιδιοκτησία Α. Μ. και από ανατολάς το όριο με ιδιοκτησία Σπυρίδωνα Αθηναίου, ενώ η ενάγουσα θα διατηρούσε στην κυριότητα της στο υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 22.667 τ.μ., το οποίο εκκινούσε από τα βόρεια σύνορα του, ήτοι από όρια με ιδιοκτησίες Α. Μ., Γ. Μ. και Γ. Τ., ανατολικά με μονοπάτι και ιδιοκτησία Α.
Γ., δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Μ. και ρέμα και, νότια, με το υπόλοιπο ακίνητο, ιδιοκτησίας πλέον Θ. Ε.. Βάσει της συμφωνίας τους αυτής, η ενάγουσα συνέχισε έκτοτε και μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής να ασκεί επί του ακινήτου των 22.667 τ.μ. όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από την εναγομένη, οι οποίες συνίσταντο μεταξύ άλλων στη διάνοιξη ιδιωτικού δρόμου δια παραχωρήσεως ελαιοδένδρων, στην εποπτεία και επίβλεψη του ανωτέρω ακινήτου, στην καλλιέργεια και κλάδεμα των ελαιοδένδρων, στο καθάρισμα αυτών, καθώς και στη συλλογή των καρπών τους για την παραγωγή ελαιολάδου, για την οποία άλλωστε ανελλιπώς από το έτος 1999 έως και σήμερα επιδοτείται με ειδικό λογαριασμό εκ μέρους της εναγομένης.
Ενώ λοιπόν, είχαν έτσι τα πράγματα, τα τελευταία έτη, αρχής γενομένης το έτος 2003, χρονικό διάστημα το οποίο συμπίπτει με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και κατά το οποίο η ενάγουσα ενέμετο το ακίνητο της, η εναγομένη ισχυρίζεται και διαδίδει συνεχώς τόσο με προφορικές ανακοινώσεις όσο και με έγγραφες προσκλήσεις στο αγοραστικό κοινό, ότι διαθέτει προς πώληση το συγκεκριμένο ακίνητο, του οποίου την έκταση προσδιορίζει σε 42.667 τ.μ.
και όχι σε 20.000 που πραγματικά της ανήκει, γεγονός το οποίο γνωρίζει, προσφέροντας το μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας και δη αντί τιμήματος 180.000 ευρώ, προσέτι δε απέστειλε και συνεργείο για καταμέτρηση του όλου ως άνω οικοπέδου στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, διαταράσσοντας έτσι την άσκηση της νομής της ενάγουσας επί του προπεριγραφέντος ακινήτου της, καθόσον γίνεται δεκτό ότι εκτός από την καταμέτρηση, διατάραξη αποτελεί και η προφορική αντιποίηση, δηλ.
ο διαρκής ισχυρισμός τρίτου ότι έχει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω στο πράγμα Επισημαίνεται ότι ο νομέας δεν είναι ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς σε σωματική επαφή με το πράγμα αφενός και να έχει, χωρίς διακοπή τη διάνοια κυρίου στραμμένη σ' αυτό αφ' ετέρου. Αρκεί έχοντας επίβλεψη και εποπτεία του ακινήτου, να μπορεί, κάθε στιγμή, να εκδηλώσει τη φυσική εξουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις πάνω σ' αυτό και δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση.
Το αίτημα της εναγομένης που υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με την ακριβή καταμέτρηση του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί, ενόψει της φύσεως της κρινόμενης αγωγής ως νομής. Εφόσον λοιπόν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα ήταν κατά το χρόνο της διατάραξης της νομής και της επίδοσης της αγωγής νομέας του παραπάνω ακινήτου της, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του είχε καταλήξει σε όμοια κρίση (είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της περί διαταράξεως της νομής της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη) απέρριψε την από 24-11-2006 έφεση της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης εάν η εναγομένη τράπεζα (στη θέση της οποίας υπεισήλθε νόμιμα ως ειδική διάδοχός της στην προκειμένη αναιρετική δίκη η αναιρεσείουσα τράπεζα) εγκαταστάθηκε (και πότε) στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν να ασκηθεί από την αναιρεσίβλητη, ως τρίτης, η κατά το κοινό δίκαιο αγωγή περί νομής του πλειστηριασθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να ασκηθεί εντός της οριζομένης από το άρθρο 1020 ΚΠολΔ πενταετούς προθεσμίας από της εγκαταστάσεως της αναιρεσείουσας - υπερθεματίστριας στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, καθ' όσον στην αντίθετη περίπτωση δηλαδή της μη εγκαταστάσεως της υπερθεματίστριας, θα έπρεπε να ασκηθεί, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η από το άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή, η οποία πρέπει, κατά την παρ. 2 του άρθρου 936 ΚΠολΔ, να απευθύνεται και κατά του καθ' ου η ανακοπή, και όχι η κατά το κοινό δίκαιο αγωγή.
Συνεπεία δε των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών καθίσταται περαιτέρω ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ως προς τα επί του επιδίκου ακινήτου δικαιώματα των αντιδίκων και ποίο εξ' αυτών είναι το επικρατέστερο. Εξ' άλλου δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν το περιγραφόμενο στο τελευταίο πρόγραμμα πλειστηριασμού και τελευταία περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου περιγράφεται όμοια όπως στον αρχικό τίτλο κτήσης της κυριότητος από την ενάγουσα και στη συνέχεια στον πρώτο πλειστηριασμό του που αποδείχθηκε υπερθεματιστής ο Θ.
Ε., που είναι αναγκαίο για να διαπιστωθεί εάν μεταβιβαζόταν πάντοτε η κυριότητα και η νομή ολοκλήρου του ακινήτου του 42.667 τετρ. μέτρων, εντός του οποίου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ευρίσκεται το διεκδικούμενο τμήμα, του οποίου όμως η θέση δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης και ο πρόσθετος λόγος αυτής με τους οποίους αυτό πλήττεται για ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία και συνακόλουθα ν' αναιρεθεί, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στην σύνθεση του οποίου θα συμμετέχουν άλλοι δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα σ'αυτήν (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), και να συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ λόγω του δυσερμηνεύτου της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 205/2010 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή που κατέβαλε η αναιρεσείουσα σ' αυτήν. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ