Legislator Case Law & Legislation
2154/2009 AI generated

2154/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2154/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2743/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5431/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2154/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια, με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού έγινε αναφορά στην συνεχιζόμενη από .... αρχική σύμβαση μισθωτική σύμβαση, συμφωνήθηκε νέα παράταση αυτής μέχρι 30-9-1991 και το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε για τη χρονική περίοδο από 1-10-1989 μέχρι 30-9-1991 στο συνολικό ποσό των 80.000 δραχμών, προσαυξανόμενο έκτοτε και κάθε επόμενη διετία διάρκειας της σύμβασης μίσθωσης κατά ποσοστό 15%.

Keywords

AI generated
international agreements on energy conventions concluded with third States protocol to the Convention agreements between undertakings non-implementation of the offending agreements revision of the Treaty
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2154 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2154/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." (πρώην υπό την επωνυμία "... Ο.Ε."), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασπρογέρακα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ Α.Β.Ε.Ε." (πρώην υπό την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ Α.Β.Ε.Ε." ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Κανελλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2743/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5431/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 9/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Με το από...ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ ΑΒΕ", δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και της εναγόμενης εταιρίας, που τότε έφερε την επωνυμία "...

ΟΕ", η πρώτη παραχώρησε στην τελευταία τη χρήση ενός ακινήτου της, που βρίσκεται στο ...στη συμβολή της λεωφόρου ... με την οδό .... Πιο συγκεκριμένα τον ισόγειο χώρο, που είχε διαμορφωθεί σε πρατήριο υγρών καυσίμων και αποτελείται, εκτός από το χώρο διάθεσης των υγρών καυσίμων, από αίθουσα πώλησης, πλυντήριο και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, το οποίο ήταν πλήρως εξοπλισμένο με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω σύμβαση μηχανήματα και κινητά πράγματα, προκειμένου να το εκμεταλλευθεί η εναγομένη, για δικό της λογαριασμό και όφελος, ως πρατήριο διάθεσης υγρών καυσίμων.

Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε διετής, με έναρξη την 9-5-1983 και λήξη την 9-5-1985, το δε μηνιαίο μίσθωμα συνομολογήθηκε για μεν το πρώτο μισθωτικό έτος σε 30.000 δραχμές, για δε το δεύτερο σε 33.000 δραχμές. Η μισθώτρια εταιρία, προκειμένου να εκμεταλλευθεί το μίσθιο πρατήριο, παράλληλα με την εκτεθείσα σύμβαση, κατάρτισε με την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρία εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων, την ίδια ημέρα, ήτοι στις 20-5-1983, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, διετούς διάρκειας από 9-5-1983 έως 9-5-1985.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, που αποτυπώθηκε στο με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συναλλαγής, η μισθώτρια-πρατηριούχος ανέλαβε την υποχρέωση, καθόλη τη συνομολογηθείσα διετή διάρκεια της σύμβασης, να ανεφοδιάζεται υγρά καύσιμα, λιπαντικά και ορυκτέλαια, αποκλειστικά και μόνο από τις εγκαταστάσεις της προμηθεύτριας-εκμισθώτριας εταιρίας ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ, τα οποία θα διαθέτει λιανικώς στους πελάτες της μέσω του μίσθιου πρατηρίου.

Περαιτέρω, με τον πρώτο όρο της ανωτέρω συμφωνίας, για την παραχώρηση της χρήσης του μισθίου πρατηρίου και γενικά του εξοπλισμού του, ορίστηκε ότι η σύμβαση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος εκείνης (της σύμβασης) της εμπορικής συνεργασίας, έναντι της οποίας είναι παρεπόμενη σύμβαση, και ότι σε περίπτωση που λυθεί η μία (εμπορική συνεργασία), για οποιοδήποτε λόγο, θα λύεται αυτόματα και αυτοδίκαια και η άλλη (σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου).

Έτσι η μισθώτρια εταιρία εγκαταστάθηκε στο μίσθιο ακίνητο και άρχισε να το χρησιμοποιεί για το σκοπό που προαναφέρθηκε. Μετά τη λήξη του άνω συμβατικού χρόνου, στις 10-5-1986 καταρτίστηκε έγγραφη συμφωνία για παράταση της μίσθωσης μέχρι την 8-5-1987 και, αφού αναπροσαρμόστηκε το μίσθωμα για τις χρονικές περιόδους α) από 9-5-1985 μέχρι 31-12-198 στο ποσό των 36.000 δραχμών, β) από 1-1-1986 μέχρι 31-12-1986 σε 55.000 δραχμές και γ) από 1-1-1987 μέχρι 8-5-1987 σε 60.000 δραχμές πλέον του τέλους χαρτοσήμου, που θα βάρυνε τα συμβαλλόμενα μέρη κατά το ήμισυ, ορίστηκε ότι κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει η από 20-5-1983 σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου και να δεσμεύει τους ίδιους συμβαλλόμενους.

Στη συνέχεια, με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού έγινε αναφορά στην συνεχιζόμενη από .... αρχική σύμβαση μισθωτική σύμβαση, συμφωνήθηκε νέα παράταση αυτής μέχρι 30-9-1991 και το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε για τη χρονική περίοδο από 1-10-1989 μέχρι 30-9-1991 στο συνολικό ποσό των 80.000 δραχμών, προσαυξανόμενο έκτοτε και κάθε επόμενη διετία διάρκειας της σύμβασης μίσθωσης κατά ποσοστό 15%.

Επακολούθησε η κατάρτιση του από ...ιδιωτικού συμφωνητικού, στα πλαίσια του οποίου συνομολογήθηκε το μηνιαίο μίσθωμα από 1-4-1992 μέχρι 31-3-1993 στο συνολικό ποσό των 105.000 δραχμών, ενώ για το μετέπειτα χρόνο και για όσο διάστημα θα ισχύει η σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου θα αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 12,5%.

Τέλος, με βάση το από 6-9-2001 τροποποιητικό συμφωνητικό, αφού έγινε αναφορά στην εξέλιξη της διέπουσας το επίδικο μίσθιο σύμβασης μίσθωσης από την 20-5-1983, που καταρτίστηκε, μέχρι τότε, συμφωνήθηκε κατά λέξη "από 1-4-2002 και εφεξής και όσο χρονικό διάστημα θα ισχύει η άνω μεταξύ των συμβαλλομένων μερών το καταβαλλόμενο μηνιαίο αντάλλαγμα, θα αναπροσαρμόζεται έκτοτε και για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης κατά νόμο, κατά ολόκληρο το ποσοστό της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, προσαυξανόμενο κατά δύο μονάδες".

Με την ίδια σύμβαση ορίστηκε ότι κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει και να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη η πιο πάνω από 20-5-1983 σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου. Με βάση τα εκτεθέντα η επίδικη σύμβαση, υπαγόμενη στην προστασία των νόμων για τις εμπορικές μισθώσεις, παρατάθηκε διαδοχικά με αντίστοιχες συμφωνίες αναπροσαρμογής του μισθώματος, με από το νόμο, όμως καταληκτικό χρονικό όριο την 31-8-1997 (άρθρο 58 παρ 12 π.

δ/τος 34/1995), γιατί η μισθώτρια εταιρίας, η οποία με τροποποίηση της σχετικής εταιρικής σύμβασης μετονομάστηκε σε "... ΟΕ", επωνυμία με την οποία ενάγεται, είχε συμπληρώσει μέχρι τότε στη χρήση του μισθίου χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δωδεκαετίας. Εξάλλου, όπως συνομολογείται από τις διάδικες, αλλά αποδεικνύεται και από τα σχετικά έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίζονται με επίκλησή τους, η εκμισθώτρια εταιρία, μετά από αλλεπάλληλες μεταβολές στον εταιρικό τύπο της, για τις οποίες τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπει η νομοθεσία των ανώνυμων εταιριών, και ειδικότερα απόφαση γενικής συνέλευσης με τη συνήθη απαρτία και πλειοψηφία, γιατί δεν περιλαμβάνεται το θέμα αυτό στις εξαιρέσεις που απαριθμεί η παράγραφος 3 του άρθρου 29, εγκριτική απόφαση του οικείου νομάρχη και δημοσίευση στο μητρώο των ανώνυμων εταιριών και στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, κατά τα άρθρα 7α και 7β παρ. 1 του ίδιου κωδ.

Ν 2190/1920, έλαβε την επωνυμία "Ελληνικά Καύσιμα-Ορυκτέλαια Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία". Στη συνέχεια με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λιναρδάκη, η οποία υποβλήθηκε στις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 76 του ν. 2190/1920, στο οποίο ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου τρίτου παρ.

ΙΙ του ν 2593/1998 για την "Αναδιοργάνωση της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου και των θυγατρικών της εταιριών, καταστατικό αυτής και άλλες διατάξεις", η άνω εκμισθώτρια εταιρία διασπάστηκε, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του υπόψη νόμου, με απορρόφησή της από την εταιρία ΕΚΟ-Ελληνικά Διυλιστήρια και Χημικά Μακεδονίας ΑΒΕΕ και από την ενάγουσα με την τότε επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Πετρελαιοειδών".

Ως συνέπεια της διάσπασης αυτής η διασπώμενη εταιρία έπαυσε να υπάρχει ως υποκείμενο δικαίου νομικό πρόσωπο, στη θέση της δε, στην παραπάνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας-μίσθωσης, υπεισήλθε η ήδη ενάγουσα και υποκαταστάθηκε, κατ' αντιστοιχία των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που έλαβε με τη μορφή μεριδίων και σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στη σύμβαση διάσπασης, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης, ως άνω, εκμισθώτριας εταιρίας ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής.

Στην περίπτωση αυτή είναι πρόδηλο, ότι λόγω της, πιο πάνω, λειτουργίας της διάσπασης με απορρόφηση, δεν δημιουργείται πρόβλημα για την τύχη της μίσθωσης. Έτσι αυτή εξακολούθησε αδιατάρακτα την πορεία της, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες που έχουν ήδη αναπτυχθεί, μέχρι την 28-9-1999, οπότε άρχισε η εφαρμογή του ν 2741/1999, χωρίς στο μεταξύ να ασκηθεί αγωγή από την ήδη ενάγουσα εταιρία, που υπεισήλθε στη μίσθωση ως εκμισθώτρια, για την απόδοση της χρήσης του μισθίου, μέσα στο πρώτο εννεάμηνο από την ανωτέρω λήξη, δηλαδή μέχρι την 31-5-1998.

Ένεκα τούτου, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε, η σύμβαση μίσθωσης παρατάθηκε αναγκαστικά τελευταία φορά, για μία ακόμα τετραετία από τη νόμιμη λήξη της στις 31-8-1998, δηλαδή μέχρι την 31-8-2001. Ακολούθως, έληξε και το ανώτατο όριο της αναγκαστικής παράτασης από το νόμο, συμπληρώθηκαν δε εικοσιτέσσερα και πλέον έτη στη χρήση του μισθίου, με το συνυπολογισμό και του χρόνου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας.

Ωστόσο, η μίσθωση αυτή, παρά τη λήξη της, συνεχίστηκε, αφού η εναγόμενη μισθώτρια παρέμεινε στη χρήση του μισθίου χωρίς αντίρρηση και ενόχληση της ενάγουσας μετά την 31-8-2001. Έτσι μετατράπηκε σε αόριστου χρόνου διάρκειας και η λύση της επέρχεται με καταγγελία, κατά τα άρθρα 608 και 609 ΑΚ. Επιτρέπεται δε η λύση της μίσθωσης αυτής με καταγγελία, όχι μόνο γιατί κατέστη αόριστης διάρκειας, αλλά και γιατί διήνυσε την προβλεπόμενη από το νόμο διάρκεια, μετά το πέρας της οποίας δεν αρχίζει νέα προστατευόμενη μίσθωση, σύμφωνα, άλλωστε, και με τα εκτεθέντα νομικά δεδομένα.

Στην περίπτωση αυτή εξακολουθεί να είναι εμπορική, με όλες τις συνέπειες του χαρακτήρα της αυτού (καταγγελίες προβλεπόμενες από π.δ. 34/1995, δικαίωμα αναπροσαρμογής κλπ), χωρίς όμως τη χρονική προστασία της, γι' αυτό και λύεται με καταγγελία, όπως ήδη έχει αναφερθεί. Κατόπιν αυτών, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 30-11-2006, μετά την καταγγελία της από την ενάγουσα, που έγινε με την επίδοση της εξεταζόμενης αγωγής στις 27-10-2006, συνακόλουθα δε γεννήθηκε υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει το μίσθιο (άρθρο 599 παρ. 1 ΑΚ.

Η εναγομένη αμφισβητώντας την εγκυρότητα της καταγγελίας, προβάλλει ότι αυτή δεν μπορεί να επιφέρει τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, καθόσον στις 6-9-2001 καταρτίστηκε μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών έγγραφη συμφωνία αναμίσθωσης με δωδεκαετή διάρκεια. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης και συναφής λόγος της έφεσή της ελέγχεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί καθώς, όπως με σαφήνεια προκύπτει από την εκτενή έκθεση του περιεχομένου του από ...ιδιωτικού συμφωνητικού, που προηγήθηκε, δεν πρόκειται για κατάρτιση νέας μίσθωσης με όλες τις νόμιμες συνέπειες.

Αντίθετα, με το εν λόγω έγγραφο, που φέρει τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Τροποποίησης Μίσθωσης", και το οποίο ούτε κενά καταλείπει ούτε δε και αμφίβολα σημεία εμφανίζει, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το μόνο αποτέλεσμα που ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και τελικά συμφωνήθηκε ήταν η τροποποίηση της μίσθωσης ως προς τον όρο αναπροσαρμογής του μισθώματος.

Ειδικότερα, για τη συμφωνία αυτή, όπως και παραπάνω τονίστηκε, οι συμβαλλόμενες, αφού αναφέρονται στη συνεχιζόμενη μεταξύ τους από 20-5-1983 αρχική σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου και στις τροποποιήσεις αυτής, για τις οποίες έγινε λόγος στην οικεία θέση, σε σχέση με τη χρονική της διάσταση και την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στη συνέχεια ότι η πρατηριούχος μισθώτρια, πρότεινε στην εκμισθώτρια και αυτή δέχθηκε την πρότασή της να τροποποιήσουν την επίμαχη σύμβαση, ώστε από 1-4-2002 και στο εξής και όσο χρονικό διάστημα αυτή θα ισχύει, το καταβαλλόμενο μηνιαίο αντάλλαγμα για τη χρήση του ακινήτου να αναπροσαρμόζεται για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες.

Στο ίδιο συμφωνητικό ορίζεται ότι κατά τα άλλα "ρητά συμφωνείται ότι εξακολουθεί να ισχύει και να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, όπως και μέρη σήμερα, η πιο πάνω από 20-5-1983 σύμβαση παραχώρησης χρήσης ακινήτου, κατά το μέρος που δεν τροποποιήθηκε αυτή με το παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό". Κατά συνέπεια, εφόσον η παραταθείσα μέχρι 31-8-2001 επίδικη σύμβαση μίσθωσης μετατράπηκε, μετά την παρέλευση της νόμιμης διάρκειάς της, σε αόριστου χρόνου, η γενόμενη με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής καταγγελία αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 608 και 609 ΑΚ, επέφερε τη λύση της.

Περαιτέρω, αντικρούοντας την προκείμενη αγωγή, η εναγομένη υποστηρίζει ότι αυτή ασκήθηκε καταχρηστικά από την ενάγουσα, η οποία επιδιώκει την έξωσή της, παρότι, κατ' επανάληψη, είχε διαβεβαιώσει το νόμιμο εκπρόσωπό της ότι μεταξύ τους καταρτίστηκε στις 6-9-2001 νέα μίσθωση δωδεκαετούς διάρκειας, με συνέπεια, λόγω των διαβεβαιώσεων αυτών, να δημιουργηθεί στην ίδια εύλογα η πεποίθηση ότι συνομολογήθηκε πράγματι νέα μίσθωση, της οποίας η διάρκεια ορίστηκε για δώδεκα χρόνια και δεν έχει λήξει.

Όμως, και ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού από κανένα, από τα προαναφερόμενα, αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε διαβεβαίωση της ενάγουσας για σύναψη νέα σύμβασης μίσθωσης, εκτεινόμενης στο χρόνο που ορίζει ο νόμος. Μάλιστα και ο ίδιος ο μάρτυρας, που εξετάστηκε με την επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν κατέθεσε ότι υπήρξε από μέρους της ενάγουσας διαβεβαίωση για κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων νέας μίσθωσης".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή απόδοσης του μισθίου ακινήτου.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μισθώτρια εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, διότι ενώ διαπίστωσε κενό κατά την ερμηνεία του από 6-9-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο αυτή ισχυρίστηκε ότι καταρτίστηκε νέα μίσθωση με δωδεκαετή διάρκεια, δεν προσέφυγε στις ανωτέρω διατάξεις για την ερμηνεία του.

Ο λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που παρατίθενται παραπάνω είναι αναμφίβολο ότι αυτό δέχεται ότι από το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό με σαφήνεια προκύπτει ότι δεν έγινε με αυτό κατάρτιση νέας μίσθωσης με όλες τις νόμιμες συνέπειες, συμπληρώνοντας επιβεβαιωτικά, χωρίς αυτό να σημαίνει διαπίστωση κενού, ότι έγινε μόνο αναπροσαρμογή του μισθώματος.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αυτή τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις όσο και στις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου παρέθεσε και απέδειξε τα στοιχεία που συγκροτούν το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος αφού η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση των ανωτέρω στην πραγματικότητα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την ένστασή της από την ΑΚ 281. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" για αναίρεση της 5431/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ