2153/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2153/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκληρονόμων κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2153 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2153/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. Σ. , κατοίκου ... και 2) Β. χήρας Δ. Γ. , το γένος ... , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. χήρας Γ. Σ. , το γένος Κ. Φ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καρούζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/12/2012 αίτηση και τους από 28/11/2013 προσθέτους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 28/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων (κύριων και πρόσθετων) της ως άνω αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7-12-2012 αίτηση των: 1) Κ. Γ. Σ. και 2) Β. χήρας Δ. Γ. , το γένος ... , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου πρέπει να συνεκδικαστούν οι παραδεκτώς ασκηθέντες (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επισημαίνεται ότι είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος (άρθρο 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί μη ενεργητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου τους (προϋπόθεση που εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρα 70 και 73 ΚΠολΔ), λόγω της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες μεταβίβασης μέρους του επιδίκου ακινήτου (γονικής παροχής μόνο κατά ψιλή κυριότητα) από την ενάγουσα προς το γιο της Χ.
Σ. (μη διάδικο) μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας (άσκηση της ένδικης αγωγής τον Ιούλιο του 2005, σύσταση γονικής παροχής τον Φεβρουάριο του 2007 και μεταγραφή του σχετικού υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου 'Αργους Παρθένας Χριστοφορίδου-Κωτσοβού στις 17-6-2013). Από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας πράγματος (κινητού ή ακινήτου) με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απόκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. 'Ασκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Ακόμη φυσική εξουσία επί του πράγματος υπάρχει, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κληρονόμος ως συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό, περιέρχεται η συννομή του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του.
Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκληρονόμων κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα περιστατικά: "Η υπερήλικη εφεσίβλητη ενάγουσα, ηλικίας σήμερα 84 ετών (γεν. το έτος 1928) συνδέεται με στενή συγγενική σχέση μετά των αντιδίκων της και συγκεκριμένα ο πρώτος των εκκαλούντων, πολιτικός μηχανικός, είναι ο μεγαλύτερος γιος της, καθώς έχει και έναν μικρότερο, το Χ.
Σ. , εκδότη εφημερίδας στην ... , ηλικίας σήμερα 46 ετών, ο οποίος έχει καταθέσει και ως μάρτυρας απόδειξης πρωτοδίκως, και η δεύτερη των εκκαλούντων, ηλικίας σήμερα 70 ετών (γεν. το έτος 1942), είναι ανεψιά της, ως θυγατέρα του αδελφού της Β. Φ. . Ο τελευταίος, ο οποίος ασθένησε και απεβίωσε το Φεβρουάριο του έτους 1943, σε ηλικία μόλις 25 ετών και ενώ η κόρη του, δεύτερη εκκαλούσα, ήταν μόλις τριών (3) μηνών, είχε συνάψει γάμο στις 14.9.1941, στο ... , με τη μητέρα της τελευταίας Ε.
Φ. . Οι γονείς του και οι τότε ανύπαντρες τρεις αδελφές του, όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες και επιβεβαιώνονται από το αποδεικτικό υλικό, δεν αποδέχθηκαν το γάμο του και πολύ περισσότερο δεν αποδέχθηκαν, ούτε μετά το θάνατο του, τη νεαρά σύζυγο του και τη νεογέννητη κόρη του, οι οποίες μέσα στις πραγματικά τότε δύσκολες, και από τον πόλεμο, συνθήκες θα μπορούσαν να συγκατοικήσουν με την πατρική οικογένεια του συζύγου και πατέρα τους στην ... , όπου και διέμεναν μέχρι τότε, μετά το γάμο, καθώς η πατρική του οικογένεια ήταν εύπορη.
Όμως, επειδή δεν υπήρξε τέτοια διάθεση από την πλευρά των συγγενών του αποβιώσαντος, η νεαρά σύζυγος του αναγκάστηκε να εγκατασταθεί με την κόρη τους, στην πατρική της οικία στο ... , χωρίς έκτοτε, μέχρι την ενηλικίωση της δεύτερης εκκαλούσας, να υπάρχει επικοινωνία με την πατρική οικογένεια του Β. Φ. . Μετά την ενηλικίωση της, η δεύτερη εκκαλούσα ανέπτυξε κάποιες σχέσεις με τον εξάδελφο της πρώτο εναγόμενο και τη θετή μητέρα του Σ.
Φ. , αδελφή της φυσικής μητέρας του εφεσίβλητης. Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο είναι αγρόκτημα-περιβόλι, έκτασης, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης, δώδεκα (12) περίπου στρεμμάτων και κατά την τελευταία καταμέτρηση έκτασης 13.442,97 τ.μ. (κατά την εφεσίβλητη) και 13.900 τ.μ. (κατά τους εκκαλούντες), με την υπάρχουσα εντός αυτού οικία, που βρίσκεται στη θέση "... " του χωριού ...
και ορίζεται βόρεια με ιδιοκτησία Ι. Θ. , νότια με δημοτική οδό ... , δυτικά με δημοτική οδό και ανατολικά με ιδιοκτησία κληρ. Ε. Κ. . Το ακίνητο αυτό κατείχε και νεμόταν επί σειρά ετών ο Κ. Φ. , πατέρας της εφεσίβλητης και παππούς των εκκαλούντων, από το έτος 1913, οπότε το απέκτησε κατά κυριότητα από τους αδελφούς του Ι.
και Α. Φ. , δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων ανταλλαγής ... και ... του συμβολαιογράφου 'Αργους Γεωργίου Κορδοπάτη, καλλιεργώντας, επιτηρώντας αυτό και διαμένοντας στην εντός αυτού οικία. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ακόμη και μετά τη σύνταξη του αντικαταστατικού προικώου συμβολαίου ... του συμβολαιογράφου 'Αργους Γεωργίου Μέντζα, με το οποίο ο Κ.
Φ. , ενεργώντας ως προικολήπτης, μεταβίβασε, χωρίς να τηρηθεί η απαιτούμενη διατύπωση της προηγούμενης άδειας του δικαστηρίου, στην προικοδότρια σύζυγο του και μητέρα της ενάγουσας, το 1/3 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο του άνω ακινήτου, σε αντικατάσταση (εναλλαγή) προίκας, ο ανωτέρω διατήρησε στην κυριότητά του και το ιδανικό αυτό μερίδιο με υπερτριακονταετή νομή και καλή πίστη από τις 17.10.1916 (χρόνος σύστασης του αντικαταστατικού συμβολαίου) μέχρι το θάνατο του (1957), με έκτακτη χρησικτησία (που άρχισε πριν από την ισχύ του ΑΚ), διότι το μερίδιο αυτό (το οποίο με αγοραπωλησία μεταβιβάστηκε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα από τη μητέρα της το έτος 1968, όπως θα γίνει λόγος παρακάτω) δεν κατέστη προικώο λόγω της απόλυτης ακυρότητας της ως άνω σύμβασης ανταλλαγής, για τη σύναψη της οποίας δεν τηρήθηκε η προαναφερόμενη αναγκαία διατύπωση, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες.
Στις 10.5.1957 απεβίωσε στην ... , όπου και κατοικούσε, ο Κ. Φ. , καταλίποντας την υπ' αρ. ... δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου 'Αργους Αλέξανδρου Αλωνιστιώτη και δημοσιεύθηκε νομίμως με τα πρακτικά συνεδρίασης 137/24.10.1957 του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αυτής, ο διαθέτης είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του δυο ακίνητα στη θέση "... " ... , όπως άλλωστε έχουν καταθέσει πρωτοδίκως και οι δυο μάρτυρες, και ειδικότερα το επίδικο ακίνητο και ένα ακόμη, έκτασης δυο (2) περίπου στρεμμάτων, με όρια τις ιδιοκτησίες Ν.
Ν. , Γ. Μ. , κληρονόμων Ν. Π. και Ι. Β. Φ. . Με την ως άνω διαθήκη του Κ. Φ. , πατέρα της εφεσίβλητης, ορίσθηκαν ακριβώς τα ακόλουθα: "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου μετά τον θάνατον μου την σύζυγόν μου Ε. θυγατέρα Ε. Π. και τα παιδιά μου Β. , Σ. , Ν. και Γ. εις ους κληρονόμους μου επιθυμώ να περιέλθει η περιουσία μου ως εξής: 1) Η σύζυγος μου Ε.
επιθυμώ να λάβει ως κληρονομικόν της μερίδιον την εφ' όρου ζωής της οίκησιν εντός της εν τω χωρίω ... οικίας μου εις ην κατοικώ μέχρι σήμερον και τίποτε άλλο. 2) Ο υιός μου Β. επιθυμώ να λαβή ως κληρονομικόν του μερίδιον τον εις θέσιν ... της περιφερείας ... αγρόν μου και τίποτε άλλο. 3) Άπασαν την υπόλοιπον περιουσίαν μου κινητήν, ακίνητον παντός είδους εισοδήματα μου, απαιτήσεις μου και παν εν γένει άλλο περιουσιακόν μου στοιχείον που ήθελεν ευρεθεί μετά τον θάνατον μου επιθυμώ να λάβουν ως κληρονομικόν τους μερίδιον τα τρία κορίτσια μου Σ. , Ν.
και Γ. εξ ίσου έκαστον τούτων, εάν και εφόσον δεν ζήσω να τα αποκαταστήσω δια γάμου εγώ. Εάν όμως ζήσω και τα υπανδρεύσω εγώ τότε η πρώτη υπανδρευθησομένη θα λάβει ως κληρονομικόν της μερίδιον όσα θα της δώσω ως προίκα και τίποτε άλλο, οπότε την υπόλοιπον περιουσίαν μου θα λάβουν τα έτερα δυο κορίτσια μου αδιάφορον ποια θα είναι τα κορίτσια μου αυτά και θα την διανείμουν εις δυο και θα λάβουν εν μερίδιον εκάστη, εάν ζήσω και υπανδρεύσω και ετέραν θυγατέραν μου τότε και η δευτέρα υπανδρευθησομένη θα λάβει ως κληρονομικόν της μερίδιον όσα θα της δώσω κατά τον γάμον της ως προίκα τίποτε άλλο, οπότε καθολική κληρονόμος μου θα είναι η τρίτη θυγάτηρ μου, μου είναι δε αδιάφορον ποία εκ των θυγατέρων μου θα είναι αύτη, διότι αι δυο πρώται υπανδρευθησόμεναι υπ' εμού θέλω να λάβουν την προίκαν τους και ως κληρονομικόν μερίδιον περιοριζόμεναι εις αυτήν.".
Ο διαθέτης πάντρεψε, όσο ζούσε, και τις τρεις κόρες του, τη δε εφεσίβλητη τελευταία. Επομένως, η εφεσίβλητη-ενάγουσα εγκαταστάθηκε ως καθολική κληρονόμος του επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, με βάση το περιεχόμενο της διαθήκης, το οποίο δεν αφήνει ασάφεια ή κενό περί τούτου. Η ερμηνεία που δίνουν οι εκκαλούντες, ότι η εφεσίβλητη, επειδή παντρεύτηκε όσο ζούσε ο διαθέτης πατέρας της, δεν κατέστη καθολική κληρονόμος του διότι ο τελευταίος εννοούσε ότι καλείται η τρίτη θυγατέρα του ως κληρονόμος μόνο αν δεν παντρευόταν όσο ζούσε, δεν βρίσκει έρεισμα στις σαφείς διατάξεις της διαθήκης, στην οποία γίνεται ρητά και ευθέως λόγος για την καθολική κληρονόμο του διαθέτη και στην περίπτωση που πάντρευε και τις τρεις κόρες του, προκύπτοντας εναργώς ότι ο διαθέτης επιθυμούσε σαφώς, μετά το θάνατο του να λάβουν την υπόλοιπη περιουσία του (πέραν βεβαίως του αγρού που άφηνε στο γιο του και θα γίνει ειδικότερα λόγος παρακάτω) οι τρεις κόρες του, ως κληρονομικό τους μερίδιο, σε ίσα μερίδια εάν και εφόσον δεν ζούσε να τις αποκαταστήσει ο ίδιος δια γάμου, εάν όμως ζούσε και πάντρευε και τις τρεις κόρες του, όπως και έγινε ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη αποδέχθηκε δυνάμει της νόμιμης μεταγεγραμμένης υπ' αριθμ. ... αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αργούς Αλέξανδρου Αλωνιστιώτη, τα 7,5 στρέμματα του επίδικου δενδροπεριβολιού (ήτοι περίπου τα 2/3 εξ αδιαιρέτου κυριότητας που υπολάμβανε ότι ανήκαν μόνο στο διαθέτη πατέρα της) και το έτος 1968 αγόρασε δυνάμει του προαναφερθέντος πωλητήριου συμβολαίου ...
του συμβολαιογράφου 'Αργους Γεωργίου Υψηλάντη, το 1/3 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας επ' αυτού από τη μητέρα της Ε. Φ., στην οποία είχε μεταβιβαστεί με την απόλυτα άκυρη σύμβαση ανταλλαγής προικώου, δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου αντικαταστατικού προικώου συμβολαίου ... του συμβολαιογράφου 'Αργους Γεωργίου Μέντζα, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, κατείχε και νεμόταν με καλή πίστη ο πατέρας της εφεσίβλητης, χωρίς να απωλέσει την κυριότητα του μέχρι το χρόνο του θανάτου του.
Η εφεσίβλητη ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής σε ολόκληρο το επίδικο, με διάνοια κυρίας, οπωσδήποτε από τα τέλη του έτους 1966, συνεχώς και αδιαλείπτως για τριάντα και πλέον έτη, επιτηρώντας, φροντίζοντας, καλλιεργώντας, εκμεταλλευόμενη το περιβόλι και συντηρώντας την οικία πάντοτε με δικά της έξοδα. Μάλιστα, συμπεριφερόμενη ως απόλυτη κυρία, το 1968 με δικές της ενέργειες και δαπάνες φρόντισε και έγινε η ηλεκτροδότηση της οικίας από τη ΔΕΗ στο δικό της όνομα.
Από τις διακατοχικές αυτές πράξεις συνάγεται η άσκηση της φυσικής εξουσίας της επί του επιδίκου, με τη θέληση της να το εξουσιάζει ως αληθινή και απόλυτη κυρία, τις δε πράξεις νομής της καλλιέργειας και συγκομιδής των καρπών τις διενεργούσε είτε η ίδια αυτοπροσώπως είτε με εργάτες. Τη νομή του επιδίκου άσκησε σε αδιάσπαστη χρονική συνέχεια, χωρίς ποτέ να συναντήσει αντίρρηση ή να διακοπεί αυτή.
Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη εκκαλούσα εγκατέλειψε εκουσίως την επίσπευση της προαναφερόμενης από 24.11.1965 αγωγής της και ουδέποτε επανέφερε αυτήν προς συζήτηση μετά την έκδοση της ανωτέρω προδικαστικής απόφασης 647/27.10.1966. Μάλιστα, μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής απόφασης, ήτοι κατά τα τέλη του 1966, η δεύτερη εκκαλούσα, όπως συνομολογεί και η ίδια με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (τέλος σελ. 34), έλαβε από την εφεσίβλητη το ποσό των 200.000 δραχμών, σημαντικό ποσό, αναμφισβήτητα, για την εποχή, το οποίο καταβλήθηκε, κατά μεν τη δεύτερη εκκαλούσα, έναντι εισοδημάτων από το επίδικο, κατά δε την εφεσίβλητη, λόγω της άτυπης μεταβίβασης προς αυτήν από τη δεύτερη εκκαλούσα, του διεκδικούμενου από την τελευταία, με την προαναφερόμενη αγωγή της, ανωτέρω μεριδίου της στο επίδικο ακίνητο ως νόμιμη μεριδιούχος, οπότε αποξενώθηκε έκτοτε εκουσίως της σύννομης και συγκυριότητας της κατά το ως άνω αναφερόμενο ποσοστό (3/32).
Ενόψει τούτων, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει, ότι όπως και πριν από την έγερση της αγωγής η δεύτερη εκκαλούσα δεν είχε ασκήσει πράξεις νομής στο επίδικο, επέλεξε και μετά την έκδοση της ανωτέρω προδικαστικής αποφάσεως να αποξενωθεί πλέον εκουσίως της νομής κατά το ως άνω ποσοστό επί του επιδίκου, απεκδυθείσας έκτοτε κάθε δικαιώματος της επ' αυτού, εκδηλωθείσας της βούλησης της αυτής με την οριστική εγκατάλειψη της αγωγής της και την είσπραξη του ανωτέρω σημαντικού ποσού.
Η εφεσίβλητη συνέχισε να έχει τη νομή του ακινήτου αδιατάρακτα επί σειρά ετών, έχοντας καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από ετών και συγκεκριμένα από το τέλος του έτους 1986 (1966-1986). Επομένως, η εφεσίβλητη-ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αρχίζοντας κατά το τέλος του έτους 1966 τη νομή επί του επιδίκου (δηλαδή μετά την κατά τα προαναφερθέντα εκούσια αποξένωση της δεύτερης εκκαλούσας από τη συννομή της) ως αποκλειστική νομέας, χωρίς να αναγνωρίζει άλλον ως συννομέα, συγκύριο ή συνδικαιούχο του επιδίκου, ώστε να απαιτείται γνωστοποίηση από μέρους της προς τη δεύτερη εκκαλούσα, της απόφασης της να νέμεται ολόκληρο το ακίνητο αποκλειστικά στο όνομα της.
Άλλωστε, τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται και επί της κατά τα ανωτέρω εκούσιας αποξενώσεως. Η δεύτερη εκκαλούσα, δηλαδή (εκείνη) κατά της οποίας προβάλλεται η κτητική παραγραφή, ουδέποτε, μετά την, κατά τα προαναφερθέντα, εκούσια αποξένωση της, κατέστη συννομέας του επιδίκου, ούτε το δικαίωμα της ως συγκληρονόμου υπήρξε αναγνωρισμένο από τη νομέα αυτού εφεσίβλητη, οπότε, τότε, η τελευταία θα λογιζόταν νεμόμενη στο όνομα της, όπως ορθώς έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς να στηρίζει την κρίση της αυτή σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεση τους, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δεύτερη τούτων είναι η αληθινή και αποκλειστική εκ διαθήκης κληρονόμος του επίδικου ακινήτου, μετά το θάνατο του πατέρα της και ότι, ως εκ τούτου, μεταβιβάστηκε σ' αυτήν η νομή που ασκούσε ο κληρονομούμενος διαθέτης παππούς της, έστω και εν αγνοία της διαθήκης ή του αληθούς περιεχομένου της.
Συνακόλουθα, δεν έσφαλε η εκκαλουμένη, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την κρινόμενη έφεση, που δεν δέχθηκε την αναδρομικότητα της διορθωτικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς ... της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ισιδώρας Βαρελά και έτσι, δεν δέχθηκε ότι τα αποτελέσματα αυτής ανάγονται στο έτος 1965, που αποδέχθηκε η δεύτερη εκκαλούσα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, κατά τα προαναφερθέντα, την κληρονομιά του παππού της κατά τα 6/32 εξ αδιαιρέτου.
Η προεκτεθείσα πραγματική κατάσταση της άσκησης νομής από την εφεσίβλητη επί του επιδίκου, διατηρήθηκε μέχρι, το έτος 2004, όταν η δεύτερη εκκαλούσα με το ανωτέρω νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αρ. ... συμβόλαιο της πιο πάνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω πώλησης το επίδικο στον ομόδικο της πρώτο εκκαλούντα, οπότε για πρώτη φορά οι εκκαλούντες αμφισβήτησαν την κυριότητα της αντιδίκου τους σ' αυτό.
Για τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη νομή του επιδίκου από την εφεσίβλητη κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και ότι αυτή διενεργούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου διακατοχικές πράξεις, σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης αλλά και ανταπόδειξης, οι οποίες (καταθέσεις) συμπίπτουν απόλυτα στο ότι ανέκαθεν πράξεις νομής επί του επιδίκου ασκούσε η εφεσίβλητη.
Άλλωστε, οι μαρτυρικές αυτές καταθέσεις ενισχύονται και από σειρά εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εφεσίβλητη: παραστατικά παράδοσης της κατ' έτος παραγωγής των καρπών (πορτοκαλιών) του επίδικου περιβολιού από την ίδια (εφεσίβλητη) στον Αγροτικό Συνεταιρισμό ... , προκειμένου μέσω αυτού να τα διοχετεύσει στην αγορά προς χυμοποίηση, καθώς και παραστατικά της είσπραξης του τιμήματος, η υπ' αρ.
πρωτ. 8/2005/3.6.2005 βεβαίωση του ιδίου αυτού Συνεταιρισμού ότι η εφεσίβλητη από της ιδρύσεως του, το έτος 1982, είναι μέλος αυτού, ως κάτοχος 13 στρεμμάτων με εσπεριδοειδή (πορτοκαλιές), παραδίδοντας ανελλιπώς κάθε περίοδο την παραγωγή της, η υπ' αρ. πρωτ. 264/3.6.2005 βεβαίωση ηλεκτροδότησης από τη ΔΕΗ, περιοχής Ναυπλίου, της εντός του επιδίκου οικίας, από το έτος 1965, στο όνομα της εφεσίβλητης, η υπ' αρ.
πρωτ. 295/6.6.2005 βεβαίωση του ΤΟΕΒ ... Άργους ότι η τελευταία τυγχάνει μέλος του Οργανισμού αυτού και δεν οφείλει σ' αυτόν για τη χρήση ύδατος προς άρδευση του επιδίκου, καθώς και την από 30.1.2004 Δήλωση ζημίας από παγετό, προκειμένου να εισπράξει η εφεσίβλητη την αποζημίωση από τον ΕΛΓΑ για τις ζημίες που υπέστη το φυτικό κεφάλαιο (δένδρα) από τον παγετό.
Οι εκκαλούντες, προς αποδυνάμωση του αγωγικού ισχυρισμού περί της ασκήσεως πράξεων νομής από την εφεσίβλητη, για λογαριασμό της, επί του επιδίκου για ολόκληρο το ως άνω απαιτούμενο προς έκτακτη χρησικτησία διάστημα, διατείνονται ότι η δεύτερη από αυτούς (εκκαλούντες) το έτος 1997 δήλωσε το επίδικο στη ΔΟΥ και ότι εισέπραττε ανελλιπώς από την εφεσίβλητη, μέσω του γιου της, πρώτου εκκαλούντος, διάφορα ποσά για τα δικαιώματα της στο επίδικο, καθώς και ότι εισέπραξε για τα έτη 1984 και 1985 τα ποσά των 200.000 δραχμών και 120.000 δραχμών, αντίστοιχα, προσκομίζοντας προς τούτο μετ' επικλήσεως αντίστοιχες ισόποσες πρόχειρες - χειρόγραφες αποδείξεις της δεύτερης εκκαλούσας.
Βέβαια, οι αποδείξεις αυτές, όπως ορθώς έκρινε και η εκκαλουμένη, στερούνται αποδεικτικής βαρύτητας, καθώς φέρεται μεν ότι συντάχθηκαν από τη δεύτερη εκκαλούσα, όμως δεν προκύπτει ο χρόνος, ούτε φέρουν την υπογραφή της εφεσίβλητης, η δε μάρτυρας που εξετάστηκε πρωτοδίκως με επιμέλεια των εκκαλούντων-εναγομένων και η οποία τυγχάνει σύζυγος του πρώτου τούτων, κατέθεσε πως δεν τις έχει υπόψη της.
Εξάλλου, η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ουδόλως αναιρείται από την ασαφή και ατεκμηρίωτη κατάθεση της ιδίας αυτής μάρτυρα ανταπόδειξης, η οποία, αν και σύζυγος του πρώτου εκκαλούντος, βεβαίωσε την άσκηση πράξεων νομής από την εφεσίβλητη επί σαράντα χρόνια και, αντίστοιχα, την ανυπαρξία πράξεων νομής της δεύτερης εκκαλούσας στο επίδικο, κάνοντας, παράλληλα, λόγο, αόριστα και αδιευκρίνιστα, για καταβολή ποσών από την εφεσίβλητη σ' αυτήν από το έτος 1985 για δικαιώματα της στο επίδικο, ενώ κατέθεσε και ότι όχι μόνο κάποια δικαιώματα, αλλά όλος ο επίδικος αγρός πρέπει να ανήκει στη δεύτερη εκκαλούσα, χωρίς, επομένως, να είναι σε θέση να εισφέρει ασφαλή και αξιόπιστη γνώση στο Δικαστήριο για την ύπαρξη, την άσκηση, το είδος και την έκταση του προβαλλόμενου από τους εκκαλούντες, δικαιώματος της δεύτερης τούτων στο επίδικο.
Τέλος, αναφορικά με τη δήλωση του επιδίκου στην εφορία, τούτο ανάγεται σε χρόνο, που κατά τα προεκτεθέντα, η εφεσίβλητη είχε ήδη καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της εφεσίβλητης ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε απορρίψει την ανταγωγή του πρώτου εναγομένου εκκαλούντος περί αποκλειστικής κυριότητας του επί του επιδίκου ακινήτου ως κατ' ουσίαν αβάσιμης κατέληξε στην απόρριψη της από 2-7-2009 έφεσης των εναγομένων κατά της υπ' αρ. 311/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Ναυπλίου ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ως άνω αναφερόμενους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την κτήση της κυριότητας από την αναιρεσίβλητη επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με την παραδοχή ότι αυτή ενεργούσε πράξεις νομής σε ολόκληρο το επίδικο με διάνοια κυρίου, το οποίο είχε καταστήσει γνωστό σε όλους τους συγκληρονόμους του Κ.
Φ. και ειδικότερα στη δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα, η οποία από το έτος 1966 είχε εκουσίως αποξενωθεί από την άσκηση της νομής επί του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς δεν απαιτείτο γνωστοποίηση από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη της βούλησης της για άσκηση της νομής σε ολόκληρο το ακίνητο με διάνοια αποκλειστικής κυρίας αυτού, η τελευταία δε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με τοιαύτη διάνοια κυρίας οπωσδήποτε από τα τέλη του έτους 1966 και εντεύθεν μέχρι το έτος 2004 συνεχώς και αδιαλείπτως για τριάντα και πλέον έτη, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 18η σελίδα αυτής), χωρίς να δεχθεί κάτι διαφορετικό από τον αγωγικό ισχυρισμό της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης που υποστήριξε ότι άρχισε να χρησιδεσπόζει από το έτος 1957 μερικώς και από το έτος 1968 ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των 12 στρεμμάτων, με την επισήμανση ότι στο χρονικό διάστημα από το έτος 1966 έως το έτος 1996 και πλέον που δέχθηκε το Εφετείο ότι χρησιδέποσε αυτή το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό της, περιλαμβάνεται και η εικοσαετία 1968-1988 που απαιτείται κατά το νόμο για την κτήση της κυριότητας πράγματος με έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 974 και 1045 ΑΚ).
Επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (προαναφερομένων διατάξεων του ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία) που το Εφετείο εφάρμοσε και συνεπώς η εν λόγω απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι, από τους αρ. 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος υπό στοιχ. γ, τέταρτος, από τον αρ. 8α του κυρίως δικογράφου αναίρεσης ως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος (κατά το οικείο μέρος του) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανταγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη απέκτησε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου (έκτασης 12.000 τετ.
μέτρων) με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Με τον πέμπτο (υπό το γράμμα γ) κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησης και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά παράβαση (μη εφαρμογή) του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ ως προς την αληθινή θέληση του Κ.
Φ. στην υπ' αρ. ... δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου 'Αργους Αλέξανδρου Αλωνιστιώτη, σε ποίο διέθεσε το επίδικο ακίνητο, που είναι άλλο από το κληρονομιαίο ακίνητο των 12.000 τετρ. μέτρων στην ίδια περιοχή και που αυτό τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι το πρόσωπό της, ενώ κατά τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες ο ως άνω κληρονομούμενος άφησε τον επίδικο αγρό (των 12.000 τετρ.
μέτρων) στο γιο του Β. Φ. , πατέρα της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, όπως αυτό θα προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς τους, προσφεύγοντας το Εφετείο για τη διαπίστωση της πραγματικής βούλησης του ως άνω διαθέτη λόγω ασάφειας της στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ. Ο λόγος όμως αυτός της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην επάλληλη, πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα προεκτιθέμενα, που αποτέλεσε θεμελιώδη αγωγικό ισχυρισμό, όπως αυτό προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής, τον οποίο ερεύνησε κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ το Εφετείο και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο.
Κατ' ακολουθίαν οι από τους αριθμ. 1,8 και 19 του άρθρου 559 τρίτος, υπό τα στοιχεία β κύριος λόγος αναίρεσης ως και οι πρώτος, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του και τρίτος πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέοι. Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε, το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρέσει τη σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο υπό στοιχ. β λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της δημόσιας διαθήκης του Κ. Φ. (υπ' αρ. ... του συμβολαιογράφου 'Αργους Αλέξανδρου Αλωνιστιώτη) και ειδικότερα ως προς τη θέληση του διαθέτη ως προς την εγκατάσταση ως καθολικής κληρονόμου του στην περιουσία του της τελευταίας θυγατέρας του που θα είχε μείνει άγαμη και ότι αυτή ήταν η ενάγουσα - εφεσίβλητη, περιορίζοντας τις άλλες δύο στην προίκα που θα λάβουν.
Ο λόγος αυτός όμως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, κατά τα προεκτεθέντα, καθόσον με αυτόν πλήττεται η απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η βάση της αγωγής για κτήση της κυριότητας από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και δεν ασκεί κάποια επίδραση ως προς την παραδοχή της ετέρας βάσης της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα προεκτιθέμενα.
Εξάλλου απορριπτέοι για τους ίδιους λόγους είναι οι πρώτος και ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως από τους αριθμ. 11 γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη και παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου 'Αργους Γεωργίου Κορδοπάτη και ειδικότερα ως προς το ποία είναι η θέση και η έκταση των αναφερομένων σ' αυτό ακινήτων, αφού αυτό ουδεμία επίδραση ασκεί ως προς την παραδοχή της βάσης της ένδικης αγωγής για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία.
Και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο λόγος αυτός περί μη λήψεως υπόψη του ιδίου εγγράφου του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραμορφώθηκε είναι απορριπτέος λόγω της αντιφατικότητάς του.
Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αρ. 11 γ και αρ. 20 ΚΠολΔ ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος (κύριος ή πρόσθετος) λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2012 αίτηση των: 1) Κ. Γ. Σ. και 2) Β. χήρας Δ. Γ. , το γένος Β. Φ. , και τους από 28-11-2013 πρόσθετους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 241/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέβαλαν οι ως άνω αναιρεσείοντες για την άσκηση της παραπάνω αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ