2152/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2152/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2152 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2152/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριου Πεπόνη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 36/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Ζ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ..../25-6-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η από 25-6-2018 αίτηση - δήλωση 9αρ.πρ..../2018) του Ν. Κ. του Π., για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 36/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα για έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικό και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία),ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (Ολ.ΑΠ 9/2005).
Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Η του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 121/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 36/2018 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Καβάλας δέχθηκε, ως τυπικά παραδεκτή, την έφεση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καβάλας κατά της αθωωτικής αποφάσεως 1319/2017 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, στη συνέχεια δε, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία.
Στην έκθεση αυτή, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής, διότι εσφαλμένα εκτιμήθηκαν τα τεθέντα υπό την κρίση του δικαστηρίου αυτού πραγματικά περιστατικά και λανθασμένη υπήρξε η νομική αξιολόγησή τους.
Ειδικότερα , κατά την ακροαματική διαδικασία αποδείχτηκε ότι ο Ι. Π., υπέστη περιγεννητική ασφυξία κατά την διάρκεια του τοκετού λόγω της καθυστέρησης του κατηγορουμένου να ενεργήσει άμεσα καισαρική τομή . Όπως αποδείχτηκε, παρόλο που το βρέφος είχε σφηνώσει ήδη από τις 18:00 στο γενετικό σωλήνα - αφού αποδεδειγμένα οι εξωθήσεις είχαν αρχίσει από τις 17:00- ο κατηγορούμενος λόγω της επείγουσας κατάστασης θα έπρεπε ως όφειλε στα επόμενα 10 λεπτά να διενεργήσει καισαρική τομή, όπως θα έκανε ο κάθε επιμελής μαιευτήρας ενεργώντας lege artis.
Παρά ταύτα δεν έπραξε τούτο με αποτέλεσμα ο ανήλικος Ι. Π. να υποστεί υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια, με αποτέλεσμα τη μη αναστρέψιμη και μόνιμη εγκεφαλική του βλάβη, η οποία είχε ως συνέπεια να εμφανίσει κινητικά προβλήματα που τον κατέστησαν ανάπηρο κατά 90%. Ο κατηγορούμενος στις από 25-02-2015 ανωμοτί εξηγήσεις του υποστηρίζει ότι η υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια που υπέστη ο Ι.
Π. έλαβε χώρα σε χρόνο μετά τον τοκετό, αφήνοντας εμμέσως αιχμές σε βάρος του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας, στο οποίο μεταφέρθηκε ο Ι. Π.. Την ίδια θέση, ότι δηλαδή η υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια έλαβε χώρα μετά τον τοκετό υποστηρίχτηκε και από τον ορισθέντα από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Σ. Α.
στην από 18-04-2017 ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Παρά ταύτα κατά τη δεύτερη συνεδρίαση της 19ης-06-2017 παρατηρείται αλλαγή της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορουμένου. Πιο συγκεκριμένα τόσο ο ίδιος κατά την απολογία του, όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης, κύριος Π. και ο κύριος Κ., υποστήριξαν ότι η υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της κύησης και ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθεί από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρακολουθούσε την Ε.
Ζ. και τους εννέα μήνες αυτής. Ειδικότερα ο μάρτυρας υπεράσπισης κύριος Π. υποστήριξε ότι η προαναφερθείσα επιπλοκή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της κύησης και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται σε λοίμωξη της μητέρας η οποία δεν είχε διαγνωσθεί. Το γεγονός ότι η υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του τοκετού αποδεικνύεται από τα εξής:
Κατά την ιατρική βιβλιογραφία όταν λαμβάνει χώρα κακή οξυγόνωση του εμβρύου κατά την ενδομήτρια ζωή, οι ενδείξεις που εντοπίζονται είναι οι εξής : 1) η υπολειπόμενη ανάπτυξη του εμβρύου, 2) ανησυχητικές ενδείξεις στο καρδιοτοκογράφημα ηρεμίας (παρακολούθηση του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού πριν τον τοκετό και 3) η υποκινητικότητα του εμβρύου η οποία γίνεται εύκολα αντιληπτή από την εγκυμονούσα (βλ και κατάθεση Δ.
Γ. στην κατ'αναπαράσταση εξέταση με τον Ν. Π. και άρθρο Σ. Ε. "Διάγνωση της υποξίας κατά τη διάρκεια του τοκετού βασιζόμενη στην ανάλυση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού και της παλμικής οξυμετρίας, εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του τοκετού, Αθήνα 2007- έχει συσχετισθεί στην παρούσα ποινική δικογραφία). Στην περίπτωση μας κατά την παρακολούθηση της κύησης της Ε.
Ζ. από τον κατηγορούμενο δεν καταγράφηκε οποιαδήποτε τέτοια ένδειξη. Εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου πραγματοποιήθηκαν κατά στις εξής ημερομηνίες: 26-04-2012, 19-06-2012, 06-07-2012, 31-07-2012, 23-08-2012, 17-10-2012, 14-11-2012 και 03-12-2012. Σε αυτές δεν καταγράφηκε οποιοδήποτε ανησυχητικό εύρημα για το έμβρυο. Μάλιστα πραγματοποιήθηκε και Doppler της ομφαλίδας, κατά το οποίο ελέγχεται η ροή του αίματος από τα αγγεία της μητέρας προς τον πλακούντα και από τον πλακούντα προς το έμβρυο και κατ επέκταση ελέγχεται η οξυγόνωση του εμβρύου.
Σημειώνεται ότι και σε αυτή την εξέταση δεν καταγράφηκε από τον κατηγορούμενο κάτι ανησυχητικό (η εν λόγω εξέταση έγινε στις 19-06-2012, σης 06-07-2012, στις 31-07-2012, στις 17-10-2012, στις 14-11-2012, στις 03-12-2012). Το γεγονός ότι η υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια έλαβε χώρα κατά τον τοκετό αποδεικνύεται από την καρτέλα ασθενούς την οποία συμπλήρωσε ο παιδίατρος κ.
Κ., , από τα ευρήματα του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου και του Γενικού Νοσοκομείου Καβάλας. Από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι το παιδί γεννήθηκε με ήδη εγκατεστημένα συμπτώματα, τα οποία βελτιώθηκαν στην συνέχεια και όχι το ανάποδο. Έτσι σύμφωνα με την καρτέλα ασθενούς που συμπλήρωσε ο παιδίατρος Κ. (εις εκ των μαρτύρων υπεράσπισης) και ευρίσκεται στην δικογραφία :
Το έμβρυο γεννήθηκε α) με apgar score 2 στο 1° λεπτό, β) απνοϊκό, γ) υποτονικό με σφύξεις κάτω από 100, δηλαδή με βραδυκαρδία. To apgar score στη συνέχεια βελτιώθηκε, όπως και οι υπόλοιποι δείκτες. Οι ενδείξεις αυτές σημαίνουν ότι το παιδί γεννήθηκε σχεδόν νεκρό, με παθολογική βραδυκαρδία, και άπνοια (απουσία αναπνοής), αφού χρειάσθηκε ανάνηψη (όπως αναφέρει ο κ.
Α.). Ανάνηψη απαιτείται μόνον σε αυτές τις περιπτώσεις που το παιδί γεννιέται σε μία τέτοια ακραία κατάσταση, σχεδόν νεκρό. Δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, όπως αποδεικνύεται και με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης να συμβαίνει αυτό που λέει ο κ. Α., ότι δηλαδή ενώ έχει γεννηθεί ένα νεογνό με παθολογική βραδυκαρδία, δεν κλαίει, και απαιτείται να γίνει σε αυτό ανάνηψη να βελτιώνεται το apgar score του.
Συνεπώς το συμπέρασμα του κυρίου Α. ότι η περιγεννητική ασφυξία έλαβε χώρα μετά τον τοκετό δε συμβαδίζει με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Αν όμως το νεογνό είχε υποστεί περιγεννητική ασφυξία μετά τον τοκετό όπως υποστηρίζει ο πραγματογνώμων Α., ο κατηγορούμενος στο υπόμνημά του και η υπεράσπιση μέχρι τις 19-06-2017, οι δείκτες του apgar score δεν θα βελτιώνονταν αλλά θα ακολουθούσαν φθίνουσα πορεία. Επίσης το παιδί δε θα γεννιόταν απνοϊκό, αλλά θα γεννιόταν με κανονική αναπνοή και κατόπιν θα υπήρχε αναπνευστική δυσχέρεια. Επίσης στις αιματολογικές εξετάσεις του παιδιού, δεν θα αναγνωριζόταν μεταβολική οξέωση, όπως διαπιστώθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά αναπνευστική οξέωση με άνοδο του διοξειδίου του άνθρακα, κάτι το οποίο δεν έλαβε χώρα στην συγκεκριμένη περίπτωση . Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η περιγεννετική ασφυξία να έγινε μετά τον τοκετό.
Σε ότι αφορά το αποδεικτικό υλικό από το οποίο προκύπτει ότι η περιγεννητική ασφυξία δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της κύησης σημειώνονται επιπρόσθετα τα εξής: Καταρχήν κανένας από τους δύο πραγματογνώμονες που το δικαστήριο διόρισε δεν ομιλούν για περιγεννητική ασφυξία κατά τη διάρκεια της κύησης, ούτε και οι ιατροί του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, οι οποίοι ως ειδήμονες νεογνολόγοι μπορούσαν, εάν υφίστατο, με βάση τους δείκτες να το διαγνώσουν.
Ο κ. Α. λέει ότι συνέβη μετά τον τοκετό, και η κ. Λ. κατά τον τοκετό. Αναφέρθηκε από τον μάρτυρα υπεράσπισης κ. Π. ότι εάν το έμβρυο είχε υποστεί υποξία κατά την κύηση, αυτό δεν θα μπορούσε να διαγνωσθεί. Μόνο που η κατά την κύηση χρόνια ή οξεία υποξία έχει συγκεκριμένα συμπτώματα, σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία, τα οποία ακόμη και με υπέρηχο διαπιστώνονται, διαπιστώνονται όμως και από την ίδια την μητέρα, όπως κατέθεσε και ο κ.
Γ.. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω τέτοιοι δείκτες διάγνωσής της όπως κατέθεσε και ο κ. Γ. είναι : α. η ελλιπής ενδομήτρια ανάπτυξη, β. πολυοργανική λειτουργική διαταραχή, γ. πρόωρος τοκετός, δ. ακόμη και θάνατος . Το έμβρυο δε , στην υπό κρίση περίπτωση και αν δεν πέθαινε, κατά την γέννησή του θα είχε σωρευτικά συγγενείς καρδιοπάθειες, παθήσεις της ακοής και των ματιών, διαταραχές αναπνευστικής ωρίμανσης: (βλ το άρθρο με τίτλο "Causes and Mechanisms of Inauterine Hypoxia and Its Impact on the Fetal Cardiovascular System:
A Review" της "International Journal of Pediatrics", και συγκεκριμένα στην εισαγωγή του ανωτέρω άρθρου, όπου ρητά αναφέρεται πως η περίπτωση της χρόνιας ή οξείας υποξίας κατά την διάρκεια του τοκετού οδηγεί σε περιορισμό της ενδομήτριας ανάπτυξης, σε ασφυξία, σε πολυοργανική ανεπάρκεια, σε πρόωρο τοκετό και σε περιγεννητικό θάνατο, κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέβη και άρθρο Σ.
Ε. "Διάγνωση της υποξίας κατά τη διάρκεια του τοκετού βασιζόμενη στην ανάλυση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού και της παλμικής οξυμετρίας, εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια του τοκετού, Αθήνα 2007- έχει συσχετισθεί στην παρούσα ποινική δικογραφία). ε. Επίσης αν η περιγεννητική ασφυξία λάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια της κύησης δεν θα είχε κινητικότητα το έμβρυο μέσα στον αμνιακό σάκο.
τέτοια που να γινόταν αντιληπτή από την μητέρα, με λίγα λόγια δεν θα "κλωτσούσε", πράγμα το οποίο και θα φαινόταν στο υπερηχογράφημα (η μειωμένη κινητικότητα) και η μητέρα θα το καταλάβαινε και θα το έθετε υπόψιν του γιατρού της. Όπως όμως κατέθεσε και η κ. Ζ., το μωρό το ένιωθε να κινείται κανονικά μέχρι και την ημέρα του τοκετού, ο δε κατηγορούμενος ομολογεί ότι ουδέν πρόβλημα υφίστατο στην εγκυμοσύνη της κ.Ζ.
και κανένα από τα παραπάνω ευρήματα δεν υφίστατο ως δε προκύπτει και από τον υπέρηχο β' επιπέδου που υπάρχει στη δικογραφία. Ο δε κατηγορούμενος σε ελέγχους που διενέργησε δεν αναγνώρισε καμία παθολογική κινητικότητα, αλλά ούτε και κάποια ανωμαλία στην διάπλαση του.
Επιπλέον, εάν το νεογνό είχε υποστεί περιγεννητική ασφυξία κατά την κύηση, κατά την γέννηση του, οι δείκτες του όπως το apgar score θα ήταν μέτριο έως φυσιολογικό όπως και κυριότερα το ph θα ήταν φυσιολογικό, και δεν θα είχε ούτε οξεία βραδυκαρδία, ούτε μεταβολική οξέωση, ούτε θα είχε apgar score 2 στο 1° λεπτό , ούτε θα γεννιόταν απνοϊκό, σύμφωνα και με τη διεθνή βιβλιογραφία όπως συνέβη στον μικρό Ι. αλλά οι δείκτες αυτοί θα ήταν φυσιολογικοί.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο παθών Ι. Π. είχε τις εξής ενδείξεις α) οξεία βραδυκαρδία - είχε κάτω από 100 παλμούς - ως ανέγραψε ο μάρτυρας του κατηγορουμένου παιδίατρος, όταν ένα νεογνό πρέπει να έχει παλμούς πάνω από 120, β) είχε οξεία πτώση και χαμηλό ρΗ, μόλις 7,01, ήτοι είχε υποστεί μεταβολική οξέωση, γ) είχε apgar score 2 στο 1° λεπτό, δ) υποτονία, σπασμοί, κώμα, ε) λειτουργική ανεπάρκεια οργάνων.
Από όλα αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι η υποξαιμία - ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του τοκετού και ειδικότερα είναι αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορούμενου με ενέργειες που έλαβαν χώρα κατά το δεύτερο στάδιο του τοκετού, ήτοι κατά το στάδιο των εξωθήσεων. Πιο συγκεκριμένα η Ε.
Ζ., η οποία έπασχε από άσθμα (γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος όπως αποδεικνύεται από τις 25-02-2015 ανωμοτί εξηγήσεις του), κατά τη διάρκεια των εξωθήσεων έπαθε κρίση δύσπνοιας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τόσο την κακή οξυγόνωση αυτής, όσο και του εμβρύου. Δεδομένου ότι η Ε. Ζ. είχε εξαντληθεί κατά τη διάρκεια των εξωθήσεων και δεν κατάφερε να πετύχει την έξοδο του εμβρύου, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να υποβοήθήσει αυτή με συκιουλκία (στην καθομιλουμένη βεντούζα).
Οι προσπάθειες του όμως απέβησαν άκαρπες και αντί να επιχειρήσει άμεσα επείγουσα καισαρική τομή ανέμενε περίπου μία ώρα έτερο γυναικολόγου προκειμένου να τον συνδράμει. Η παρατεταμένη παραμονή του εμβρύου στο ενδομήτριο περιβάλλον με μη επαρκή οξυγόνωση είχε ως αποτέλεσμα τις προπεριγραφείσες συνέπειες, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος και δη ενός εμβρύου σε συνθήκες υποξίας αντέχει μόνον τέσσερα λεπτά.
Για τον λόγο αυτό και με βάση τα ευρήματα αυτά, οι ειδικοί ιατροί της νεογνολογικής κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου αναφέρουν ότι το παιδί υπέστη περιγεννητικό stress, ήτοι κατά τον τοκετό και εξ αυτού υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια. Αυτά τα ευρήματα εκτίμησε η κ. Λ. η ορισθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνώμων και αυτά είναι τα ευρήματα σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία, όπως τα αναφέρει η Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία και το Αμερικάνικο Κολλέγιο Μαιευτήρων -Γυναικολόγων, τα οποία αναφέρει και η κ.
Λ. στην από 24-04-2017 ιατρική της πραγματογνωμοσύνη που αποδεικνύουν ότι ο παθών υπέστη περιγεννητική ασφυξία κατά τον τοκετό.
Σε ότι αφορά το ζήτημα της επιχείρησης άμεσης καισαρικής τομής πρέπει να σημειωθεί ότι οι καισαρικές τομές διακρίνονται σε προγραμματισμένες και σε επείγουσες, δηλαδή σ' αυτές που μια επίτοκος έχει προγραμματίσει να υποβληθεί και αυτές κατά τις οποίες ένας φυσιολογικός τοκετός δεν εξελίσσεται ομαλά και θα πρέπει να υπάρξει άμεσα καισαρική τομή, προκειμένου να μην υπάρξει πρόβλημα στην μητέρα και στο νεογνό. Αυτή ήταν αρχικά και η απάντηση του κ. Π. μάρτυρα υπεράσπισης. Κατόπιν όμως ως μάρτυρας υπεράσπισης είπε ότι η συγκεκριμένη καισαρική τομή παρότι δεν ήταν προγραμματισμένη και πρόεκυψε άμεσα από την μη εξέλιξη του τοκετού, δεν ήταν επείγουσα χωρίς βεβαίως να εξηγήσει πειστικά για ποιόν λόγο δεν θεωρείται επείγουσα, αφού ακόμη κι από αυτά που ανέφερε ο ίδιος αλλά και οι λοιποί μάρτυρες υπεράσπισης, προκύπτει ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή επρόκειτο για επείγουσα καισαρική τομή, καθώς:
α. Οι μάρτυρες υπεράσπισης ρωτήθηκαν από το Δικαστήριο εάν η καισαρική τομή δεν χαρακτηριζόταν επείγουσα για ποιόν λόγο δεν περίμεναν την επίτοκο που ήτο και πρωτότοκος κάποιες ώρες παραπάνω να γεννήσει, από την β' φάση του τοκετού και μετά αλλά αποφασίστηκε να προχωρήσουν σε καισαρική τομή. Η θέση των μαρτύρων υπεράσπισης ήταν αόριστη και απάντησαν όλως στερεότυπα ότι δεν υπήρχε εξέλιξη του τοκετού. Είναι σαφές ότι η καισαρική τομή ήταν επείγουσα αλλά δεν έγινε γρήγορα όπως θα έπρεπε μέσα το πολύ σε 7-10 λεπτά, διότι ο κατηγορούμενος ανεπίτρεπτα περίμενε και άλλον γυναικολόγο για να προβεί σε αυτή. Μάλιστα όπως κατέθεσε κι ο μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου (Π.) η καισαρική τομή μπορεί να γίνει κι από τον γυναικολόγο, ακόμη κι αν είναι μόνος του, ο κατηγορούμενος όμως προφανώς είτε δεν ήξερε είτε δεν ήταν έτοιμος να κάνει καισαρική τομή, περίμενε τον έτερο γυναικολόγο περίπου 1 ώρα, χρόνος πολύτιμος, αφού όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα μετά την γέννηση του παιδιού, αυτό βρισκόταν σφηνωμένο στην γεννετικό σωλήνα- αφού ήδη σύμφωνα μάλιστα και με τον κατηγορούμενο και είχαν γίνει πλείστες προσπάθειες εξωθήσεων και συκιουλκίας.
β. Το γεγονός ότι η καισαρική τομή ήταν επείγουσα αλλά δεν έγινε άμεσα, αποδεικνύεται και αυτό που κατέθεσε ο έτερος γυναικολόγος, Η. Κ., μάρτυρας υπεράσπισης, ο οποίος κατέθεσε ότι ενώ θα πήγαινε ούτως ή άλλως στην κλινική ... και ήταν καθ' οδόν, ειδοποιήθηκε να πάει στην κλινική για να κάνει την καισαρική τομή μαζί με τον κατηγορούμενο.
Αφού όμως η καισαρική τομή δεν ήταν επείγουσα για ποιο λόγο τότε δεν περίμεναν να πάει στην κλινική ο κ. Κ., παρά του τηλεφώνησαν για να έλθει γρήγορα; (Βέβαια κατετέθη από αυτούς ότι τηλεφώνησε στον κ. Κ. ο διευθυντής κ. Π., ενώ όπως κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως η κ. Ζ. και αναφέρεται στην μήνυση τον δεύτερο γυναικολόγο τον ειδοποίησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα του είπε χαρακτηριστικά " άσε ό,τι κάνεις και έλα αμέσως για μια καισαρική τομή") γ.
Το ότι υφίστατο δυστοκία που καθιστούσε επείγουσα την καισαρική τομή, πράγμα το οποίο θα έπρεπε να ξέρει και ήξερε προφανώς ο κατηγορούμενος, προκύπτει κι από δύο άλλα στοιχεία 1) από το γεγονός ότι ο ίδιος ομολογεί στο μειλ που έστειλε στο νεογνολόγο Κ. Σ., όχι για να τον ενημερώσει από μόνος του, όπως υπεστήριξε στο ακροατήριο κατά την απολογία του, αλλά για να δώσει εξηγήσεις για την άθλια κατάσταση στην οποία ήταν το παιδί, είχε χορηγήσει στην επίτοκο οκυτοκίνη ουσία που σύμφωνα με τα εγχειρίδια της μαιευτικής οδηγεί σε δυστοκία και καθιστά σε περίπτωση που δεν εξέρχεται το νεογνό επείγουσα και άμεση την καισαρική τομή 2) είχε γίνει στην επίτοκο επισκληρίδιος αναισθησία 3) από το γεγονός ότι παρότι γινόταν επί πολλή ώρα προσπάθειες εξώθησης και προσπάθειες με την συκία, "το παιδί δεν έβγαινε", όπως κατέθεσε η κα.
Ζ. αλλά και ουσιαστικά εμμέσως ομολογεί ο κατηγορούμενος στο μειλ που έστειλε στον Κ. Σ., όπου αναφέρει ότι ακόμη και μετά την δύσπνοια που παρουσίασε η επίτοκος επέμειναν και για άλλες εξωθήσεις. Μάλιστα η κ. Ζ. κατέθεσε ότι και κατά την καισαρική τομή, όπου έβλεπε ότι γινόταν με δεδομένο ότι δεν είχε ολική αναισθησία πως "τραβούσαν το νεογνό για να βγει", γεγονός που αποδεικνύει έτι περαιτέρω ότι το νεογνό βρισκόταν "σφηνωμένο".
Η καισαρική τομή λοιπόν ήταν σαφώς επείγουσα και έπρεπε να γίνει άμεσα στα επόμενα 10 λεπτά από τις 18:20, αν δεχθούμε τα όσα λέει ο κατηγορούμενος, όταν δηλαδή τότε σταμάτησε η συκιουλκία, και μπορούσε να γίνει στα επόμενα 10 λεπτά με τα εξής δεδομένα) διότι η επίτοκος είχε ήδη επισκληρίδιο αναισθησία και είχε πάρει κι άλλη δόση όπως αναφέρεται, β) θα μεταφέρετο από τις ωδίνες στο χειρουργείο που ήταν δίπλα όπως ομολογήθηκε σε 1 λεπτό γ) Σε 1 λεπτό θα την έβαφαν με Betadine δ) Σε 2 λεπτά θα πλενόταν και θα φορούσαν τα γάντια ε) Και στα επόμενα 5 λεπτά θα γινόταν η καισαρική τομή.
Δεν έγινε όμως. Καθυστέρησε ανεπίτρεπτα. Το παιδί υπέστη υποξία λόγω περιγεννητικού στρες, όπως αναφέρουν και οι Ιατροί του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου και εξ αυτού ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια, οφειλόμενη στην καθυστέρηση της διενέργειας της καισαρικής τομής. Το γεγονός ότι αυτό έγινε κατά την διάρκεια του τοκετού πέραν του ότι αποδεικνύεται από τα ευρήματα του Ιπποκράτειου όπως ήδη έχει ειπωθεί , αποδεικνύεται και από τα αντικειμενικά ευρήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω αμέσως μετά την γέννηση του ήτοι οξεία βραδυκαρδία, χαμηλό ρΗ - δείγμα του ότι είχε υποστεί μεταβολική οξέωση - και apgar score 2 στο 1° λεπτό, άπνοια , έλλειψη μυϊκού τόνου .
Σημειώνεται ότι τόσο από τον κατηγορούμενο όσο και από τους μάρτυρες υπεράσπισης, βασική τους θέση ήταν ότι υπήρχε συνεχής παρακολούθηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού από καρδιοτοκογράφο. Εφόσον λοιπόν οι ενδείξεις των καρδιακών παλμών του εμβρύου ήταν απολύτως φυσιολογικές κατά τους ισχυρισμούς τους δεν υπήρχαν ενδείξεις για τη διενέργεια επείγουσας καισαρικής τομής .
Ωστόσο όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία δε γινόταν παρακολούθηση με καρδιοτοκογράφο (παρακολουθεί τους εμβρυϊκούς καρδιακούς παλμούς σε συνδυασμό με τις συσπάσεις της μήτρας), αλλά από παλμογράφο, το οποίο καταγράφει μόνο τους εμβρυϊκούς καρδιακούς παλμούς.Το αυτό παραδέχτηκαν και ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες υπεράσπισης.
Συνεπώς οι πραγματογνώμονες δεν αναφέρουν τις καταγραφές καρδιοτοκογράφου κατά το διάστημα του τοκετού, αφού καρδιοτοκογράφημα δεν εφαρμόστηκε. Επίσης στις πραγματογνωμοσύνες τους ομιλούν για αναφερόμενους φυσιολογικούς παλμούς και όχι καταγεγραμμένους. Δεν μπορεί συνεπώς ένα παιδί που γεννήθηκε σχεδόν νεκρό, με παθολογική βραδυκαρδία κάτω από 100 παλμούς (όπως κατέθεσε ο παιδίατρος και φαίνεται από την καρτέλα ασθενούς), και χρειάστηκε ανάνηψη, να μην είχε βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια του τοκετού, με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τη διεθνή βιβλιογραφία.
Επίσης, όταν ρωτήθηκαν οι μάρτυρες του κατηγορουμένου για ποιόν λόγο δεν χρησιμοποιήθηκε ο καρδιοτοκογράφος κατέθεσαν ότι χρειάζεται και δεν χρειάζεται καρδιοτοκογράφος, ο δε κατηγορούμενος κατέθεσε ότι δεν χρειάζεται τον καρδιοτοκογράφημα γιατί καταλαβαίνει τις συσπάσεις της μήτρας από τις εκφράσεις του προσώπου της επιτόκου και την κοιλιά της.
Ωστόσο πιο πειστικές κρίνονται οι καταθέσεις των ιατροδικαστών - τεχνικών συμβούλων Γ. - Τ., οι οποίοι ανέφεραν ότι είναι απαραίτητος ο καρδιοτοκογράφος ώστε να συνεκτιμώνται οι καρδιακοί κτύποι του εμβρύου μαζί με τις συσπάσεις της μήτρας, ήτοι με το αποτέλεσμα του τοκογράφου που εδώ δεν υπήρχε. Άλλωστε, εάν δεν ήταν απαραίτητος ο καρδιοτοκογράφος, δεν θα χρειαζόταν να υπάρχει εξ ορισμού, θα υπήρχε μόνον καρδιογράφος.
Επίσης ουδείς εκ των μαρτύρων υπεράσπισης έδωσε κάποια πειστική απάντηση για ποιόν λόγο ο καρδιογράφος που φέρεται να υπήρχε στην κοιλιακή χώρα της κας. Ζ. και ο οποίος έπρεπε να μείνει στην επίτοκο μέχρι αυτή να γεννήσει, αφαιρέθηκε και υπήρξε δήθεν μέτρηση με Doppler το οποίο είναι φορητό, δεν βρίσκεται διαρκώς στην κοιλιά της επιτόκου και δεν έχει καταγραφέα.
Ωστόσο ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρές του υπέπεσαν σε αντιφάσεις, συγκεκριμένα: α) ενώ ο κατηγορούμενος αναφέρει στο υπόμνημά του ότι η δήθεν μέτρηση με Doppler γινόταν μέχρι τις 18.25 και μετά γίνονταν εξωθήσεις, οπότε από τις 18.25 μέχρι τις 19.00 δεν γινόταν καμία μέτρηση στην επίτοκο για 35 λεπτά, η μαία ανέφερε ότι δήθεν πριν γίνει η καισαρική τομή έκανε άλλη μια μέτρηση με το Doppler, β) επίσης, οι μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου και η μαία κατέθεσαν ότι τον ήχο από Doppler τον άκουγαν όλοι και αυτό υποστήριξε εκ των υστέρων κι ο κατηγορούμενος στην απολογία του, ο οποίος μάλιστα υποστήριξε ακόμη ότι δεν έφυγε καθόλου από το δωμάτιο των ωδινών, ωστόσο στο υπόμνημά του αναφέρει ότι το έμβρυο το παρακολουθούσε με Doppler η μαία, η οποία του ανέφερε φυσιολογικές ενδείξεις του εμβρύου.
Επίσης, σε ότι αφορά την μαία, κα. Τ., σε ερώτησή της πολιτικής αγωγής απάντησε ότι αυτήν την στιγμή μέχρι σήμερα εργάζεται ως μαία 9 έτη, επομένως το 2012 ήταν μία μαία που εργαζόταν μόλις 4 έτη, κι ως εκ τούτου ήταν άπειρη. Σαφώς λοιπόν δεν θα μπορούσε να κάνει όλα αυτά που κατέθεσε ότι έκανε ταυτόχρονα, όπως κολπικό έλεγχο, να παρακολουθεί με το Doppler ταυτόχρονα την επίτοκο, να πατά την κοιλιά της όπως κατέθεσε η κα. Ζ..
Συνοψίζοντας οι αμέλειες του κατηγορουμένου οι οποίες αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία είναι οι εξής: α) ο κατηγορούμενος δεν παρακολουθούσε ως όφειλε την επίτοκο συνεχώς με καρδιοτοκογράφο. Ωστόσο η παρακολούθηση της εξέλιξης της συχνότητας των καρδιακών παλμών του νεογνού είναι επιβεβλημένη με καρδιοτοκογράφο.
Ο εν λόγω τρόπος παρακολούθησης είναι ο πιο ασφαλής και επιστημονικά ενδεδειγμένος τρόπος μέτρησης. Σε περίπτωση εμφάνισης βραδυκαρδίας (η οποία διαπιστώνεται από μέσω του καρδιοτοκογραφήματος) η αντιμετώπιση του φαινομένου θα πρέπει να είναι ακαριαία, καθώς η κακή οξυγόνωση του εγκεφάλου του εμβρύου μπορεί να προκαλέσει σοβαρότατη πνευματική καθυστέρηση.
Έτσι, σε μια τέτοια περίπτωση ο ιατρός πρέπει να υποβάλει ΑΜΕΣΑ την επίτοκο σε καισαρική τομή, και όχι μετά την παρέλευση ώρας, β) ο κατηγορούμενος προέβη επί πολλή ώρα σε προσπάθειες εξώθησης με "συκία" και μάλιστα κάνοντας και διάλειμμα όπως και ο ίδιος ομολογεί, γ) ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να προβεί σε ενέργεια επείγουσας καισαρικής τομής, καθώς επιχείρησε αυτή 2 ώρες από την έναρξη των εξωθήσεων και 1 ώρα από την δυστοκία της κας.
Ζ., δ) δεν μετρούσε τον κορεσμό των πνευμόνων της επιτόκου παρόλο που γνώριζε ότι εκείνη είχε αναπνευστικά προβλήματα. Ενόψει των προαναφερόμενων συλλογισμών που διατυπώνονται προς ανάκρουση της αθωωτικής απόφασης του δικαστηρίου , ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος και να καταδικαστεί στην προσήκουσα ποινή φυλάκισης".
Η παραπάνω αιτιολογία της εφέσεως της Εισαγγελέως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω σχετικής διάταξης. Και τούτο, διότι, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθενται σ'αυτήν, κατά τρόπο συγκεκριμένο, οι πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποία ειδικότερα περιστατικά έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων.
Στην έφεση δεν αρκείται η Εισαγγελεύς ν'αναφέρει την στερεότυπη φράση "για κακή εκτίμηση των αποδείξεων", αλλά, αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα, διαλαμβάνει τα κρίσιμα σημεία των μαρτυρικών καταθέσεων και της απολογίας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, που δεν έλαβε υπόψη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα θα προέκυπτε η ποινική ευθύνη του τελευταίου, σε σχέση με την αποδιδόμενη σ'αυτήν πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο δια παραλείψεως.
Ειδικότερα, καθορίζεται στην έφεση η αιτιώδης συνάφεια των ιατρικών παραλείψεων του κατηγορουμένου ιατρού με το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι δεν ήταν συνεχής, αλλά διακεκομένη η παρακολούθηση της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η παρακολούθηση της εξέλιξης της συχνότητας των καρδιακών παλμών του νεογνού, ώστε σε περίπτωση βραδυκαρδίας τούτου (οφειλομένης σε κακή οξυγόνωση του εγκεφάλου του εμβρύου και κινδύνου πρόκλησης βλαβών στον εγκέφαλο) να προβεί άμεσα σε καισαρική τομή της επιτόκου, προκειμένου να αποτραπεί η περιγεννητική ασφυξία τούτου.
Ότι, αντίθετα, υπήρξε καθυστέρηση από μέρους του, με προσπάθειες εξώθησης του εμβρύου με "συκία" και μάλιστα διακεκομένα, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος (2 ώρες από την έναρξη των εξωθήσεων και 1 ώρα από τη δυστοκία). Περαιτέρω, από τις εκτιθέμενες ιατρικές παραλείψεις, συνάγεται σαφώς και το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου ιατρού, δηλαδή της ασυνείδητης αμέλειας.
Ενώ, τέλος, στην έφεση δεν περιέχονται αιτιάσεις και στοιχεία αμέλειας μη ταυτιζόμενα με το εισαγωγικό της δίκης κλητήριο θέσπισμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ώστε να προκύπτει περίπτωση μεταβολής της κατηγορίας, εκ του λόγου και μόνο του ακριβέστερου προσδιορισμού από μέρους της Εισαγγελέως των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου ιατρού.
Επομένως, δεν υπερέβη την εξουσία του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το να κρίνει παραδεκτή την έφεση.
Συνεπώς, πρέπει ο σχετικής αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η'του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α' ΠΚ τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών εκείνος που από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 ΠΚ, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευψε όμως ότι δεν θα επήρχετο, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται:
α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστευσε όμως ότι δεν θα επήρχετο και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται ειδικότερα ποινική ευθύνη του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από μέρους του των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, εφόσον η αντίστοιχη ενέργεια ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας, που απορρέει από την άσκηση του επαγγέλματος του και ανάγεται σε νομική υποχρέωσή του με επιτακτικούς κανόνες καθώς και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικα ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική συνδρομή του, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και την προστασία των υγιών, ενώ με το άρθρο 8 εδαφ.α' του β.δ. 25 Μαΐου /6 Ιουλίου 1955 και ήδη ν. 3418/2005 "περί κανονισμού ιατρικής δεοντολογίας" ορίζεται ότι ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε οποιαδήποτε μη ενδεδειγμένη θεραπευτική ή χειρουργική επέμβαση ή πειραματισμό που μπορεί να θίξει το αίσθημα της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς.
Συνεπώς, ο ιατρός ευθύνεται, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπε να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησία του τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση ή σε μη επέμβαση και μη λήψη μέτρων για να αποτραπούν προσβολές ή κίνδυνοι κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής του ασθενούς που επιλήφθηκε.
Έτσι ελέγχεται ο κατηγορούμενος ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή αν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση παρενέργειας ή επιπλοκής, που μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις (ΑΠ 1114/16, ΑΠ 825/14, ΑΠ 670/11).
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.
Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται, όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς σε κάθε αποδεικτικό μέσο και ανάλυση του τι προέκυψε χωριστά από καθένα ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ως προς τα οποία η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση αφορά στην ουσία της υποθέσεως και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 36/2018 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (δηλαδή ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, απολογία κατηγορουμένου, αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και τις από 18-4-2017 και 24-4-2017 εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Σ.
Α. και Α. Λ.) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος είναι ιδιώτης μαιευτήρας - γυναικολόγος - χειρουργός, ο οποίος παρακολουθούσε την πολιτικώς ενάγουσα, Ε. Ζ., καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της στο πρώτο αυτής τέκνο έως και τον τοκετό της, του οποίου ως πιθανή ημερομηνία διεξαγωγής ο ίδιος είχε προσδιορίσει την 13η Δεκεμβρίου 2012.
Εξάλλου, επειδή η εν λόγω Ε. Ζ. κατοικούσε μόνιμα στο νησί της Θάσου, με συνέπεια να μη δύναται ανά πάσα ώρα και στιγμή να μεταβεί στην ... όπου η ίδια επιθυμούσε να λάβει χώρα η γέννηση του τέκνου της, ο κατηγορούμενος της σύνέστησε να βρίσκεται στην Καβάλα λίγες ημέρες πριν, ούτως ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει οιοδήποτε σϋμβάν ήθελε εκδηλωθεί κατά τις τελευταίες ημέρες της εγκυμοσύνης της.
Πράγματι, η Ε. Ζ. ταξίδεψε από τη Θάσο στην Καβάλα στις 11-12-2013, οπότε και εισήχθη στην ιδιωτική κλινική ..., με την οποία συνεργάζεται ο κατηγορούμενος και στην οποία είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί ο τοκετός της. Την επόμενη ημέρα (12-12-2012) και περί ώρα 14:00 η Ε. Ζ. εμφάνισε αυτόματη ρήξη του εμβρυϊκού θύλακος, οπότε και άρχισε η διαδικασία του τοκετού με ήπιες συσπάσεις της μήτρας.
Αφού προετοιμάστηκε, οδηγήθηκε περί ώρα 15:00 στην αίθουσα των οδυνών, όπου ξάπλωσε σε ένα κρεβάτι. Εκεί συνδέθηκε μέσω μίας ζώνης, η οποία τυλίχθηκε γύρω από το σώμα της στο ύψος της κοιλιακής χώρας, με τον υπάρχοντα στο χώρο καρδιογράφο, ο οποίος κατέγραψε σε χαρτί τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς του εμβρύου.
Εν τω μεταξύ, στην κλινική έφτασε και ο κατηγορούμενος, που ανέλαβε τη διενέργεια του τοκετού, καθιστάμενος, εξ αυτού του λόγου και ενόψει της διττής ιδιότητάς του, ήτοι τόσο αυτής καθ' εαυτής της επαγγελματικής του ιδιότητας ως ιατρού-μαιευτήρα-γυναικολόγου, όσο και εκείνης του θεράποντος ιατρού της Ε.
Ζ., που την παρακολουθούσε καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, εγγυητής της υγείας τόσο της ίδιας, όσο και του κυοφορούμενού της τέκνου, με τη φροντίδα και προστασία του οποίου ήταν πλέον επιφορτισμένος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί ώρα 16:00 η Ε. Ζ. αποσυνδέθηκε από το μηχάνημα του καρδιογράφου, προκειμένου να της χορηγηθεί επισκληρίδιος αναλγησία και ωκυτοκίνη 5 μονάδων.
Αφού της χορηγήθηκαν οι εν λόγω ουσίες, στις 16:08 αυτή επανασυνδέθηκε με το προαναφερόμενο μηχάνημα μέχρι ώρα 18:10, οπότε και μεταφέρθηκε από το παραπάνω κρεβάτι στην ευρισκόμενη στην ίδια αίθουσα ειδική καρέκλα τοκετών (μπουμ), καθώς ήδη από ώρα 18:00 είχε επιτευχθεί τελεία διαστολή του τραχήλου της (10 εκατοστά).
Εκεί, στην ειδική καρέκλα, παρουσία του κατηγορουμένου, Ν. Κ., του αναισθησιολόγου, Θ. Π., του παιδιάτρου, Δ. Κ., και της μαίας, Γ.ς Τ., ξεκίνησε το δεύτερο στάδιο του τοκετού, και δη εκείνο των εξωθήσεων, κατά το οποίο ο εμβρυϊκός καρδιακός ρυθμός, ήτοι ο αριθμός των καρδιακών παλμών του εμβρύου κατά τη χρονική περίοδο ενός λεπτού, που κυμαίνεται φυσιολογικά από 120 έως 160, παρακολουθούνταν πλέον όχι από τον προμνημονευόμενο καρδιογράφο, αλλά από μία φορητή συσκευή, το doppler.
Τούτο συνηθίζεται να γίνεται για πρακτικούς λόγους, αφού κατά το ως άνω στάδιο η ζώνη, η οποία συνδέει το μηχάνημα του καρδιογράφου με την επίτοκο, εξαιτίας αφενός μεν των προσπαθειών, που κάνει η τελευταία για να εξωθήσει το τέκνο, αφετέρου δε της πίεσης, που τρίτα πρόσωπα (όπως ο μαιευτήρας ή κάποια μαία) ασκούν στην κοιλιακή της χώρα, προκειμένου να βοηθήσουν την όλη διαδικασία, μετακινείται και δεν παραμένει εστιασμένη στην καρδιά του εμβρύου, με συνέπεια να καθίσταται δυσχερής η καταγραφή του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού.
Εν προκειμένω, το doppler χειριζόταν η μαία Γ. Τ., η οποία κάθε ενάμιση λεπτό (όπως η ίδια ανέφερε κατά την ένορκη επ' ακροατηρίώ κατάθεσή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) ακουμπούσε στην κοιλιακή χώρα της Ε. Ζ. την παραπάνω συσκευή, που εκπέμπει μόνο ηχητικό σήμα. Με αυτή δε προσπαθούσε να εστιάσει στην καρδιά του εμβρύου, ούτως ώστε να ακουστούν οι χτύποι της καρδιάς του, τη συχνότητα των οποίων ήλεγχε τόσο η ίδια, όσο και ο κατηγορούμενος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί δέκα περίπου λεπτά η επίτοκος εξωθούσε το έμβρυο προς τα κάτω. Έπειτα, όμως, εξαιτίας της κούρασης, που ένιωσε, αλλά και του άσθματος, από το οποίο πάσχει, εμφάνισε δύσπνοια, με αποτέλεσμα η προσπάθεια εξώθησης να διακοπεί πρόσκαιρα, μέχρις ότου της χορηγηθεί η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
Μετά τη λήψη της, η διαδικασία συνεχίστηκε με νέες εξωθήσεις, οι οποίες, ωστόσο, απέβησαν άκαρπες. Αφού, λοιπόν, παρά την τελεία διαστολή του τραχήλου της Ε. Ζ. και μολονότι το κυοφορούμενο από αυτήν τέκνο είχε ήδη, όπως αποδείχθηκε, εμπεδωθεί στο γεννητικό σωλήνα, ο οποίος ξεκινάει από τον τράχηλο και καταλήγει στον κόλπο, ο φυσιολογικός τοκετός δεν εξελισσόταν (φαινόμενο δυστοκίας), ο κατηγορούμενος περί ώρα 18:25 αποφάσισε να καταφύγει στη μέθοδο της σικυουλκίας, να έλξει δηλαδή με σικυουλκό (βεντούζα) την κεφαλή του εμβρύου, προκειμένου αυτό να εξέλθει από το μητρικό σώμα.
Ωστόσο, και οι δύο προσπάθειες, που πραγματοποίησε, υπήρξαν αποτυχημένες. Τότε και ενώ η ώρα πλησίαζε 18:35, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να επιτύχει την εξαγωγή του εμβρύου, αποφάσισε, με τη σύμφωνη γνώμη της Ε. Ζ., να προχωρήσει σε καισαρική τομή, την οποία ο ίδιος δεν χαρακτήρισε επείγουσα. Για το λόγο δε αυτό και επειδή οι καισαρικές τομές, που δεν θεωρούνται επείγουσες, συνηθίζεται να διενεργούνται από δύο μαιευτήρες, μετά από σχετική παράκληση του κατηγορουμένου, κλήθηκε τηλεφωνικά από τον αναισθησιολόγο, Θ.
Π., προκειμένου να προσέλθει στην κλινική και να τον συνδράμει κατά τη σχετική χειρουργική επέμβαση, και ο μαιευτήρας, Η. Κ., ο οποίος έφτασε αρκετά γρήγορα. Εισήλθε, συγκεκριμένα, αυτός στο χώρο του χειρουργείου στις 18:50. Εν τω μεταξύ, στην αίθουσα των ωδινών, μόλις ελήφθη η απόφαση για διενέργεια καισαρικής τομής και ενώ η επίτοκος, Ε.
Ζ., βρισκόταν ακόμα στην ειδική καρέκλα των τοκετών, η μαία, Γ. Τ., ακούμπησε για άλλη μια. φορά το doppler πάνω στην κοιλιακή αυτής χώρα, δίχως να διαπιστώσει κάτι το ανησυχητικό. Έτσι, μέχρι την ώρα εκείνη (18:35), σύμφωνα τόσο με τις ενδείξεις του καρδιογράφου (από ώρα 15:00 έως ώρα 18:10), όσο και τα ηχητικά σήματα, που εξέπεμπε το doppler κατά τη διάρκεια των συχνότατων μετρήσεων που πραγματοποιούσε η παραπάνω μαία (από ώρα 18:10 έως ώρα 18:35), η συχνότητα των παλμών της καρδιάς του εμβρύου ήταν απολύτως φυσιολογική.
Ακολούθως, η επίτοκος μεταφέρθηκε από την ειδική καρέκλα στο κρεβάτι του χειρουργείου, που βρισκόταν σε όμορη αίθουσα, ενώ τόσο ο κατηγορούμενος, Ν. Κ., όσο και ο αναισθησιολόγος, Θ. Π., αλλά και η μαία, Γ. Τ., άρχισαν να προετοιμάζουν τόσο τους εαυτούς τους, όσο και το χώρο για τη διεξαγωγή της επικείμενης χειρουργικής επέμβασης.
Μεριμνούσαν, συγκεκριμένα, αυτοί τόσο για την καθαριότητά τους, όσο και για την αποστείρωση του χώρου, των υλικών και των εργαλείων, που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν. Ωστόσο, όλες οι ενέργειές τους γίνονταν με κανονικούς ρυθμούς και δίχως βιασύνη. Ανέμεναν, άλλωστε, αυτοί την άφιξη του δεύτερου μαιευτήρα, Η.
Κ., χωρίς τον οποίο ο κατηγορούμενος δεν επρόκειτο να ξεκινήσει τη χειρουργική επέμβαση. Όταν λοιπόν ο τελευταίος έφτασε στην αίθουσα του χειρουργείου στις 18:50, η μαία, Γ. Τ., παρουσία τόσο αυτού, όσο και του κατηγορουμένου, αλλά και του παιδιάτρου, Δ. Κ., ακούμπησε για τελευταία φορά το doppler στην κοιλιακή χώρα της επιτόκου, στην οποία, εν τω μεταξύ είχε χορηγηθεί και δεύτερη δόση επισκληριδίου αναλγησίας, δίχως και πάλι να διαπιστώσει είτε η ίδια (η μαία), είτε κάποιος από τους προαναφερόμενους ιατρούς κάποια περίεργη ή ανησυχητική ένδειξη.
Αμέσως μετά και προς αποφυγή μολύνσεων, αποστειρώθηκε η επιδερμίδα της κοιλιακής χώρας της επιτόκου με ειδικό αντισηπτικό διάλυμα. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε πλέον να λάβει χώρα νέα μέτρηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού, καθώς τούτο προϋπέθετε να ακουμπήσει το doppler στην κοιλιακή χώρα της επιτόκου, η οποία, όμως, είχε μόλις αποστειρωθεί ενόψει της επικείμενης χειρουργικής επέμβασης, που άρχισε στις 18:55.
Πέντε λεπτά αργότερα, ήτοι στις 19:00, έλαβε χώρα η έξοδος του εμβρύου. Τούτο, όμως, γεννήθηκε υποτονικό, απνοϊκό για 1,5 λεπτό και με καρδιακούς παλμούς περίπου 100. Η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να του χορηγηθεί άμεσα οξυγόνο με μία χειροκίνητη συσκευή παροχής αέρα (αμπού - ampuie), γεγονός που το βοήθησε να αποκτήσει αυτόματη αναπνοή μετά από 1-2 λεπτά, ενώ παράλληλα υπήρξε και μικρή βελτίωση της συχνότητας των καρδιακών παλμών, που υπερέβαιναν πλέον τους 100 ανά λεπτό.
Ωστόσο, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του, το νεογνό, συνοδεία παιδιάτρου, μεταφέρθηκε σε θερμοκοιτίδα στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας. Κατά την εισαγωγή του στο εν λόγω Νοσοκομείο εμφάνιζε αναπνευστική δυσχέρεια (γογγυσμό με σύνοδες εισολκές μεσοπλευρίων διαστημάτων και υποχονδρίως), ενώ οι βιοχημικές εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε, έδειξαν αυξημένες τρανσαμινάσες και κάλιο, χαμηλό δε νάτριο και χλώριο.
Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής του, το βρέφος διακομίστηκε διασωληνωμένο στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ), υποβαλλόμενο σε εξειδικευμένη ανάνηψη, μηχανική υποστήριξη και θεραπευτική υποθερμία. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του διαγνώστηκε πως είχε υποστεί υποξαιμική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια, οφειλόμενη σε περιγεννητική ασφυξία.
Ως τέτοια, συγκεκριμένα, ορίζεται ο συνδυασμός ένδειας οξυγόνου και οξέωσης με ταυτόχρονη έκπτωση της λειτουργίας των οργάνων του εμβρύου. Συγκεκριμένα, η ασφυξία αποτελεί τον τελευταίο κρίκο μιας αλληλουχίας γεγονότων, με πρώτο την υποξαιμία, δεύτερο την υποξία και τελευταίο την ασφυξία. Ως υποξαιμία ορίζεται η ελάττωση του οξυγόνου, που μεταφέρεται με το αίμα και μέσω της ομφαλίδος από τον μητρικό οργανισμό στον εμβρυϊκό.
Το οξυγόνο, συγκεκριμένα, εισέρχεται στο μητρικό οργανισμό διαμέσου των μητρικών πνευμόνων, διαπιδύει στο μητρικό αίμα και κατανέμεται σε όλα τα μητρικά όργανα και τον πλακούντα, ενώ από τον πλακούντα εισέρχεται μέσω του ομφάλιου λώρου στον εμβρυϊκό οργανισμό. Επιπλέον, η υποξαιμία είναι αυτή, που προκαλεί την υποξία.
Ως τέτοια, ειδικότερα, ορίζεται η ελάττωση του επιπέδου της εμβρυϊκής οξυγόνωσης (ελαττωμένη προμήθεια οξυγόνου στους ιστούς) κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο. Διακρίνεται δε η υποξία: α) στην οξεία υποξία, δηλαδή στη βραχεία, αλλά σοβαρή ένδεια οξυγόνου, διάρκειας λεπτών ή ωρών, η οποία εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του τοκετού και της εξώθησης, και β) στη χρόνια υποξία, διάρκειας ημερών ή εβδομάδων.
Στην υποξία, όπως προεκτέθηκε, η τροφοδοσία του εμβρύου με οξυγόνο είναι ανεπαρκής για τις απαιτήσεις των ιστών σε ενέργεια, με αποτέλεσμα ο αερόβιος μεταβολισμός να συμπληρώνεται από τον αναερόβιο για να διατηρηθεί η ισορροπία ενέργειας. Εάν παραταθεί η υποξία, τότε ο αναερόβιος μεταβολισμός παράγει γαλακτικό οξύ, ενώ, παράλληλα, αυξάνονται τα ιόντα υδρογόνου.
Έτσι, η έλλειψη οξυγόνου συνοδεύεται από (μεταβολική) οξέωση, η ανάπτυξη της οποίας οδηγεί στην κατάργηση της υφιστάμενης ισορροπίας ενέργειας, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση της ασφυξίας, που, με τη σειρά της, εκδηλώνεται με την έκπτωση της λειτουργίας των οργάνων με κίνδυνο μόνιμων βλαβών των ιστών. Η οξέωση, ειδικότερα, διακρίνεται:
α) στην αναπνευστική, όπου παρατηρείται αύξηση της συγκέντρωσης των ιόντων υδρογόνου με παράλληλη αύξηση της περιεκτικότητας C02, ως αποτέλεσμα του αερόβιου μεταβολισμού, και β) στη μεταβολική, όπου παρατηρείται αύξηση των ιόντων υδρογόνου και παραγωγή γαλακτικού οξέως, ως αποτέλεσμα του αναερόβιου μεταβολισμού.
Εξάλλου, κριτήρια της ενδομήτριας υποξίας και, κατ' επέκταση, της οξέωσης του εμβρύου αποτελούν: α) η ελάττωση του ρΗ του αίματος κάτω από 7.20, β) το χαμηλό apgar score (0-3 για περισσότερο από 5 λεπτά), γ) το έλλειμμα βάσης, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο των 16mmol/L και δ) το κώμα και η υποτονία (βλ. για τα ανωτέρω ιατρικά ζητήματα τη μελέτη του Ε.
Σ. με θέμα "Διάγνωση της υποξίας κατά τη διάρκεια του τοκετού βασιζόμενη στην ανάλυση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού και της παλμικής οξυμετρίας", σελ. 4-5 και 24-25). Στην προκειμένη περίπτωση, το έμβρυο εμφάνισε ιδιαίτερα χαμηλό apgar score, ήτοι 2 στο πρώτο λεπτό, 5 στο πέμπτο λεπτό και 7 στο δέκατο λεπτό μετά την έξοδό του, ενώ η τιμή του ρΗ στο αίμα του μετρήθηκε πως ήταν κατά την εισαγωγή του στο μεν Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας 7,01, στη δε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης (5 περίπου ώρες μετά τη γέννησή του) 7,17, πράγμα που σημαίνει ότι κατά τη γέννηση του τέκνου η επίμαχη τιμή ήταν χαμηλότερη από 7,01.
Ο ιατροδικαστής, Δ. Γ., συγκεκριμένα, την εκτίμησε σε 6,7. Επίσης, στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας το νεογνό εμφάνιζε έλλειμμα βάσης 24,4mmol/L. Το ίδιο, εξάλλου, ήταν ατονικό, ενώ η κατάστασή του χαρακτηρίστηκε από τους ιατρούς του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ως κωματώδης. Πέραν δε τούτου, το βρέφος παρουσίαζε πολυοργανική ανεπάρκεια (1.
καρδιά με υπόταση, 2. πνεύμονες που χρειάζονταν αναπνευστήρα, 3. νεφρά που εμφάνιζαν οξεία νεφρική ανεπάρκεια, 4. ήπαρ με αύξηση των τρανσαμινασών, 5. επινεφρίδια με αιμορραγία και 6. αίμα με θρομβοπενία), η οποία επίσης υποδηλώνει περιγεννητική ασφυξία (βλ. την από 24-4-2017 έκθεση της νεογνολόγου - παιδιάτρου, Α.
Λ.). Με βάση τα δεδομένα αυτά καθίσταται ι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση η υποξία, η οποία προσέβαλε το έμβρυο και η οποία συνοδεύθηκε από έντονη μεταβολική οξέωση, κατά τη διάρκεια της οποίας η παραγωγή γαλακτικού οξέως, όπως κατάθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ιατροδικαστής Μ. Τ., έφτασε σε τιμή το 15, με όριο το 1-2, συνέβη ενδομήτρια.
Κατά συνέπεια, τα συμπεράσματα, τα οποία με βάση τα στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη του, διατυπώνει στην από 18-4-2017 έκθεσή του ο διορισθείς ως πραγματογνώμονας με την υπ' αρ. 446/13-2-2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, μαιευτήρας - γυναικολόγος, Σ. Α., ότι δηλαδή αφενός μεν ότι το έμβρυο δεν εκτέθηκε σε συνθήκες υποξίας είτε πριν είτε κατά τον τοκετό, αφετέρου δε ότι η υποξία, την οποία εκδήλωσε το νεογνό, ήταν αποτέλεσμα της επιδεινούμενης και ιδιαίτερα σοβαρής αναπνευστικής δυσχέρειας, την οποία το ίδιο εμφάνισε μετά τον τοκετό, δεν κρίνονται πειστικά.
Επομένως, η επίμαχη υποξία συνέβη ενδομήτρια είτε πριν τον τοκετό, είτε κατά τη διάρκειά του. Το πρώτο από τα δύο αυτά ενδεχόμενα πρέπει να αποκλειστεί, διότι εάν η υποξία προσέβαλε το έμβρυο κατά τη διάρκεια της εννεάμηνης κύησης και πριν τον τοκετό, τούτο θα εμφάνιζε περιορισμένη ανάπτυξη και μειωμένη κινητικότητα εντός της μήτρας της Ε.
Ζ.. Η τελευταία, ωστόσο, καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, το ένιωθε να κινείται κανονικά. Εξάλλου, όλες οι εξετάσεις και τα υπερηχογραφήματα, στα οποία η ίδια μέχρι και την προηγουμένη του τοκετού είχε υποβληθεί και κατά τη διάρκεια των οποίων ελέγχονται η ποσότητα του αμνιακού υγρού, η ανάπτυξη του εμβρύου, η θέση του πλακούντα, το μήκος του τραχήλου της μήτρας και η κυκλοφορία του αίματος στις μητριαίες αρτηρίες, στον πλακούντα, καθώς και στο έμβρυο, ήταν πολύ καλά.
Σ' αυτά δε περιλαμβάνονται αφενός μεν οι υπέρηχοι Β' επιπέδου, οι οποίοι έλαβαν χώρα στις 31-7-2012 και στις 23-8-2012, αφετέρου δε τα doppler ομφαλίδος, που έγιναν στις 6-7-2012, στις 17-10-2012, στις 14-11-2012 και στις 3-12-2012. Επομένως, το έμβρυο αναπτυσσόταν απολύτως φυσιολογικά και είχε κανονικό βάρος, το οποίο, αμέσως μετά τη γέννησή του, μετρήθηκε 3.200 γραμμάρια.
Αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, που παρακολουθούσε την Ε. Ζ., καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, ουδόλως είχε εντοπίσει κάποιο πρόβλημα ή σύμπτωμα, που θα μπορούσε να του προκαλέσει ανησυχία για την κατάσταση της υγείας του εμβρύου. Πέραν δε τούτου, ακόμα και την ίδια την ημέρα του τοκετού, όλες οι ενδείξεις του καρδιογράφου, αλλά και οι συνεχείς μετρήσεις, που γινόταν με το doppler, δεν έδειξαν κάποιο στοιχείο, που παρέπεμπε σε διαταραχή του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού συνεπεία μειωμένης οξυγόνωσης του εμβρύου.
Τούτο, όμως, μόνο μέχρι ώρα 18:35. Από το χρονικό αυτό σημείο και μέχρι τις 18:50, οπότε και, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, έλαβε χώρα επάλειψη της κοιλιακής χώρας της επιτόκου με ειδικό αντισηπτικό διάλυμα, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον εφικτή οιαδήποτε νέα μέτρηση του καρδιακού εμβρυϊκού ρυθμού μέσω του doppler, το οποίο προϋποθέτει επαφή με το σώμα της επιτόκου, ο κατηγορούμενος αφενός μεν κατά παράβαση των κοινώς παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και πρακτικής στον κλάδο της μαιευτικής-γυναικολογίας, τους οποίους (κακόνες) γνώριζε λόγω του επαγγέλματος του και της πολυετούς εμπειρίας του (όπως ο ίδιος ανέφερε απολογούμενος είναι γυναικολόγος από το 1985, ενώ από το 1990 έχει διενεργήσει 1.500 καισαρικές τομές και 4.500 τοκετούς), αφετέρου δε από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και σύνεσης, που κάθε μέτρια συνετός, επιμελής και ευσυνείδητος ιατρός της αυτής ειδικότητας όφειλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και μπορούσε λόγω των προσωπικών του δυνατοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων να καταβάλει, παρέλειψε να μεριμνήσει για τη συστηματική και επισταμένη μέτρηση της συχνότητας των καρδιακών παλμών του εμβρύου, η οποία στο δεύτερο στάδιο του τοκετού, όταν γίνεται με συσκευή doppler, πρέπει να λαμβάνει χώρα τουλάχιστον κάθε πέντε λεπτά (βλ.
τη μελέτη του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών - Γαία με θέμα "παρακολούθηση του εμβρύου στον τοκετό", σελ. 10). Έτσι, επί δεκαπέντε λεπτά, χρονικό διάστημα το οποίο ο ίδιος ο κατηγορούμενος, κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απολογία του, χαρακτήρισε μεγάλο, δεν υπήρξε παρακολούθηση της λειτουργίας της καρδιάς του εμβρύου όπως έπρεπε, αφού ακόμα και ο μάρτυρας υπεράσπισης, Ν.
Π., κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του, ανέφερε πως "στο κρεβάτι του χειρουργείου η μαία οφείλει να ακούει το παιδί με doppler" (βλ. σελ. 24 της υπ' αρ. 1319/2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας). Εξάλλου, η παρακολούθηση αυτή προείχε έναντι κάθε άλλης ενέργειας του κατηγορουμένου, ήταν δε απολύτως- αναγκαία, καθώς, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αφενός μεν από τη διακύμανση του καρδιακού εμβρυϊκού ρυθμού μπορεί να εξαχθούν συμπεράσματα αναφορικά με την κατάσταση της αιμάτωσης και της οξυγόνωσης του εμβρύου, αφετέρου δε ο εντοπισμός παθολογικών ευρημάτων κατά την παρακολούθηση του καρδιακού εμβρυϊκού ρυθμού κατά τον τοκετό αποτελεί ένδειξη περιγεννητικής ασφυξίας και, συνακόλουθα, εγκεφαλικής παράλυσης.
Έτσι, τα έμβρυα που μέλλουν να εκδηλώσουν εγκεφαλοπάθεια παρουσιάζουν διαφορετική αντίδραση στα ερεθίσματα του τοκετού, η δε αντίδρασή τους αυτή μπορεί να γίνει αντιληπτή κατά την τακτική παρακολούθηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι η συστηματική και προσεκτική παρακολούθηση των καρδιακών παλμών του εμβρύου είναι απολύτως απαραίτητη, προκειμένου ο μαιευτήρας να δύναται να αναγνωρίσει έγκαιρα επαπειλούμενες καταστάσεις ανοξίας του εμβρύου, ούτως ώστε να προβεί, στη συνέχεια, στις κατάλληλες ενέργειες, προκειμένου να τις αποφύγει.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 18:35 έως 18:50 από μη ενσυνείδητη αμέλεια ουδόλως παρακολούθησε τον καρδιακό ρυθμό του τέκνου, που κυοφορούσε η Ε. Ζ.. Έτσι, δεν κατέστη εφικτό να διαπιστώσει ότι ακριβώς κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, λόγω συμπίεσης του ομφάλιου λώρου, όπως εκτιμά η νεογνολόγος - παιδίατρος, Α.
Λ., στην από 24-4-2017 έκθεσή της, το έμβρυο εμφάνισε μειωμένη αιμάτωση και οξυγόνωση του εγκεφάλου του, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση οξείας υποξίας, η οποία συνοδεύθηκε, όπως προεκτέθηκε, από έντονη μεταβολική οξέωση και, εν συνεχεία, περιγεννητική ασφυξία. Όμως, η τελευταία αυτή κατάσταση, συνεπεία της οποίας το τέκνο της Ε.
Ζ. ακόμα και σήμερα πάσχει από σπαστική τετραπληγία, μικροκεφαλία, επιληψία, καθώς και μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες, που το καθιστούν ανάπηρο σε ποσοστό 67%, θα είχε αποφευχθεί, εάν ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε επισταμένως και τακτικά, ήτοι ανά λίγα μόλις λεπτά (τουλάχιστον πέντε), μέσω του doppler (που χειριζόταν η μαία Γ.
Τ.) την εξέλιξη της συχνότητας των καρδιακών παλμών του εμβρύου, αφού με τον τρόπο αυτό θα διαπίστωνε εγκαίρως ενδείξεις εμβρυϊκής δυσφορίας, με αποτέλεσμα να επισπεύσει τη διεξαγωγή της καισαρικής τομής, την οποία ναι μεν είχε ήδη αποφασίσει, πλην, όμως, ουδόλως είχε χαρακτηρίσει ως επείγουσα, με αποτέλεσμα να αναμένει για την πραγματοποίησή της την άφιξη του έτερου μαιευτήρα, Η.
Κ., η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18:50. Συγκεκριμένα, επί του εν λόγω ζητήματος, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η κατάσταση της περιγεννητικής ασφυξίας, στην οποία διαγνώστηκε πως περιήλθε εν τέλει το έμβρυο, άρχισε να εγκαθίσταται σταδιακά στον οργανισμό του αμέσως μετά τις τελευταίες προσπάθειες, που έγιναν από τον κατηγορούμενο για την εξαγωγή του με τη μέθοδο της σικυουλκίας.
Το εν λόγω συμπέρασμα βασίζεται αφενός μεν στην βαρύτατη κλινική κατάσταση, στην οποία εξήλθε το έμβρυο από τη μήτρα της μητέρας του, αφετέρου δε σε όσα αναφέρει η νεογνολόγος - παιδίατρος Α. Λ. στην από 24-4- 2017 έκθεσή της, ότι δηλαδή ο καρδιακός μυς του εμβρύου υπό συνθήκες ασφυξίας αντέχει, χωρίς ιατρική παρέμβαση, μέχρι 20 λεπτά, μετά το έμβρυο πεθαίνει.
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το επίμαχο έμβρυο γεννήθηκε σχεδόν νεκρό στις 19:00, η κατάσταση της περιγεννητικής ασφυξίας άρχισε να εγκαθίσταται σταδιακά σε αυτό περί ώρα 18:40. Επομένως, δοθέντος του ότι μία από τις ενδείξεις της υποξαιμίας και της υποξίας, οι οποίες προηγούνται της περιγεννητικής ασφυξίας, είναι η διαταραχή του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού και, ειδικότερα, η μείωσή του σε επίπεδα κάτω των φυσιολογικών, εάν ο κατηγορούμενος έδειχνε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή και συνέχιζε να μετρά συστηματικά, μέσω του doppler που χειριζόταν η μαία Γ.
Τ., τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς του εμβρύου, περί ώρα 18:40 θα διαπίστωνε ότι οι τελευταίοι είχαν μειωθεί. Άλλωστε, λίγη ώρα αργότερα το τέκνο γεννήθηκε με καρδιά, που χτυπούσε με λιγότερους από 100 παλμούς το λεπτό. Διαπιστώνοντας λοιπόν ο κατηγορούμενος την εν λόγω βραδυκαρδία, θα αναθεωρούσε την αρχική απόφασή του και θα προχωρούσε, μόνος, ήτοι δίχως να αναμένει τον Η.
Κ., σε επείγουσα πλέον καισαρική τομή, η οποία, όπως κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τόσο ο ιατροδικαστής, Μ. Τ., όσο και ο μαιευτήρας, Ν. Π., στην περίπτωση αυτή διενεργείται εντός 3-5 λεπτών, προκειμένου να μη παραλύσει ο εγκέφαλος του εμβρύου (βλ. σελ. 9 και 26 αντίστοιχα της υπ' αρ. 1319/2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας).
Ο δε χρόνος αυτός κρίνεται επαρκής για να προετοιμαστεί στοιχειωδώς, και δη να πλυθεί και να αποστειρωθεί, τόσο ο μαιευτήρας, που πρόκειται να διενεργήσει την επέμβαση, όσο και το λοιπό ιατρικό προσωπικό, που θα τον συνδράμει στο έργο του. Εντός του ίδιου χρόνου, εξάλλου, κρίνεται εφικτή τόσο η χορήγηση επισκληριδίου αναλγησίας στην επίτοκο, όσο και η διενέργεια αντισηψίας στην κοιλιακή αυτής χώρα, όπου πρόκειται να γίνει η τομή.
Εξάλλου, σε μια επείγουσα κατάσταση, όπως εκείνη της βραδυκαρδίας του εμβρύου, που υποδηλώνει πως ελλοχεύει άμεσος κίνδυνος για την ίδια τη ζωή του, προέχει η έξοδος του από τη μήτρα της μητέρας του. Γι' αυτό και ο μάρτυρας, Δ. Κ., κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατάθεσή του, ανέφερε χαρακτηριστικά πως εάν διαπιστωνόταν βραδυκαρδία, "...τότε κατευθείαν ο γιατρός θα έστρωνε και θα έκανε την καισαρική τομή, χωρίς καν να βάψει την κοιλιά της εγκύου...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, καθίσταται σαφές ότι εάν ο κατηγορούμενος έδειχνε τη δέουσα επιμέλεια, η έναρξη της διαδικασίας της καισαρικής τομής θα μπορούσε να λάβει χώρα στις 18:45, ενώ η ολοκλήρωση του τοκετού της Ε. Ζ. θα μπορούσε να επιτευχθεί περί ώρα 18:50, ήτοι δέκα ολόκληρα λεπτά πριν τις 19:00, οπότε και γεννήθηκε εν τέλει το τέκνο της.
Το χρονικό αυτό διάστημα των δέκα λεπτών ναι μεν φαίνεται ελάχιστο, πλην, όμως, στην προκειμένη περίπτωση ήταν πολύτιμο, καθώς επαρκούσε προκειμένου να αποτραπούν οι παθολογικές καταστάσεις, οι μόνιμες εγκεφαλικές βλάβες και οι σωματικές κακώσεις, που υπέστη το έμβρυο. Εξάλλου, από τη στιγμή που είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες προσπάθειες σικυουλκίας στη συγκεκριμένη επίτοκο Ε.
Ζ., η οποία αφενός μεν ήταν 39 ετών και υπέρβαρη (ζύγιζε 105-110 κιλά), αφετέρου δε είχε λάβει (ήδη από ώρα 16:00) τόσο επισκληρίδιο αναλγησία, όσο και ωκυτοκίνη (ουσίες που αποτελούν παράγοντες κινδύνου κατά τον τοκετό), ο κατηγορούμενος όφειλε να είναι έτοιμος για άμεση καισαρική τομή εάν, σε κάποια χρονική στιγμή μέχρι και την ολοκλήρωση του τοκετού, διαπίστωνε και βραδυκαρδία του εμβρύου (βλ.
τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων, Μ. Τ. και Δ. Γ., σε συνδυασμό με τις μελέτες του Ιατρικού Κέντρου. Αθηνών - Κλινικής Γαία με θέμα "παρακολούθηση του εμβρύου στην κύηση και στον τοκετό" και "επεμβατικός κολπικός τοκετός" σελ. 6 και 4 αντίστοιχα). Βέβαια, όπως αποδείχθηκε, η μαία Γ.
Τ. στις 18:50 τοποθέτησε το doppler στην κοιλιακή χώρα της επιτόκου, δίχως να διαπιστώσει είτε αυτή είτε κάποιος από τους παρευρισκόμενους στην αίθουσα των τοκετών ιατρούς, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, οιαδήποτε διαταραχή στον εμβρυϊκό καρδιακό ρυθμό. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν ανατρέπει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με το χρόνο, κατά τον οποίο η υποξαιμία και, συνακόλουθα, η υποξία και η ασφυξία προσέβαλαν το έμβρυο.
Και τούτο, διότι η επίμαχη μέτρηση έλαβε χώρα εντελώς βιαστικά και χωρίς καμία επιμέλεια. Χαρακτηριστικό είναι πως ο μάρτυρας Η. Κ., κατά την ένορκη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατάθεσή του, ανέφερε ότι η μαία τοποθέτησε το doppler στην κοιλιακή χώρα της επιτόκου για "μισό δευτερόλεπτο", χρόνος προδήλως ανεπαρκής για την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος αναφορικά με τη φυσιολογική ή μη συχνότητα των καρδιακών παλμών του εμβρύου.
Επομένως, η άποψη, την οποία βάσει της εν λόγω μέτρησης σχημάτισε τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και οι λοιποί ιατροί (ότι δηλαδή όλα έβαιναν καλώς), ήταν εσφαλμένη, με συνέπεια να μη μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Πέραν δε τούτου, η ίδια αυτή μέτρηση, που έλαβε χώρα στις 18.50, δεν αρκεί για να άρει την αμέλεια που επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά το αμέσως προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, αφού, όπως αποδείχθηκε, η παρακολούθηση του καρδιακού εμβρυϊκού ρυθμού μέσω του doppler πρέπει να είναι συστηματική, να γίνεται δηλαδή τουλάχιστον κάθε πέντε λεπτά, ούτως ώστε αφενός μεν να εξάγονται από αυτή ασφαλή συμπεράσματα για τη διακύμανση του ως άνω ρυθμού, αφετέρου δε να εντοπίζεται έγκαιρα κάθε εμβρυϊκή δυσπραγία.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και καθώς αναμφίβολα υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω εκτιθέμενης πλημμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος της βλάβης της υγείας του τέκνου της Ε. Ζ., την οποία ο ίδιος δεν προέβλεψε, πρέπει, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη ενσυνείδητη) από υπόχρεο διά παραλείψεως, που του αποδίδεται, όπως τα στοιχεία, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτής παραδεκτά συμπληρώνονται και αποσαφηνίζονται από το Δικαστήριο τούτο, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της ανωτέρω πράξης.
Όσον αφορά δε το υποβληθέν από την πλευρά της υπεράσπισης αίτημα αναβολής της προκειμένης δίκης, προκειμένου να κληθούν και να προσέλθουν για να καταθέσουν ως μάρτυρες οι διορισθέντες με την υπ' αρ. 446/13-2-2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας πραγματογνώμονες, ήτοι ο ιατρός - μαιευτήρας - γυναικολόγος, Σ.
Α., και η νεογνολόγος - παιδίατρος, Α. Λ., τούτο (αίτημα) κρίνεται απορριπτέο, αφού τα ήδη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήταν απολύτως επαρκή για το σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια, ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην ...
στις 12-12-2012, με την ιδιότητα του ιατρού - χειρουργού - μαιευτήρα - γυναικολόγου, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και σύνεσης, που κάθε μέτρια συνετός, επιμελής και ευσυνείδητος ιατρός της αυτής ειδικότητας όφειλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και μπορούσε λόγω των προσωπικών του δυνατοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσαν οι παραλείψεις του, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, αλλά αντίθετα παρέβη τους κοινώς αποδεκτούς και αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης στον κλάδο της μαιευτικής- γυναικολογίας και το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ως ιατρός χειρουργός - μαιευτήρας - γυναικολόγος, ασκώντας ιατρικές πράξεις της ειδικότητάς του στη μαιευτική - γυναικολογική και χειρουργική κλινική "..." στην ... προέβη στις ακόλουθες παραλείψεις, που είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας το νεογνό, Ι.
Π.. Ειδικότερα, ενώ ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει, ως εκ της θέσεώς του, τη διενέργεια του τοκετού της Ε. Ζ., έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να διενεργήσει την ιατρική αυτή πράξη σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που είναι κοινώς παραδεδεγμένοι και, συγκεκριμένα, ενώ είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αφενός μεν να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να διενεργηθεί ο τοκετός χωρίς επιπλοκές και κατά τρόπο ώστε η κατάσταση της υγείας του κυοφορούμενου να μην τεθεί σε κίνδυνο και να μην υποστεί το τελευταίο οιαδήποτε σωματική βλάβη, αφετέρου δε να παρακολουθεί την εξέλιξη του τοκετού, αξιολογώντας τα συμπτώματα, που ενδεχομένως θα παρουσιάζονταν, σε συνδυασμό με τα ευρήματα των κλινικών ελέγχων, ώστε να ενεργήσει εγκαίρως τις δέουσες ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση της κατάστασης και την εξασφάλιση της υγείας του κυοφορούμενου, ο ίδιος, καθ' όλη την διάρκεια του τοκετού και μέχρι την ολοκλήρωσή του, δεν προέβη στη συστηματική παρακολούθηση του εμβρύου και, ειδικότερα, του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού, για τον οποίο δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή, με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως και να μη διαγνώσει ότι η κατάσταση της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου δεν ήταν φυσιολογική, αλλά αυτό είχε εμφανίσει εμβρυϊκή βραδυκαρδία, λόγω διαταραχής της εμβρυϊκής οξυγόνωσης, που οφειλόταν σε συμπίεση του ομφάλιου λώρου.
Η ως άνω δε παράλειψή του είχε ως αποτέλεσμα να μη χαρακτηρίσει ως επείγουσα την ήδη αποφασισθείσα από τον ίδιο χειρουργική επέμβαση καισαρικής τομής, διά της οποίας θα ολοκληρωνόταν εν τέλει ο τοκετός λόγω της μη φυσιολογικής εξέλιξής του, με αποτέλεσμα να απολεσθεί πολύτιμος χρόνος, κατά τη διάρκεια του οποίου μία αλληλουχία γεγονότων (1.
διαταραχή οξυγόνωσης - υποξαιμία, ήτοι ελάττωση του οξυγόνου που μεταφέρεται στο αίμα, 2. υποξία, ήτοι ελάττωση του επιπέδου της εμβρυϊκής οξυγόνωσης κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο, 3. εμβρυϊκή ασφυξία, ήτοι συνδυασμός υποξίας και οξέωσης με ταυτόχρονη έκπτωση της λειτουργίας των οργάνων του εμβρύου), προκάλεσαν στο νεογνό υποξική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια, ήτοι βαρύτατη, μη αναστρέψιμη και μόνιμη εγκεφαλική βλάβη.
Συγκεκριμένα, στις 12-12-2012 και περί ώρα 14.00, η Ε. Ζ., ευρισκόμενη στην 40ή εβδομάδα της κύησης, έχοντας εισαχθεί ήδη στην ιδιωτική μαιευτική κλινική "...", εμφάνισε αυτόματη ρήξη του εμβρυϊκού θύλακος και έναρξη ήπιων συσπάσεων της μήτρας. Περί ώρα 18.10 έλαβε χώρα η έναρξη του δεύτερου σταδίου του τοκετού, καθόσον η επίτοκος είχε εμφανίσει τελεία διαστολή, ωστόσο οι προσπάθειές της να εξωθήσει το έμβρυο με τις δικές της δυνάμεις ήταν ανεπιτυχείς, με αποτέλεσμα να εμφανίσει δύσπνοια, λόγω της καταβληθείσας έντονης και παρατεταμένης πίεσης για εξώθηση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ίδια έπασχε επί σειρά ετών από άσθμα.
Αφού έλαβε την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, συνέχισε τις εξωθήσεις, οι οποίες, όμως, απέβησαν άκαρπες. Ο κατηγορούμενος τότε επέλεξε να προβεί στην ταχύτερη διεκπεραίωση του κολπικού τοκετού με τη χρήση συκιουλκίας (βεντούζα έλξης της κεφαλής, του εμβρύου), προσπάθεια που απέβη επίσης ανεπιτυχής. Τελικά, στις 18.55 διενεργήθηκε καισαρική τομή, την οποία είχε αποφασίσει ο κατηγορούμενος περί ώρα 18:35, και το έμβρυο;
εξήλθε της μήτρας της επιτόκου στις 19.00 χωρίς κλάμα και αναπνοή, εμφανίζοντας συγκεκριμένα έλλειψη μυϊκού τόνου, άπνοια και βραδυκαρδία. Εξαιτίας των συμπτωμάτων αυτών χορηγήθηκε οξυγόνο στο βρέφος, που μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας λόγω περιγεννητικής ασφυξίας και αναπνευστικής δυσχέρειας και, εν συνεχεία, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Ιπποκράτειο", όπου και διαγνώσθηκε ότι έλαβε χώρα περιγεννητικό stress και ότι το νεογνό είχε υποστεί ισχαιμική υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια, ήτοι νευρολογικό σύνδρομο, που εμφανίζουν τα νεογνά, τα οποία έχουν υποστεί διαφόρου βαθμού και διάρκειας περιγεννητική ασφυξία.
Ο κατηγορούμενος, από την πλευρά του, ενώ όφειλε, σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ειδικότητάς του, να επιδεικνύει κατά τη διάρκεια του τοκετού και μέχρι την ολοκλήρωσή του τη δέουσα προσοχή για την κατάσταση της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου, την οποία όφειλε να παρακολουθεί τακτικά, από ώρα 18.35, οπότε και έλαβε την απόφαση για τη διενέργεια της καισαρικής τομής, μέχρι ώρα 18.50, οπότε και στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την επικείμενη χειρουργική επέμβαση έγινε επάλειψη της κοιλιακής χώρας της επιτόκου με αντισηπτικό διάλυμα με αποτέλεσμα να μη δύναται να ακουμπήσει επ' αυτής το φορητό μηχάνημα doppler, μέσω του οποίου παρακολουθούνταν κατά τη διάρκεια του δεύτερου σταδίου του τοκετού ο εμβρυϊκός καρδιακός ρυθμός, από μη ενσυνείδητη αμέλεια παρέλειψε την παρακολούθηση του εν λόγω ρυθμού με την προαναφερόμενη φορητή συσκευή.
Η δε παράλειψή του αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μη διαπιστώσει την εμβρυϊκή βραδυκαρδία, την οποία περί ώρα 18.40 εμφάνισε το έμβρυο και η οποία ήταν ένδειξη υποξαιμίας, μειωμένης δηλαδή αιμάτωσης και οξυγόνωσης του εγκεφάλου του λόγω συμπίεσης του ομφαλίου λώρου, που ακολούθως προκάλεσε οξεία υποξία, η οποία με τη σειρά της συνοδεύθηκε από έντονη μεταβολική οξέωση, με συνέπεια το έμβρυο να περιέλθει τελικά σε κατάσταση περιγεννητικής ασφυξίας και να υποστεί υποξική ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια, ήτοι βαρύτατη, μη αναστρέψιμη και μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, συνεπεία της οποίας πάσχει, μεταξύ άλλων, από τετραπληγία, τυγχάνει δε ανάπηρο σε ποσοστό 67%.
Ωστόσο, οι σωματικές αυτές κακώσεις και βλάβες του νεογνού θα είχαν προφανώς αποφευχθεί, εάν ο κατηγορούμενος έδειχνε τη δέουσα επιμέλεια και τηρούσε τους νομικούς κανόνες, ενεργώντας σύμφωνα με τα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης, τις συνθήκες, που επικρατούν στις συναλλαγές, και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική.
Έτσι, εάν παρακολουθούσε συστηματικά και επισταμένως τον εμβρυϊκό καρδιακό ρυθμό ακόμα και μετά τη ληφθείσα στις 18.35 απόφασή του για διενέργεια καισαρικής τομής, θα διαπίστωνε την προμνησθείσα βραδυκαρδία του τέκνου και θα χαρακτήριζε επείγουσα την ήδη αποφασισθείσα από τον ίδιο καισαρική τομή, η οποία, κατ' αυτόν τον τρόπο, θα επισπευδόταν κατά δέκα λεπτά, με αποτέλεσμα τη γρηγορότερη έξοδο του εμβρύου της Ε.
Ζ. από τη μητρική κοιλιά (στις 18.50) και την αποτροπή των προαναφερομένων βλαβών και κακώσεων, που το ίδιο υπέστη". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση του οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1, 27, 28, 314 παρ. 1 α και 315 παρ. 1β του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντα ιατρού στη διάρκεια του τοκετού της πολιτικώς ενάγουσας, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια των ιατρικών παραλείψεων τούτου με το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, δηλαδή της πρόκλησης σωματικών βλαβών στο νεογνό (σπαστική τετραπληγία, μικροκεφαλία, επιληψία και ισχαιμική υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια, που το καθιστούν ανάπηρο σε ποσοστό 67%).
Εξειδικεύεται δε η αμέλεια του ιατρού, που είναι μη ενσυνείδητη, στο γεγονός ότι δεν ήταν συνεχής, από μέρους του, αλλά διακεκομένη η παρακολούθηση της επιτόκου με καρδιοτοκογράφο, έτσι ώστε να είναι ιατρικά εφικτή η παρακολούθηση της εξέλιξης της συχνότητας των καρδιακών παλμών του νεογνού και σε περίπτωση βραδυκαρδίας τούτου (οφειλομένης σε κακή οξυγόνωση του εγκεφάλου) να προβεί αυτός σε άμεση καισαρική τομή της επιτόκου, προκειμένου να αποτραπεί η περιγεννητική ασφυξία του βρέφους.
Ειδικότερα, αναφέρεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 18.35 έως 18.50, ουδόλως παρακολούθησε τον καρδιακό ρυθμό του κυοφορουμένου με φορητό μηχάνημα Doppler, ανά 5', καίτοι αυτός είχε αποφασίσει τη διενέργεια καισαρικής τομής, την οποία όμως δεν χαρακτήρισε επείγουσα. Αντ'αυτού, υπήρξε καθυστέρηση από μέρους του, με προσπάθειες εξώθησης του εμβρύου με "συκία" και μάλιστα διακεκομένα, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος (2 ώρες περίπου από την έναρξη των εξωθήσεων και 1 ώρα από τη δυστοκία).
Να σημειωθεί ακόμη, ότι με βάση τις παραδοχές της απόφασης, η επίτοκος, στις προσπάθειες εξώθησης του εμβρύου, λόγω άσθματος από το οποίο έπασχε, αλλά και του υπέρβαρου σώματός της (105-110 κιλά), εμφάνισε δύσπνοια και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, γεγονός που καθιστούσε επιτακτικότερη τη διενέργεια άμεσης καισαρικής τομής.
Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση με τα παραπάνω προκύπτει από την παραδοχή της απόφασης ότι στις 18.50 ώρα η μαία τοποθέτησε το doppler στην κοιλιακή χώρα της επιτόκου, χωρίς να διαπιστωθεί διαταραχή στο εμβρυϊκό καρδιακό ρυθμό, αφού, κατά τις παραδοχές και πάλι της απόφασης, η επίμαχη μέτρηση έλαβε 'χωρα εντελώς βιαστικά και χωρίς καμία επιμέλεια, δηλαδή για μισό δευτερόλεπτο, χρόνος προδήλως ανεπαρκής για την εξαγωγή ασφαλής συμπεράσματος αναφορικά με τη φυσιολογική ή μη συχνότητα των καρδιακών παλμών του εμβρύου.
Τέλος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τις προαναφερόμενες δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Σ.Α. και Α.Λ., που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, αφού γίνεται μνεία αυτών τόσο στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ'είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, όσο και στη συνέχεια, από το περιεχόμενο της απόφασης, αφού γίνεται ρητή μνεία και στις δύο πραγματογνωμοσύνες (τη μία αντικρούει αιτιολογημένα, ενώ την άλλη αξιολογεί σε κάποια σημεία της, χωρίς να την αποδέχεται τελικά).
Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το αναγνωσθέν πρωτοδίκως έγγραφο με τίτλο "κατευθυντήρια οδηγία Νο 12 της Ελληνικής Μαιευτικής και Γυναικολογικής Εταιρείας (... για την καισαρική τομή", που αναφέρεται στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της καθυστερημένης επέμβασης της καισαρικής τομής και της επελθούσας σωματικής βλάβης του νεογνού (σελ.20 πρωτοδίκων πρακτικών).
Και τούτο γιατί το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ανέγνωσε, τόσο τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, (στα οποία περιλαμβάνεται το πιο πάνω έγγραφο), όσο και την από 22-10-2015 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Σ. Α. (ο οποίος σημειωτέον στη συνέχεια διενήργησε και δικαστική πραγματογνωμοσύνη όπως προαναφέρθηκε), με την επισυναπτόμενη σ'αυτό πιο πάνω κατευθυντήρια οδηγία Νο 12 (σελ. 31 πρακτικών προσβαλλόμενης απόφασης).
Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'του ΚΠΔ, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμα και πρέπει ν'απορριφθούν. Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτες.
IV. Κατόπιν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσης πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2018 αίτηση - δήλωση (αρ.πρ..../2018) του Ν. Κ. του Π., κατοίκου ... Νομού Καβάλας, για αναίρεση της απόφασης 36/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται στα πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ