2152/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Αργύριο Σταυράκη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2152/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το άρθρο 553 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2152 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2152/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Αργύριο Σταυράκη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. χήρας Κ. Κ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη, ο οποίος ανακάλεσε την από 2/12/2013 δήλωσή του και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4206/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, 10241/1998 μη οριστική και 5419/2012 οριστικής του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/3/2013 αίτηση και τους από 23/10/2013 προσθέτους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 29/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1β και παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές, που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται αν δεν απευθύνεται κατ' αυτής η αναίρεση.
Από το άρθρο 553 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού.
Στην προκειμένη περίπτωση με την 4206/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο τελευταίος και αντέφεση η αναιρεσίβλητη επί των οποίων εκδόθηκε η 10241/1998 κατά ένα μέρος οριστική και κατά ένα μέρος προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αντέφεση, έγινε κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος δεκτή η έφεση, διατάχθηκαν περαιτέρω αποδείξεις και ακολούθως εκδόθηκε η 5419/2012 οριστική απόφαση αυτού, η δε αίτηση αναιρέσεως στρέφεται και κατά των τριών αυτών αποφάσεων.
Επομένως σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς στρέφεται κατά των οριστικών διατάξεων της κατά ένα μέρος οριστικής παραπάνω απόφασης του Εφετείου, ενώ κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (577 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 160, 200, 216, 217, 219 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.
Περαιτέρω οι διατάξεις της οριστικής αποφάσεως με την οποία τέμνεται τελειωτικώς η ένδικη διαφορά, όπως και της εν μέρει οριστικής αποφάσεως, στην περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων ή συνεκδίκασης περισσοτέρων αιτημάτων, με την οποία το δικαστήριο έκρινε οριστικά για όσα αντικείμενα της δίκης (βάσεις ή αιτήματα) ήταν ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα, (άρθρα 308, 309 Κ.Πολ.Δ.), δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνονται υπό ορισμένο τύπο και να παρατίθενται στο διατακτικό αυτής, αλλά μπορεί να υπάρχουν και στο αιτιολογικό της αποφάσεως, αρκεί να μην περιορίζεται το δικαστήριο στην εκφορά απλών σκέψεων για το νόμω βάσιμο ή όχι του καταγομένου σε δίκη δικαιώματος, αλλά να εκφέρεται σαφώς σ' αυτό η τελειωτική απόφασή του για την παραδοχή ή απόρριψη τούτου.
Επειδή ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης ή και στο σκεπτικό που επέχει θέση διατακτικού προκαλεί τέτοια αοριστία, ώστε να καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προ της διάπλαση ή τη διάγνωση που είχε ζητηθεί και στις σχέσεις των διαδίκων ως προς το δεδικασμένο.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη αγωγή, στην οποία εξέθετε, ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, κυρία ενός οικοπέδου υπήγαγε στο σύστημα της οροφοκτησίας τη μέλλουσα να ανεγερθεί σ' αυτό οικοδομή, συντάχθηκε δε προς τούτο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νομίμως.
Ότι αγόρασε το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της οικοδομής αυτής, με συμβόλαιο που μεταγράφηκε, και με το οποίο εξουσιοδότησε την εναγομένη να τροποποιεί μονομερώς την πράξη σύστασης της οροφοκτησίας με τον όρο να μη θίγονται τα ποσοστά συγκυριότητάς του στο οικόπεδο και να μην επιβαρύνονται οι κοινόχρηστες δαπάνες του διαμερίσματός του.
Ότι συμφώνησε με την εναγομένη τη διαίρεση του διαμερίσματός του καθώς και των διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου σε δύο μικρότερα διαμερίσματα και για την υλοποίηση αυτής της συμφωνίας καθώς και για τη διευκόλυνση των εργασιών της οικοδομής παρέσχε συμβολαιογραφικώς στην τελευταία και στο σύζυγό της την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον αντιπροσωπεύσουν μεταξύ άλλων και κατά την τροποποίηση ή σύνταξη πράξεων οριζόντιας ιδιοκτησίας, που έχουν σχέση με το προαναφερόμενο ακίνητο.
Ότι με συμβολαιογραφικό έγγραφο τροποποιήθηκε η αρχική πράξη σύστασης της οροφοκτησίας, κατά την κατάρτιση δε της σχετικής δικαιοπραξίας συμβλήθηκαν η εναγομένη και ο ίδιος εκπροσωπηθείς από τον παραπάνω αντιπρόσωπό του και σύμφωνα με αυτήν περιήλθαν στην κυριότητά του δύο διαμερίσματα μικρότερης επιφάνειας από το διαμέρισμα που αγόρασε, συστήθηκαν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες σε βάρος των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, που περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης και περιλήφθηκαν διατάξεις κανονισμού της οροφοκτησίας.
Ότι ο αντιπρόσωπός του ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης διαφορετικά χωρίς εξουσία αντιπροσώπευσης και ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συμβολαιογραφικής πράξης της τροποποίησης της οροφοκτησίας, ως συνομολογηθείσα από αντιπρόσωπο χωρίς πληρεξουσιότητα διαφορετικά λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας άλλως ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, ως προς δε τις διατάξεις της που περιέχουν κανονισμό και λόγω μη μεταγραφής αυτής, ως κανονισμού, να του αποδοθούν οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι που αφαιρέθηκαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη εξαιτίας της παραπάνω έλλειψης της πληρεξουσιότητας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητάς του από τη στέρηση της χρήσης των κοινοχρήστων χώρων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής, που στήριζε το αίτημα αυτής για την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της αρχικής οροφοκτησίας πράξης επειδή, συνομολογήθηκε από τον αντιπρόσωπο του ενάγοντος καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης, που ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα, με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, όπως τούτο διαλαμβανόταν στην αγωγή ο ενάγων χορήγησε στο σύζυγο της εναγομένης την εντολή και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων "να τροποποιεί ή να συντάσσει πράξεις οριζόντιας ιδιοκτησίας" ως αντιπρόσωπός του και επομένως η κατάρτιση της τροποποιητικής της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη στην οποία συμβλήθηκε ο τελευταίος με την εναγομένη, ως αντιπρόσωπος αυτού (ενάγοντος), εμπίπτει στην πληρεξουσιότητα που του χορηγήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος, ως αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από τη σχετική πράξη.
Περαιτέρω δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής ως προς τις περιλαμβανόμενες στην τροποποιητική της οροφοκτησίας πράξη διατάξεις που αποτελούν κανονισμό, ως συνομολογηθείσες από αντιπρόσωπο χωρίς εξουσία αντιπροσώπευσης και απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της ίδιας πράξης ως αντίθετης προς τα χρηστά ήθη, καθώς και το κεφάλαιο αυτής περί αποζημιώσεως.
Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης άσκησε έφεση ο ενάγων παραπονούμενος για την απόρριψη των λοιπών κεφαλαίων της αγωγής και αντέφεση η αναιρεσείουσα παραπονούμενη για την εν μέρει παραδοχή της αγωγής. Το Εφετείο εξέδωσε την 10241/1998 εν μέρει οριστική και εν μέρει προδικαστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, επικύρωσε δε την πρωτοβάθμια απόφαση, 1) κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, 2) κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση αυτής που στήριζε το αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής πράξης ως αντίθετης με τα χρηστά ήθη, 3) ως προς την απόρριψη του αιτήματος περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και 4) ως προς την απόρριψη μέρους της αιτούμενης αποζημίωσης και ως προς τα κεφάλαια αυτά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Περαιτέρω το Εφετείο σε σχέση με την αγωγή με την ίδια απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αγωγή ήταν και είναι μη νόμιμη αλλιώς αόριστη ως προς τις αμέσως πιο κάτω κύρια και επικουρικές βάσεις της, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη και ειδικότερα ως προς την κύρια βάση με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι η καταρτισθείσα με το συμβόλαιο τροποποιητική πράξη της ένδικης οροφοκτησίας δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα για τον ενάγοντα, ως καταρτισθείσα χωρίς εξουσία αντιπροσώπευσής του, σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτίθεται στην εκκαλουμένη απόφαση", επικυρώνοντας έτσι την πρωτοβάθμια κρίση ως προς την αγωγική αυτή βάση.
Ακολούθως το Εφετείο με την ίδια απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονείται ο εκκαλών (αναιρεσίβλητος), ότι κατά την υπογραφή της επίμαχης τροποποιητικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία συμβλήθηκε αυτός δια του πληρεξουσίου του, υπερέβη αυτός ο πληρεξούσιος τις εντολές που είχε δυνάμει του άνω πληρεξουσίου και ότι η πράξη αυτού του πληρεξουσίου είναι αντίθετη προς τα συμφέροντά του.
Ο αμέσως πιο πάνω λόγος εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν, καθ' όσον ο άνω πληρεξούσιος ενήργησε καθ' υπέρβαση της εντολής που του παρείχε το ίδιο πληρεξούσιο, σύμφωνα με τα στην προηγούμενη σκέψη εκτεθέντα και εντεύθεν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το σημείο αυτό".
Έτσι δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς την κύρια παραπάνω βάση της για την αναγνώριση της ακυρότητας της τροποποιητικής της οροφοκτησίας πράξης, καθώς και ως προς μέρος του κεφαλαίου αυτής περί αποζημιώσεως του ενάγοντος, ως προς το οποίο διέταξε αποδείξεις με μάρτυρες καθώς και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 5419/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου, που δέχθηκε ως κατά ένα μέρος βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η τροποποιητική της συστατικής της οροφοκτησίας πράξη, ως συνομολογηθείσα από αντιπρόσωπο καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης, κατά το μέρος που αφορά τη μεταβίβαση των κοινοχρήστων χώρων αποκλειστικά στην κυριότητα της αναιρεσείουσας και την παραχώρηση των κοινοχρήστων χώρων στην αποκλειστική της χρήση, την οποία και υποχρέωσε να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο τους κοινόχρηστους χώρους κατά ποσοστό 33%.
Από τα προεκτιθέμενα προκύπτει ότι στην προσβαλλομένη προδικαστική απόφαση του Εφετείου περιέχονται οριστικές κρίσεις ως προς το νόμω βάσιμο αγωγικών αιτημάτων, πλην όμως στη συνέχεια η ίδια απόφαση αντιφάσκει προς την αρχική της θέση σε σχέση με την κύρια παραπάνω βάση της αγωγής. Ειδικότερα η προδικαστική αυτή απόφαση, ενώ αρχικά δέχεται με αιτιολογία που επέχει θέση διατακτικού ότι δεν είναι νόμιμη η παραπάνω αγωγική βάση, διαφορετικά ότι είναι αόριστη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή επειδή ο αντιπρόσωπος του ενάγοντος κατά την κατάρτιση της τροποποιητικής παραπάνω δικαιοπραξίας ενήργησε εντός των ορίων της χορηγηθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας, δέχεται συνακόλουθα συναφή λόγο εφέσεως ως βάσιμο και κατ' ουσίαν και στη συνέχει αντιφάσκουσα προς την προηγούμενη κρίση της δέχεται ότι ο αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου ενήργησε κατά την κατάρτιση της ίδιας δικαιοπραξίας χωρίς πληρεξουσιότητα και εξαφάνισε κατά τούτο την εκκληθείσα απόφαση, την κρίση της οποίας επί του ιδίου ζητήματος είχε προηγουμένως επικυρώσει.
Οι ίδιες αντιφατικές κρίσεις ενσωματώθηκαν στην οριστική απόφαση του Εφετείου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στις προσβαλλόμενες αποφάσεις η από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι βάσιμος, δοθέντος ότι οι αιτιολογίες τους ως προς την κύρια βάση της αγωγής επέχουν θέση διατακτικού είναι μεταξύ τους αντιφατικές και η αντιφατικότητα αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση της ακυρότητας της τροποποιητικής της οροφοκτησίας πράξης, ως συνομολογηθείσας από αντιπρόσωπο καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης, που είχε ζητηθεί με αυτήν. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της συγγενικής τους σχέσης ως αδελφών (αρθρ. 178 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 του αρ. 2 του Ν.4045/2012, στους καταθέσαντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις 10241/1998 και 5419/2012 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις.
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στους καταθέσαντες.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ