2152/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Legislator headnote
AI generated2152/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): επιταγή, ποσού 2.000.000 δραχμών 2) την 5-1-1999, την υπ΄ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.485.000 δραχμών και 3) την 31-1-1999, την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.500.000 δραχμών, όλες σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", οι οποίες επιταγές, όταν εμπροθέσμως εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.
Full text
Απόφαση 2152 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2152/2006 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένουΧ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1857/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 380/2006.
΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, με αριθμό πρωτ. 216/16-5-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την υπ' αριθμ. 5/1-2-2006 αίτηση αναιρέσεως τουΧ, κατά του υπ' αριθμ. 1857/20-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής:
Η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 473 παρ. 1 και 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθρο 528 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι αυτή τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, ως προς το κατ' ουσίαν παραδεκτό ή μη αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) ... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ' όψιν του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που στην πραγματικότητα διέπραξε.
Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψιν τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 355/2003 Ποιν.
Χρ. ΝΓ' σελ. 1077). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ καταδικάστηκε, με την υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, καθώς και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 Π.Κ.
και 79 Ν.5960/1933), το οποίο συνίστατο στο ότι, στη ..., την 15-11-1998, την 5-1-1999 και την 31-1-1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε, μαζί με το συγκατηγορούμενό του και επίσης καταδικασθέντα στις ίδιες ποινές Ζ, επιταγές που δεν πληρώθηκαν επί πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής αυτών και, συγκεκριμένως, εξέδωσε: 1) την 15-11-1998, την υπ' αριθμ. ...
επιταγή, ποσού 2.000.000 δραχμών 2) την 5-1-1999, την υπ΄ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.485.000 δραχμών και 3) την 31-1-1999, την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.500.000 δραχμών, όλες σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", οι οποίες επιταγές, όταν εμπροθέσμως εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.
Η απόφαση αυτή (υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003) κατέστη ήδη αμετάκλητη, δεδομένου ότι οι εφέσεις που άσκησαν αυτός και ο προαναφερθείς συγκατηγορούμενός του Ζ κατ' αυτής απερρίφθησαν ως ανυποστήρικτες με την υπ΄ αριθμ. 2724/10-2-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε, εντός των νομίμων προθεσμιών, κανένα ένδικο μέσο, όπως αυτό προκύπτει από την από 18-11-2005 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Μετά το αμετάκλητο της καταδίκης του, υπέβαλε αυτός την κατατεθείσα την 21-11-2005, από 15-11-2005, αίτηση για επανάληψη προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας που είχε περατωθεί με την ως άνω υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αίτηση ισχυριζόταν ότι, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύονταν ότι έπρεπε να αθωωθεί για το προαναφερθέν αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και, συνεπώς, ότι αδίκως είχε καταδικασθεί για το αδίκημα αυτό.
Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα αίτησή του, προέβαλε αυτός τον ισχυρισμό ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στις ως άνω επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΡΕΠΟ ΛΑΪΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.", δεν είχαν τεθεί από αυτόν, αλλά από το συγκατηγορούμενό του Ζ, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε τις μαρτυρίες της ...
και ..., υπαλλήλου της εταιρείας "ΡΕΠΟ ΛΑΪΝ Α.Β.Ε.Ε." κατά τη χρονική περίοδο 1994-1995 και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρείας κατά τη χρονική περίοδο από 10-1-1994 μέχρι 22-3-1996, αντιστοίχως, οι οποίες και πράγματι, με τις υπ' αριθμ. 28468/21-11-2005 και 28469/21-11-2005 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή, βεβαίωσαν ότι οι υπογραφές στις επιταγές, κάτω από την εταιρική σφραγίδα, δεν ετέθησαν από το Χ, αλλά από το συγκατηγορούμενό του και επίσης καταδικασθέντα με την υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση Ζ.
Σχετικώς με αυτόν τον επιβεβαιούμενο από τις ως άνω μάρτυρες ισχυρισμό του Χ, στο προσβαλλόμενο βούλευμα επισημαίνεται ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εμφανίσθηκαν ούτε οΧ, ούτε ο Ζ, αντιπρόεδρος και πρόεδρος, αντιστοίχως, του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "ΡΕΠΟ ΛΑΪΝ Α.Β.Ε.Ε.", οι οποίοι καταδικάστηκαν ερήμην, ενώ, αντιθέτως, εμφανίσθηκαν οι συγκατηγορούμενοί τους ..., ...
και ..., οι οποίοι και αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση. Επισημαίνεται, επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι Χ και Ζ δεν εμφανίσθηκαν ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να απορριφθούν οι εφέσεις τους ως ανυποστήρικτες, ενώ και οι εξετασθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή μάρτυρες ...
και ... δεν εξετάσθηκαν σε κανένα δικαστήριο, αλλά εμφανίσθηκαν το πρώτον ενώπιον της συμβολαιογράφου αυτής, για να βεβαιώσουν, επτά (7) περίπου χρόνια μετά την έκδοση των προαναφερθεισών ακάλυπτων επιταγών, ότι οι υπογραφές στις επιταγές αυτές δεν ετέθησαν από το Χ, αλλά από το συγκατηγορούμενό του Ζ. Τέλος, όπως επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, το γεγονός ότι οι υπογραφές στις επίμαχες επιταγές δεν είχαν τεθεί από το Χ, αλλά από το συγκατηγορούμενό του Ζ, δεν ήταν άγνωστο στο δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την υπ΄αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση, όπως αυτό προκύπτει από το ότι, αν και ο επίσης κατηγορούμενος στην ίδια δίκη..., στην ενώπιον του δικαστηρίου αυτού απολογία του, είχε υποστηρίξει ότι τις υπογραφές στις επιταγές είχε θέσει ο Ζ και όχι ο ίδιος ή οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, μεταξύ των οποίων και ο Χ, παρά τούτο το δικαστήριο δεν αξιολόγησε θετικά το γεγονός αυτό υπέρ του Χ.
Κατά συνέπεια, καταλήγει το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι προσκομισθείσες από το Χ ένορκες βεβαιώσεις, με τις οποίες, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, επιχειρείται, ανεπιτρέπτως και χωρίς να συντρέχει κάποια νόμιμη περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 περ.2η Κ.Π.Δ., η ανατροπή των όσων αμετακλήτως δέχθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων στα οποία το δικαστήριο που τον καταδίκασε στήριξε την καταδικαστική του κρίση και, για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε την αίτησή του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι, καθώς και ότι τα στοιχεία που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων Χ δεν καθιστούν φανερή την αθωότητα αυτού.
Ο άλλος προβαλλόμενος από αυτόν αναιρετικός λόγος, της απόλυτης ακυρότητας, ο οποίος, κατά τα όσα υποστηρίζει, εδράζεται στο ότι παρέλειψε ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης να διατάξει, προς έλεγχο του βασίμου της αιτήσεώς του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, την εξέταση των προταθέντων από αυτόν μαρτύρων (των δύο που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις και ενός ακόμη), με συνέπεια, στη συνέχεια, ακύρως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης να αποφανθεί επί της αιτήσεώς του και, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1857/20-12-2005 βούλευμά του, να την απορρίψει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η παράλειψη του κατά το άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ.
αρμοδίου Εισαγγελέα να ελέγξει, κατά τα στο άρθρο αυτό οριζόμενα, το βάσιμο της υποβληθείσης σ' αυτόν αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, αναπληρούμενη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., δια της παρασχεθείσης στο αρμόδιο να κρίνει επί της αιτήσεως Συμβούλιο εξουσίας να διατάξει, κατά την κρίση του, συμπληρωματική έρευνα προς βεβαίωση του βασίμου ή μη των λόγων της αιτήσεως, δεν επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, θεμελιώνουσα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, ούτε εμπίπτει σε κάποιον άλλο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς στο άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ.
αναφερομένους (ΑΠ 439/1976 Ποιν. Χρ. ΚΣΤ' σελ. 828). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος στο Συμβούλιο, για το λόγο ότι λεπτομερώς αναπτύσσει αυτός τις απόψεις του στην πολυσέλιδη αναίρεσή του.
Για τους ανωτέρω λόγους Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 5/1-2-2006 αίτηση αναιρέσεως τουΧ, κατά του υπ' αριθμ. 1857/20-12-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω Χ και 3) να απορριφθεί το αίτημα του αυτού ως άνω Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο.
Αθήναι, 11-4-2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Νικ. Τσίμας"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων,Χ, καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, καθώς και σε χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 Π.Κ.
και 79 Ν.5960/1933), το οποίο συνίστατο στο ότι, στη ..., στις 15-11-1998, στις 5-1-1999 και στις 31-1-1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση εξέδωσε, μαζί με το συγκατηγορούμενό του και επίσης καταδικασθέντα στις ίδιες ποινές, Ζ, επιταγές που δεν πληρώθηκαν επί πληρωτή, στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής αυτών και, συγκεκριμένως, εξέδωσε: 1) στις 15-11-1998, την υπ' αριθμ. ...
επιταγή, ποσού 2.000.000 δραχμών 2) στις 5-1-1999, την υπ΄ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.485.000 δραχμών και 3) στις 31-1-1999, την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.500.000 δραχμών, όλες σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", οι οποίες, όταν εμπροθέσμως εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων.
Η απόφαση αυτή (υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003) κατέστη ήδη αμετάκλητη, δεδομένου ότι οι εφέσεις που άσκησαν αυτός και ο προαναφερθείς συγκατηγορούμενός του Ζ κατ' αυτής απορρίφθηκαν, ως ανυποστήρικτες με την υπ΄ αριθμ. 2724/10-2-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε, εντός των νομίμων προθεσμιών, κανένα ένδικο μέσο, όπως αυτό προκύπτει από την από 18-11-2005 υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Μετά το αμετάκλητο της καταδίκης του, υπέβαλε αυτός την κατατεθείσα την 21-11-2005, από 15-11-2005, αίτηση για επανάληψη προς όφελός του της ποινικής διαδικασίας που είχε περατωθεί με την ως άνω υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ισχυριζόταν ότι, μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, καταδεικνύονταν ότι έπρεπε να αθωωθεί για το προαναφερθέν αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και, συνεπώς, ότι αδίκως είχε καταδικασθεί για το αδίκημα αυτό.
Ειδικότερα, με την προαναφερθείσα αίτησή του, προέβαλε αυτός τον ισχυρισμό ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στις ως άνω επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΡΕΠΟ ΛΑΪΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.", δεν είχαν τεθεί από αυτόν, αλλά από το συγκατηγορούμενό του Ζ, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε τις μαρτυρίες της ...
και ..., υπαλλήλου της εταιρείας "ΡΕΠΟ ΛΑΪΝ Α.Β.Ε.Ε." κατά τη χρονική περίοδο 1994-1995 και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρείας κατά τη χρονική περίοδο από 10-1-1994 μέχρι 22-3-1996, αντιστοίχως, οι οποίες και πράγματι, με τις υπ' αριθμ. 28468/21-11-2005 και 28469/21-11-2005 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντιστοίχως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή, βεβαίωσαν ότι οι υπογραφές στις επιταγές, κάτω από την εταιρική σφραγίδα, δεν ετέθησαν από το Χ αλλά από το συγκατηγορούμενό του και επίσης καταδικασθέντα με την υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση Ζ.
Σχετικώς με αυτόν τον επιβεβαιούμενο από τις ως άνω μάρτυρες ισχυρισμό του Χ, στο προσβαλλόμενο βούλευμα επισημαίνεται ότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εμφανίσθηκαν ούτε ο Χ, ούτε ο Ζ, αντιπρόεδρος και πρόεδρος, αντιστοίχως, του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "ΡΕΠΟ ΛΑΪΝ Α.Β.Ε.Ε.", οι οποίοι καταδικάστηκαν ερήμην, ενώ, αντιθέτως, εμφανίσθηκαν οι συγκατηγορούμενοί τους ..., ...
και ..., οι οποίοι και αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επισημαίνεται, επίσης, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι οι Χ και Ζ δεν εμφανίσθηκαν ούτε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να απορριφθούν οι εφέσεις τους, ως ανυποστήρικτες, ενώ και οι εξετασθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή μάρτυρες, ...
και ... δεν εξετάσθηκαν σε κανένα δικαστήριο, αλλά εμφανίσθηκαν το πρώτον ενώπιον της συμβολαιογράφου αυτής, για να βεβαιώσουν, επτά (7) περίπου χρόνια μετά την έκδοση των προαναφερθεισών ακάλυπτων επιταγών, ότι οι υπογραφές στις επιταγές αυτές δεν ετέθησαν από το Χ, αλλά από το συγκατηγορούμενό του Ζ. Τέλος, όπως επισημαίνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, το γεγονός ότι οι υπογραφές στις επίμαχες επιταγές δεν είχαν τεθεί από το Χ, αλλά από το συγκατηγορούμενό του Ζ, δεν ήταν άγνωστο στο δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την υπ΄αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφαση, όπως αυτό προκύπτει από το ότι, αν και ο επίσης κατηγορούμενος στην ίδια δίκη ..., στην ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού απολογία του, είχε υποστηρίξει ότι τις υπογραφές στις επιταγές είχε θέσει ο Ζ και όχι ο ίδιος ή οι άλλοι συγκατηγορούμενοί του, μεταξύ των οποίων και οΧ, παρά τούτο το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε θετικά το γεγονός αυτό υπέρ του Χ.
Κατά συνέπεια, καταλήγει το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι προσκομισθείσες από το Χ ένορκες βεβαιώσεις, με τις οποίες, ως νέα αποδεικτικά στοιχεία, επιχειρείται, ανεπιτρέπτως και χωρίς να συντρέχει κάποια νόμιμη περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 525 παρ. 1 περ.2 Κ.Π.Δ., η ανατροπή των όσων αμετακλήτως δέχθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 22756/19-5-2003 απόφασης, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν την αποδεικτική δύναμη των στοιχείων στα οποία το Δικαστήριο που τον καταδίκασε στήριξε την καταδικαστική του κρίση και, για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε την αίτησή του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, αφού: α) αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας κρίση, β) εκτίμησε όλα τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο αιτών, σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και γ) περιέχει τους συλλογισμούς και σκέψεις με βάση τις οποίες κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως κρίση.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα πλήττεται για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, καθόσον, τέτοιος λόγος αναιρέσεως δεν προβλέπεται από το άρθρο 484 του ίδιου Κώδικα για δικονομικές διατάξεις, όπως είναι και οι προδιαληφθείσες, η παραβίαση των οποίων θα συνιστά λόγο αναιρέσεως, είτε για απόλυτη ακυρότητα, είτε για παραβίαση του δεδικασμένου, είτε για παράνομη (άρθρο 476 ΚΠΔ) απόρριψη της έφεσης κατά βουλεύματος ως απαράδεκτης, είτε, τέλος, για υπέρβαση εξουσίας, περί των οποίων εδώ δεν πρόκειται.
Τέλος και ο έτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, εδραζόμενος στο ότι παρέλειψε ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης να διατάξει, προς έλεγχο του βασίμου της αιτήσεως για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, την εξέταση των προταθέντων από τον αιτούντα μαρτύρων (των δύο που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις και ενός ακόμη), με συνέπεια ακύρως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης να αποφανθεί επί της αιτήσεώς του και με το προσβαλλόμενο βούλευμά του να απορρίψει την αίτησή του, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η παράλειψη του κατά το άρθρο 527 παρ. 3 του ΚΠΔ αρμόδιου Εισαγγελέα να ελέγξει, κατά τα στο άρθρο αυτό οριζόμενα, το βάσιμο της υποβληθείσας σ' αυτόν αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, δεν επιφέρει κατά ρητή δικονομική διάταξη απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος.
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο αυτό, για το λόγο ότι διεξοδικώς, με την πολυσέλιδη αναίρεσή του, αναπτύσσει τις απόψεις του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το από 1 Φεβρουαρίου 2006 αίτημα του αιτούντος, Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο.
Απορρίπτει την από 1 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1857/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ