Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient legal reasoning on joint liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a traffic accident case. The lower court had dismissed the pedestrian's claim by finding the driver jointly liable, but the Supreme Court found the reasoning regarding the driver's lack of fault to be legally insufficient. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial before a different panel of judges, and the insurance company was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 KPolD; Art. 580 para. 3 KPolD; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of legal basis is admissible when the lower court's decision lacks sufficient reasoning on the necessary factual circumstances for applying the relevant legal provisions, thereby rendering the legal characterization of the facts unclear and the decision devoid of a legal foundation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2151 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2151/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Χρυσικόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" κατόπιν τροποποιήσεως της επωνυμίας της αρχικά αναιρεσιβλήτου εταιρείας "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3302/2005 μη οριστική και 4244/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6261/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 4/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6261/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τον πρώτο λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 516/2005). Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας της εναγομένης-οδηγού του αυτοκινήτου, το οποίο προεκάλεσε τον τραυματισμό του ενάγοντος-πεζού. "Στις ... και περί ώρα 13:35 η ..., οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, βρισκόταν σε προσωρινή διακοπή πορείας προ του ερυθμού σηματοδότη, επί της οδού ..., όπου εκινείτο, και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, προτιθέμενη, έχοντας θέσει σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες πορείας του αυτοκινήτου, να στρίψει αριστερά, προκειμένου να εισέλθει επί της Λεωφόρου ...
στο προς .... ρεύμα κυκλοφορίας αυτής. Όταν ο φωτεινός σηματοδότης επί της ... έδειξε πράσινο φως, η ανωτέρω οδηγός ξεκίνησε κανονικά, διήλθε διαγωνίως το προς Σύνταγμα ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου ... και ενώ δεν είχε ακόμη ευθυγραμμιστεί στην μεσαία λωρίδα του προς ... ρεύματος κυκλοφορίας αυτής, παρέσυρε και τραυμάτισε τον ηλικίας 28 ετών πεζό ενάγοντα, ο οποίος την στιγμή εκείνη επιχείρησε εντελώς αιφνιδιαστικά να διασχίσει κάθετα, σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, το προς ...
ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου .... Η Λεωφόρος ...είναι διπλής κατευθύνσεως με διαχωριστική νησίδα στο μέσον, πλάτους 1μ, στο δε ανωτέρω σημείο το πλάτος οδοστρώματος είναι 10,80 μ. ανά κατεύθυνση και έχει από τρείς λωρίδες κυκλοφορίας κάθε ρεύμα αυτής. Κατά τον ανωτέρο χρόνο επικρατούσε φως ημέρας, η κατάσταση του δρόμου ήταν καλή (οδόστρωμα ξηρό), η κυκλοφορία των οχημάτων πυκνή, σε απόσταση δε 25μ.
από το ανωτέρω σημείο του ατυχήματος υπάρχει σηματοδοτημένη και διαγραμμισμένη διάβαση πεζών. Ο ενάγων, πριν το ατύχημα, αφού κατήλθε στο οδόστρωμα της ανωτέρω Λεωφόρου, διέσχισε αρχικά τρέχοντας το προς Σύνταγμα ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, εν συνεχεία ανήλθε στη διαχωριστική νησίδα, πλησίον του φωτεινού σηματοδότη για τα οχήματα, και συνεχίζοντας την πορεία του, κατήλθε εκ νέου ανέλεγκτα στο οδόστρωμα του προς ...
ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου, επιχειρώντας να διασχίσει βιαστικά κάθετα και αυτό το ρεύμα, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ως άνω αυτοκινήτου. Αποτέλεσμα της αιφνίδιας αυτής, βιαστικής και ασύνετης κίνησης του πεζού επί του οδοστρώματος ήταν, ενώ αυτός διέσχιζε την μεσαία λωρίδα του προς ...
ρεύματος της Λεωφόρου, να παρεμβληθεί στην πορεία του πιο πάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο, κινούμενο διαγωνίως εκ της οδού ..., δεν είχε ακόμη ευθυγραμμισθεί στο εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, που κατευθυνόταν, και παρά την άμεση τροχοπέδηση που διενήργησε η ανωτέρω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, μόλις τον αντελήφθη, να κτυπηθεί με το εμπρόσθιο τμήμα του και να τραυματισθεί σοβαρά στο δεξιό του πόδι.
Το σημείο του ατυχήματος εντοπίζεται στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του προς ... ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου... (βλ. και σχεδιάγραμμα Τροχαίας). Το ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του τελευταίου. Συνίσταται δε αυτή στο ότι ο ενάγων, αμελώς και ασυνέτως συμπεριφερόμενος, μολονότι ήταν υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει τη διάβαση των πεζών, που υπήρχε σε απόσταση 25 μόλις μέτρων από το σημείο του ατυχήματος, εντούτοις αυτός δεν συμμορφώθηκε με την ως άνω υποχρέωσή του, αλλά κατήλθε στο οδόστρωμα λεωφόρου μεγάλης κυκλοφορίας και επιχείρησε να διασχίσει πεζός, κάθετα και βιαστικά, το οδόστρωμα αυτής, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, αλλά η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες οχημάτων, και σε κάθε περίπτωση, χωρίς προηγουμένως αυτός να ελέγξει, όπως όφειλε να κάνει, πριν ενεργήσει την ανωτέρω κίνησή του, την κίνηση στην Λεωφόρο αυτή, και λάβει υπ' όψιν του την ταχύτητα και απόσταση των οχημάτων που πλησίαζαν και βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία αυτών (ΚΟΚ 38).
Εάν πραγματοποιούσε τον έλεγχο αυτό, οπωσδήποτε θα αντιλαμβανόταν το εκ δεξιών του ερχόμενο από την... ΙΧΕ αυτοκίνητο, αφού ήταν ημέρα και είχε απεριόριστη ορατότητα και θα ανέμενε την διέλευσή του, πριν ο ίδιος κατέλθει από τη διαχωριστική νησίδα στο οδόστρωμα, όπου το ΙΧΕ αυτοκίνητο κανονικά πλησίαζε και ήδη βρισκόταν σε εγγύτατη απόσταση από αυτόν.
Αντιθέτως, την οδηγό του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου δεν αποδείχθηκε να βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση του τραυματισμού του ανωτέρω. Τούτο δε, διότι αυτή εκινείτο με το αυτοκίνητο κανονικά, με ταχύτητα η οποία δεν υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο των 50 χιλ./ωρ., έχοντας στην πορεία της πράσινο φωτεινό σηματοδότη και εν λειτουργία τους αριστερούς δείκτες πορείας αυτού, λόγω δε της περιορισμένης ορατότητας που αυτή είχε του προς ...
ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου, εξαιτίας της διαγωνίου πορείας της, προς αριστερά εκ της ..., και της μη πλήρους ευθυγράμμισης του αυτοκινήτου επί της Λεωφόρου, κατά την στιγμή του ατυχήματος και κυρίως λόγω της αιφνίδιας εισόδου στην πορεία της του ανωτέρω βιαστικά κινούμενου πεζού και της μικρής απόστασης (2 περίπου μέτρων), δεν μπόρεσε, παρά το άμεσο φρενάρισμα που αυτή διενήργησε, μόλις τον αντελήφθη, να αποφύγει το ατύχημα.
Υπό τις, ως άνω, παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε, ότι ήταν απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσία, η αγωγή του ενάγοντος-τραυματισθέντος πεζού και αφού δέχθηκε, ως κατ' ουσία βάσιμη, την έφεση της εναγομένης νυν αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικής εταιρείας, την ασκηθείσα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε κάνει δεκτή την αγωγή του, κρίνοντας την οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως συνυπαίτια, για την επέλευση του τραυματισμού του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή.
Με το να κρίνει, όμως, έτσι το δικάσαν Εφετείο, παρεβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 914, 330, 300 ΑΚ και άρθ. 38 και 39 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ και εστέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σαυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας (συνυπαιτιότητας) της οδηγού τυ ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Ειδικώτερα, ενώ δέχεται ότι στο σημείο του ατυχήματος, το πλάτος του οδοστρώματος της Λωφόρου ... είναι σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας 10,80μ. και έχει (σε κάθε ρεύμα) τρεις λωρίδες κυκλοφορίας (άρα κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,60 μ.) όπως επίσης, δέχεται ότι η παράσυρση του πεζού έλαβε χώρα στη μεσαία λωρίδα, εν τούτοις δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο η οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε δυνατότητα να αντιληφθεί τον πεζό, μόλις αυτός κατέβηκε από τη διαχωριστική νησίδα, καθώς και κατά τη διάρκεια που αυτός διέσχιζε την αριστερή και στη συνέχεια τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και για ποιο λόγο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αντιλήφθηκε αυτόν μόνον όταν ο τελευταίος έφθασε σε απόσταση περίπου 2 μέτρα από το αυτοκίνητο της.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος, από το αρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τους λοιπούς (αναφερομένους στο ίδιο ζήτημα) λόγους αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6261/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών..
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ