Supreme Court partially allows appeal on liability allocation for two defendants while dismissing it for seven others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding seven defendants but allowed it concerning two others, specifically the eighth plaintiff and an insurance company. The court found the lower court's reasoning on liability allocation for the first group was sound, whereas the second group required re-examination. Consequently, the judgment was annulled only for the latter pair, and the case was remanded for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 482, 914, 926, 927 of the Civil Code; The degree of fault of one of several joint tortfeasors is irrelevant for establishing their full liability but matters only for the internal distribution of responsibility among co-tortfeasors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2151 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2151/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2)Χ2, κατοίκου ομοίως, 3)ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ψ1, 2)Ψ2 , 3)Ψ3 , 4)Ψ4 , 5)Ψ5, 6)Ψ6 , 7)Ψ7 8)Ψ8 9)Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "LE MONDE Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Ασημακόπουλο, ο 8ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Νταραντάνη, ενώ η 9η λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της εκπροσωπήθηκε από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" που συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπλάτσιο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., που αναγνώστηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 20/7/2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2855/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5496/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/10/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Μετά την κατά το άρθρο 286 στοιχ. β' ΚΠολΔ βίαια διακοπή της δίκης που επήλθε με την ανάκληστη της αδείας λειτουργίας της ένατης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας νομίμως ήδη συνεχίζεται η δίκη και ως προς αυτή ύστερα από δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", η οποία έχει περιληφθεί στο δικόγραφο από 17-10-2007 της δήλωσης του εν λόγω νομικού προσώπου κατά το άρθρο 242 παρ. 2, ΚΠολΔ, όπως ισχύει, που υπογράφεται από τον δικηγόρο του και παραδόθηκε εμπροθέσμως στον αρμόδιο γραμματέα, καταχωρίστηκε δε στο πινάκιο και αναγνώστηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, με σχετική καταχώριση στα πρακτικά, εν όψει του ότι το "Επικουρικό Κεφάλαιο" σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 β παρ. 13 του Ν.Δ. 400/1970, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 Ν. 2170/1993 υποκατέστησε την αναιρεσίβλητη εταιρεία στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της (ΑΠ 90/1997).
ΙΙ. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, χωρίς να λάβει υπόψη το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού (40%) για το ατύχημα, και ακόμη με το να απορρίψει την από 2007.2004 αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι δεν βαρύνει αμέλειας τον όγδοο αναιρεσίβλητο για τον εν λόγω θάνατο, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επιδίκασε στους πρώτο, δεύτερη και τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ίδια χρηματικά ποσά που είχαν επιδικασθεί και πρωτοδίκως, γι΄ αυτό και υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένος γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι το πιο κάτω αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Στις 8/2/04 και περί ώρα 05.50΄ ο ενάγων και εναγόμενος Ψ8 οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη της από 20/7/04 αγωγής ασφαλιστική Εταιρία " LΕ ΜΟΝDΕ Α.Ε." εκινείτο επί της .....
οδού με κατεύθυνση από Αεροδρόμιο προς ......, με επιβαίνοντες τους ........ και ......... Όταν το όχημα τούτο, έφθασε στο ύψος της Ε. 26,4 χιλιομ. θέσης της .... Οδού, από αμέλεια του οδηγού του, λόγω και της αυξημένης ταχύτητας με την οποία εκινείτο, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και, αφού προσέκρουσε δύο φορές στο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο ασφαλείας αφήνοντας ίχνη ξυσίματος 3,60 μ.
και 3 μ., αντίστοιχα, τελικά ακινητοποιήθηκε διαγώνια επί της οδού, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Γ1 οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο, με επιβαίνοντες τους ..... και Ψ4, εκινείτο επί της ίδιας οδού ομόρροπα με το ως άνω αυτοκίνητο, λίγο όπισθεν τούτου και στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας.
Στο άνω σημείο της η ........ οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα προς ....., και μία επί πλέον λωρίδα κυκλοφορίας πλατ. 3,60 μ. για τα οχήματα που θέλουν να κινηθούν προς την έξοδο ....., οι οποίες (κατευθύνσεις) χωρίζονται μεταξύ τους με τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο ασφαλείας πλατ. 1,20 μ., είναι ευθεία, με κατωφέρεια, και μικρή κλίση και πλάτος οδοστρώματος του ρεύματος προς ...... 12 μ., ενώ κατά τον άνω χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, ήταν νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η κυκλοφορία οχημάτων μικρή και πεζών ανύπαρκτη (απαγορεύεται), η ορατότητα δεν περιορίζετο, και το όριο ταχύτητας ρυθμίζετο με πινακίδα σε 100 χιλιομ.
την ώρα. Αμέσως, μετά την κατά τα άνω πρόσκρουση του προαναφερόμενου με αρ. κυκλ. ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου στο τσιμεντένιο στηθαίο και την ακινητοποίησή του κάθετα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς ....., ο οδηγός του επερχομένου με αρ. κυκλ. άνω....... ΙΧΕ αυτοκινήτου Αν. Πάντου, φίλος του οδηγού Ψ8, αντιληφθείς τούτο, (ατύχημα) κινήθηκε στην άκρα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της .....
οδού, ακινητοποίησε το όχημά του σε απόσταση 20 μ. περίπου έμπροσθεν του ανωτέρω αυτοκινήτου και στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και οδηγός και επιβαίνoντες, μεταξύ των οποίων και ο Ψ4, εξήλθαν από το αυτοκίνητο και αφού διέσχισαν κάθετα το οδόστρωμα της ..... οδού από δεξιά προς τα αριστερά, πλησίασαν το ακινητοποιημένο όχημα του Ψ8, προκειμένου να διαπιστώσουν αν τα επιβαίνοντα σ' αυτό πρόσωπα ήταν καλά ή είχαν τραυματιστεί και χρειάζονταν βοήθεια ή όχι.
Πλησίασαν, λοιπόν, το ακινητοποιημένο όχημα και αφού διαπίστωσαν ότι οι σ' αυτό επιβαίνοντες ήταν καλά έσπευσαν να απομακρυνθούν όλοι μαζί (οι επιβαίνοντες στο....... ΙΧΕ αυτοκίνητο και οι προστρέξαντες φίλοι τους) αφού ο οδηγός Ψ8 έθεσε σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) του αυτοκινήτου του. Ενώ οι πεζοί διέσχιζαν το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά για να κατευθυνθούν στη δεξιά πλευρά του ρεύματος προς .....
όπου είχε σταθμεύσει το οδηγούμενο από τον Γ1, αυτοκίνητο και οι πέντε από τους έξι συνολικά πεζούς είχαν ήδη διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του οδοστρώματος με τον Ψ4 τελευταίο στη σειρά, ευρισκόμενο στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας το με αρ. κυκλ. ...... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Χ1 (α' εναγομένου στην από 13/9/04 αγωγή) που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη της από 13/9/04 αγωγής ασφαλιστική εταιρία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΕΑΕΑΖ", οδηγούμενο από το Χ2 (β' εναγόμενο της από 13/9/04 αγωγής) έχοντας αναπτύξει μη επακριβώς εξακριβωθείσα, ελλείψει και ιχνών τροχοπεδήσεως στο οδόστρωμα, υπερβολική, όμως, για τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα, οδός με κατωφέρεια και με μικρή κλίση), ταχύτητα και κινούμενο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς.....
της .... οδού, στην προσπάθεια ελιγμού του οδηγού του προς τα δεξιά για ν' αποφύγει τη σύγκρουση με το ακινητοποιημένο όχημα του Ψ8 που του απέκλειε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο και το οποίο αντελήφθη από απόσταση 10-15 μετρ., παρέσυρε τον πεζό Ψ4, που τελευταίος διέσχιζε τη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της ......
οδού, να τον εκτινάξει πάνω στον ουρανό και στο καπώ του αυτοκινήτου του (έσπασε τον ανεμοθώρακα - παρμπρίζ) και, στη συνέχεια, στο οδόστρωμα σε απόσταση 40 μ. περίπου μπροστά από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Ψ8, να υποστεί έτσι βαρειές κακώσεις θώρακος, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του.
Στη συνέχεια, το ως άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ2, αφού έκανε περιστροφές, ανεξέλεγκτο προσέκρουσε στο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο, αφήνοντας αποξέσεις μήκους 4 μετρ. και τελικά ακινητοποιήθηκε στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας μπροστά από τον πεζό με μέτωπο αντίθετο προς την κατεύθυνση κυκλοφορίας, δηλ.
προς Αεροδρόμιο, σε απόσταση 67 μετρ. από το με αρ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Ψ8, αφού υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες. Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του οδηγού Χ2, όσο και του πεζού Ψ4. Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγομένου οδηγού Χ2 συνίσταται στο ότι ένεκα ελλείψεως της προσοχής, την οποία ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μετρίας συνέσεως οδηγός, κάτω από παρόμοιες με αυτόν συνθήκες, α) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή (12 παρ.
Ι ΚΟΚ), β) δεν είχε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (19 παρ.1 ΚΟΚ), γ) δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία αυτού μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και που βρίσκεται στο ορατό απ 'αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (19 παρ.2 ΚΟΚ) και εδώ προ του πεζού Ψ4, ο οποίος βρισκόταν ήδη στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς ......, ο ίδιος δε, ενόψει του ότι ήταν ευθεία με επαρκή τεχνητό φωτισμό και ορατότητα που δεν περιοριζόταν, μπορούσε να τον αντιληφθεί από απόσταση και να τον αποφύγει με αποτελεσματικό αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό και τροχοπέδηση, αλλά αντίθετα, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα (20 παρ. 1 ΚΟΚ), δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως, αφενός το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο αν και τούτο ήταν δυνατό, εφόσον οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, αφετέρου τον πεζό που διέσχιζε κάθετα την.....
οδό από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, να επιπέσει επί του πεζού με σφοδρότητα, να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Η αμέλεια δε του θανόντος πεζού Ψ4 συνίσταται στο ότι αυτός λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως κάθε μέσης σύνεσης πεζός, επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς .......
της ..... οδού, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του με αρ. κυκλ. ...... IXE αυτοκινήτου, παρότι απαγορευόταν η κυκλοφορία πεζών σ' αυτή, όντας οδός ταχείας κυκλοφορίας χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων και ότι μπορούσε να το πράξει ασφαλώς και ακινδύνως, δεδομένου ότι η κίνηση του ως άνω αυτοκινήτου ήταν ορατή για τον ίδιο, παρά ταύτα αν και δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών , αφού η κυκλοφορία των τελευταίων απαγορευόταν, κατήλθε στο οδόστρωμα το οποίο διέσχιζε ανέλεγκτα και απρόσεχτα με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ2 με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα, παραβαίνοντας έτσι με τη συμπεριφορά του αυτή τις διατάξεις των άρθρο 29 παρ.1, 38 ΚΟΚ.
Συνεπώς, το ποσοστό υπαιτιότητος για τον οδηγό Χ2 ανέρχεται σε 60% και για τον πεζό σε 40%. Συνυπαιτιότητα και του οδηγού Ψ8 στην πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών (θάνατος πεζού- υλικές ζημίες του ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου), δεν αποδείχθηκε. Ο τελευταίος, μόλις συνήλθε από το ατύχημα που υπέστη και αναφέρθηκε πιο πάνω, και απεγκλωβίστηκε από το έχον υποστεί σοβαρές υλικές ζημίες ΙΧΕ αυτοκίνητό του, λόγω της πρόσκρουσης του στο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο και την εξ αυτού ακινητοποίησή του κάθετα επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος προς ......., έθεσε σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), τούτου χωρίς να προλάβει να τοποθετήσει την κατά νόμο τριγωνική αντανακλαστική πινακίδα ή άλλη ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση, σε απόσταση 100 μέτρ. τουλάχιστον πίσω από το όχημα του, όπως όφειλε (29 παρ.3, 34 παρ. 9, 81 ΚΟΚ), καθόσον το με αρ. ...... αυτοκίνητο του Χ2 ακολούθησε σε μικρό χρον. διάστημα έτσι ώστε δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για την τοποθέτηση τούτων από τον οδηγό Ψ8, ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους πεζούς (προστρέξαντες και επιβαίνοντες στο αυτοκίνητό του), προσπάθησαν ν' απομακρυνθούν από το σημείο εκείνο που ήταν επικίνδυνο για τους πεζούς.
Το ότι δε το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στο άνω σημείο, λόγω της προσκρούσεως στο τσιμεντένιο στηθαίο και της βλάβης στο λάστιχο τούτου, δημιουργώντας έτσι κίνδυνο για τους διερχόμενους οδηγούς, δεν τελεί, εν προκειμένω, σε άμεση αιτιώδη συνάφεια τόσο με το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Ψ4, ο οποίος προσέτρεξε προς το ακινητοποιημένο όχημα όσο και στις υλικές ζημίες του αυτοκινήτου του Χ2 που δημιουργήθηκαν από την πρόσκρουση στον πεζό και στη συνέχεια στο τσιμεντένιο στηθαίο, εφ' όσον πεζός και οδηγός, αν είχαν επιδείξει την απαιτουμένη οδική συμπεριφορά, επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν, δεν θα επήρχοντο οι προαναφερόμενες συνέπειες.
Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, η εκκαλουμένη απόφαση που με την ίδια κατά βάση αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε συνυπαιτίους για την πρόκληση του ατυχήματος και τον από αυτό θανάσιμο τραυματισμό του θανόντος πεζού τόσο τον τελευταίο όσο και το δεύτερο εναγόμενο οδηγό κατά το ίδιο ποσοστό καθένα από αυτούς, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων και αντέφεσης που υποστηρίζουν τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εσφαλε όμως στην εκτίμηση των αποδείξεων με το να δεχθεί συνυπαιτιότητα και του οδηγού Ψ8 1ου εναγομένου της από 20/7/04 αγωγής στις υλικές ζημίες του αυτοκινήτου του ενάγοντος Χ1". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση, πλην άλλων, δέχθηκε κατ' ουσίαν: α) την από 22-11-2005 έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "LE MONDE A.E." (ήδη "Επικουρικό Κεφάλαιο") και β) την από 22-11-2005 έφεση του Ψ8 ως προς τον Χ1, απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις του Χ1 κατά της ασφαλιστικής εταιρείας "LE MONDE A.E." και Ψ8 και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τους ανωτέρω τρεις διαδίκους απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.7.2004 αγωγή του Χ1 κατά του Ψ8 και της ασφαλιστικής εταιρείας "LE MONDE Α.Ε." (ήδη "Επικουρικό Κεφάλαιο").
΄Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β΄ και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και, ειδικότερα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω τριών διαδίκων της από 20.7.2004 (139.093/7541/2004) αγωγής καθόσον δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο όγδοος αναιρεσίβλητος Ψ8 οδηγούσε κατά τη διάρκεια της νύχτας στις 8-2-2004 και περί ώρα 05.50΄ το υπ΄ αριθ. .......
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων, αστική ευθύνη, στην ένατη αναιρεσίβλητη, και ότι από αμέλειά του, λόγω και της αυξημένης ταχύτητας με την οποία εκινείτο επί της .... οδού με κατεύθυνση προς ....., παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και, αφού προσέκρουσε δύο φορές στο τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας, ακινητοποιήθηκε διαγώνια επί της εν λόγω οδού, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς επισήμανση, παρά μόνο, έχοντας αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ).
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2, οδηγούσε το υπ΄ αριθ. ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, με την ίδια κατεύθυνση και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, η οποία είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας και ότι στο υπόλοιπο οδόστρωμα βρίσκονταν ο θανατωθείς και τα άλλα πέντε άτομα που προαναφέρθηκαν και ότι έλαβαν χώραν, κατά τον εκτιθέμενο στην ίδια απόφαση τρόπο, ζημίες στο όχημα που οδηγούσε ο Χ2, από την παράσυρση του θανατωθέντος πεζού και την πρόσκρουσή του, στο τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το συμπέρασμα ότι οι πιο πάνω πράξεις και παραλείψεις του ογδόου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του ....... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που είχαν ως συνέπεια να εκτραπεί αυτό από την κανονική του πορεία και να ακινητοποιηθεί διαγώνια επί του οδοστρώματος καταλαμβάνοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος ήτοι σε σχέση με τις επικαλούμενες από τον Χ1 ζημίες του , στην από 20.7.2004 αγωγή του.
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του παραπάνω οδηγού Ψ8 που έχει εμπλακεί στο ατύχημα, σε σχέση, πάντοτε, με την κατ' αυτού ως άνω αγωγή. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει πόσο ακριβώς χρόνο ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα το όχημα που οδηγούσε ο Ψ8 μέχρι να καταφθάσει στο σημείο εκείνο της οδού το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ2, ώστε να διακριβωθεί με ασφάλεια αν ο Ψ8 είχε ή όχι τον απαιτούμενο χρόνο, αφ' ης ακινητοποιήθηκε το όχημά του αριστερά λόγω εκτροπής, να τοποθετήσει εγκαίρως την κατά του ΚΟΚ τριγωνική πινακίδα πίσω από το όχημα ή άλλη συσκευή, ώστε να αποτραπεί νέο ατύχημα, που τελικώς δεν απετράπη.
Κατά τα λοιπά και όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αφενός μεν των αναιρεσειόντων, αφετέρου δε των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες κατά το μέρος της που έκρινε συνυπαίτιους τον Χ2 και τον θανόντα πεζό για τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορούν τον αναιρεσείοντα Χ1 και τους δύο τελευταίους αναιρεσιβλήτους (Ψ8 και την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "LE MONDE A.E." από τους αριθμούς 1 και 19 της ΚΠολΔ 559, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντίθετα, οι ως άνω λόγοι, κατά το άνω μέρος τους που αφορούν όλους τους αναιρεσείοντες και τους επτά πρώτους αναιρεσιβλήτους, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά και ειδικότερα κατά το μέρος τους που πλήττουν την κρίση του Εφετείου περί μη συνυπαιτιότητας του Ψ8 όσον αφορά τον θάνατο του πεζού (κρίση οπωσδήποτε πλεοναστική) είναι αλυσιτελείς εν όψει των άρθρων 482.914.926 εδ. α' και 927 ΑΚ από τις οποίες προκύπτει ότι επί της εις ολόκληρον ευθύνης περισσοτέρων προσώπων ο βαθμός του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρο ευθύνης τους, αλλά μόνο στη μεταξύ των συνυπαιτίων δίκη, περί αναγωγής.
Κατόπιν τούτων, πρέπει: α) ν' απορριφθεί η αναίρεση ως προς τους επτά πρώτους αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη αυτών και β) να γίνει δεκτή η αναίρεση όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1 ως προς τους δύο τελευταίους αναιρεσιβλήτους (Ψ8 και ασφαλιστικής εταιρία με την επωνυμία "LE MONDE A.E." στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ"), να αναιρεθεί ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Χ1 (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 6-10-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 5496/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Ψ7.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Αναιρεί την 5496/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως στο σκεπτικό, δηλαδή μόνον όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του ενάγοντος Χ1 (πρώτου αναιρεσείοντος) και των υπ' αυτού εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (όγδοου και ενάτης) Ψ8 και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "LE MONDE Α.Ε." στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αμέσως ανωτέρω δύο αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Χ1, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ