Legislator Case Law & Legislation
2151/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forgery but allows partial reversal on fraud due to missing intent to defraud the victim.

Case Number 2151/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal regarding forgery due to lack of specific reasoning but allowed a partial reversal concerning the fraud charge. The defendants argued for acquittal on fraud, claiming the bank's loss stemmed from its own employees being deceived rather than direct theft from the victim. The court found that while the defendants lacked the specific intent to deprive the victim of assets, their actions constituted the crime of fraudulent inducement of damage.

Legislator headnote

AI generated

Articles 386 and 389 of the Criminal Code; The court distinguishes between forgery and fraud, holding that the absence of intent to deprive the victim of property precludes the crime of fraud but establishes the crime of fraudulent inducement of damage.

Keywords

AI generated
forgery crime fraudulent inducement intent to defraud criminal appeal partial reversal bank fraud criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 386 of the Criminal Code
Article 389 of the Criminal Code
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2151 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2151/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) X1 και 2) X2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 9903/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19.12.2005 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 103/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι υπό κρίση από 19 Δεκεμβρίου 2005 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) X1 και 2) X2 , αντιστοίχως, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9903/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, είναι προδήλως συναφείς και πρέπει, επομένως, να συνεκδικαστούν.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επιπλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.

Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης.

Πρέπει, δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός.

Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Επί των εγκλημάτων όμως με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, για την ολοκλήρωση του υποκειμενικού στοιχείου, πρέπει ο κάθε συναυτουργός, πλην του ανωτέρω βασικού δόλου, να επιδιώκει περαιτέρω την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή αντίστοιχα, στο βούλευμα του συμβουλίου και οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή εν στενή εννοία, οπότε η τοιαύτη αναφορά είναι επιβεβλημένη.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσω, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Τέτοιο όμως ισχυρισμό δεν αποτελεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, ότι ο κατηγορούμενος έθεσε επί του ιδιωτικού εγγράφου με την εντολή και τη συναίνεση εκείνου, από τον οποίον φέρεται ότι προέρχεται η πλαστή υπογραφή, την υπογραφή του τελευταίου, διότι στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία, ως στοιχείο αυτής, απαιτεί, όπως η πράξη επιχειρείται εναντίον ή χωρίς τη θέληση του δικαιούχου της υπογραφής και δεν αίρεται απλώς ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν η πράξη συγκροτεί μεν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είναι δηλαδή κατ' αρχήν άδικος, δεν συντρέχει όμως in concreto λόγος, αποκλείων τον κατ' αρχήν άδικο χαρακτήρα αυτής (άρθρα 20, 21, 22, 25, 304 παρ. 4 και 5, 308 παρ. 2, 371 παρ. 4 ΠΚ κλπ).

Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996 αιτιολογία απαιτείται σε όλες τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα αν αυτό επιβάλλεται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οι αποφάσεις οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, όπως το τελευταίο συμβαίνει επί απορρίψεως αιτήματος για αναβολή της δίκης προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΚΠΔ.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 9903/2005 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι, ήδη αναιρεσείοντες, στην Αθήνα, την 1.6.1999, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις τους, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισαν τα παρακάτω πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και χρησιμοποίησαν στη συνέχεια, τα πλαστά αυτά έγγραφα.

Συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, κατάρτισαν τέσσερις (4) πλαστές συναλλαγματικές, ποσού 3.000.000 δραχμών η κάθε μία, εκδόσεως της εταιρείας "..... ΟΕ", που έχει έδρα στο ...... σε διαταγή της ίδιας, που φέρεται να τις αποδέχθηκε - τάχα. Την ίδια ημέρα της έκδοσής τους (1.6.1999) ο ήδη μηνυτής, Ψ1, τα στοιχεία του οποίου, ως προς το ονοματεπώνυμο, το όνομα πατρός, τον ΑΦΜ, τον αριθμό ταυτότητας (ΑΔΤ) και την διεύθυνση, είχαν λάβει από τον Ζ1, ο οποίος εργαζόταν στην εταιρεία "Τσιμέντα ΤΙΤΑΝ ΑΕ", όπου εργαζόταν και ο μηνυτής και είχε πρόσβαση σ' αυτά, ως Πρόεδρος του συνδικαλιστικού οργάνου των εργαζομένων σ' αυτήν, χωρίς ο μηνυτής να γνωρίζει τίποτα ο ίδιος και χωρίς να έχει δώσει σ' αυτούς (κατηγορουμένους) σχετική εντολή ή έγκριση ή συναίνεση να θέσουν αυτά τα στοιχεία του και την υπογραφή του στη θέση του αποδέκτη των άνω συναλλαγματικών και, αφού έθεσαν σ' αυτές ως ημερομηνίες λήξεως τις 20.1.2000, 20.2.2000, 20.3.2000 και 20.4.2000, αντίστοιχα και τις μεταβίβασαν με οπισθογράφηση της εκδότριας και λήπτριας εταιρείας στη δική τους (κατηγορουμένων) εταιρεία "....

ΟΕ ..... ", τις χρησιμοποίησαν, καταθέτοντας τις πλαστές αυτές συναλλαγματικές για λογαριασμό της τελευταίας στην Τράπεζα Αττικής ως "αξίες λόγω ενεχύρου", σαν να ήταν έγκυρα και γνήσια χρεώγραφα, προκειμένου να καλυφθεί μ' αυτές μέρος της πιστώσεως που είχε λάβει με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η άνω εταιρεία, προς την οποία οπισθογραφήθηκαν οι συναλλαγματικές, της οποίας εταίροι είναι οι κατηγορούμενοι.

Παράλληλα, οι κατηγορούμενοι, στις 2 Ιουνίου 1999, ενεργώντας από κοινού και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιου και η παραπάνω εταιρεία τους "ΔΟΜΟΣ ΑΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και η ζημία από την πράξη τους είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Συγκεκριμένα, με τον παραπάνω σκοπό, παραπλάνησαν τους αρμόδιους υπαλλήλους και υπεύθυνους της Τράπεζας Αττικής, διαβεβαιώνοντάς τους, ότι οι παραπάνω τέσσερις συναλλαγματικές είναι γνήσιες και έτσι τους έπεισαν να δεχθούν την κατάθεσή τους, λόγω ενεχύρου, ώστε να καλυφθεί ανάλογα μέρος του άνω πιστωτικού λογαριασμού (κατά 12.000.000 δρχ.) και να αυξηθεί παράλληλα κατά το ίδιο ποσό το πιστωτικό όριο της εταιρείας τους στην εν λόγω Τράπεζα, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του μηνυτή κατά το ανωτέρω ποσό (12.000.000 δρχ.), ο οποίος υποχρεώθηκε με διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε μετά από αίτηση της κομίστριας των συναλλαγματικών τράπεζας να το πληρώσει εντόκως, προκαλώντας έτσι σ' αυτόν (μηνυτή) ζημία ιδιαίτερα μεγάλη.

Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, πλήρως αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και προς τις απολογίες των κατηγορουμένων (η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της). Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι ομολογούν την έκδοση των παραπάνω συναλλαγματικών με τα στοιχεία και την υπογραφή στη θέση "δεκτή" του μηνυτή, υποστηρίζουν όμως περαιτέρω, ότι ο τελευταίος είχε συναινέσει για το τελευταίο, δια του Ζ1 (μάρτυρας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο), με τον οποίο εργάζονταν στην ίδια επιχείρηση ("ΤΙΤΑΝ ΑΕ") και διατηρούσαν συναδελφικούς και φιλικούς δεσμούς.

Για το λόγο μάλιστα αυτό, υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι, ο μηνυτής ελάμβανε ένα σημαντικό ποσό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, ο Ζ1 , στην κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δηλώνει παντελή άγνοια, ως προς τα ανωτέρω, υποστηρίζοντας ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν τα στοιχεία του μηνυτή από την Τράπεζα Αττικής, χωρίς όμως να δίδει καμμιά εξήγηση, πώς βρέθηκαν τα στοιχεία αυτού στην εν λόγω Τράπεζα.

Επίσης, οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν στις απολογίες τους (η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της), ότι ο άνω μάρτυρας Ζ1 τους είχε παραδώσει τις άνω συναλλαγματικές, αφού είχαν αναγραφεί σ' αυτές όλα τα παραπάνω στοιχεία του μηνυτή και είχε τεθεί η υπογραφή του, μετά δε τα ανωτέρω, υπογράφηκαν αυτές από τον πρώτο κατηγορούμενο, ως εκδότη και οπισθογραφήθηκαν από τον ίδιο περαιτέρω, για λογαριασμό της άνω εκδότριας εταιρείας τους.

Ο μηνυτής Ψ1 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου καταθέτει, ότι ποτέ δεν ανέγραψε τα στοιχεία του στη θέση "δεκτή" των άνω συναλλαγματικών, ούτε και υπέγραψε ποτέ στην ίδια θέση, αλλά ούτε και διατηρούσε ποτέ οποιαδήποτε σχέση με τους κατηγορουμένους, παρά μόνο με το μάρτυρα Ζ1 , με τον οποίο απασχολούνταν στην ίδια επιχείρηση και διατηρούσε με τους κατηγορουμένους στενές σχέσεις, δεδομένου ότι ο γιος του ....... (πολιτικός μηχανικός) συμμετείχε στην εκδότρια των συναλλαγματικών εταιρεία, εις διαταγήν της οποίας εκδόθηκαν αυτές.

Ο εν λόγω μάρτυρας ( Ζ1 ), συνεχίζει στην κατάθεσή του ο μηνυτής, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του συνδικαλιστικού οργάνου της επιχείρησης που εργάζονταν και είχε στη διάθεσή του, συνεπεία τούτου, τα άνω στοιχεία του, παρέδωσε αυτά στους κατηγορουμένους, με τη συνεργασία δε των κατηγορουμένων και του Ζ1, χωρίς τη δική του βούληση και συναίνεση, καταρτίσθηκαν οι άνω συναλλαγματικές, που είναι πλαστές, ως προς τα ατομικά του στοιχεία και την υπογραφή του στη θέση "δεκτή, αυτών, η άνω δε αναγραφή των στοιχείων του και η υπογραφή του σ' αυτές τέθηκαν από τους κατηγορουμένους, με την άμεση όμως συνδρομή σ' αυτό και του Ζ1 , προκειμένου να χρησιμοποιηθούν εν αγνοία του και χωρίς την συναίνεση ή την έγκρισή του, όπως ανωτέρω χρησιμοποιήθηκαν.

Τα ίδια καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και οι μάρτυρες Γ1 (εργαζόμενος κι αυτός στην εταιρεία "ΤΙΤΑΝ ΑΕ" και παθών κατά τον ίδιο τρόπο, εξαιτίας των ενεργειών του Ζ1 ) και .... , πατέρας του μηνυτή, ο οποίος μέχρι πρότινος εργαζόταν στην εταιρεία "ΤΙΤΑΝ ΑΕ" και έχει ιδίαν αντίληψη των όσων συνέβησαν στο μηνυτή γιο του.

Επίσης, σύμφωνα με την από 30.10.2000 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου ..... , που διενεργήθηκε από τον τελευταίο μετά από εντολή που πήρε από το μηνυτή, η γραφή και η υπογραφή στη θέση "δεκτή" των άνω συναλλαγματικών, δεν ανήκουν στον τελευταίο (μηνυτή), αλλά έχουν γραφεί και τεθεί, αντίστοιχα, με το χέρι τρίτου.

Με βάση τις παραπάνω συναλλαγματικές, οι οποίες κατατέθηκαν από τους κατηγορουμένους, ως γνήσιες, όπως οι κατηγορούμενοι ομολογούν στην Τράπεζα Αττικής, στην οποία είχαν ανοίξει αλληλόχρεο λογαριασμό, για λογαριασμό της προς ην η οπισθογράφηση αυτών εταιρείας τους, ως αξία λόγω ενεχύρου, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από αίτηση της κομίστριας Τράπεζας Αττικής, με την οποία υποχρεώθηκε και ο μηνυτής στα ποσά των άνω συναλλαγματικών (12.000.000 δρχ.), εντόκως.

Η άνω διαταγή πληρωμής (αρ...... ) κοινοποιήθηκε στο μηνυτή στις 29.9.2000, οπότε και έλαβε γνώση των όσων συνέβησαν σε βάρος του και προέβη στην από 14.11.2000 μήνυσή του, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος των κατηγορουμένων για τις ερευνώμενες κατηγορίες. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο μηνυτής είχε συναινέσει στην έκδοση των άνω συναλλαγματικών με τα στοιχεία και την υπογραφή του στη θέση "δεκτή" αυτών, δεδομένου ότι είχε λάβει γνώση αυτών από τις αρχές του 2000, βάσει των ειδοποιητηρίων που έστειλε σ' αυτόν η άνω Τράπεζα για την πληρωμή των συναλλαγματικών, χωρίς να προβεί μέχρι το Νοέμβριο του 2000 σε καμιά ενέργεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον δεν προκύπτει ΄τι τα ειδοποιητήρια αυτά έφθασαν ποτέ στο μηνυτή, ενώ, όπως καταθέτει ο τελευταίος, αλλά και οι προαναφερόμενοι μάρτυρες, προκύπτει όμως και από αυτά ταύτα τα ειδοποιητήρια, τα τελευταία δεν είχαν την διεύθυνση του παραλήπτη (μηνυτή), αλλά τη διεύθυνση της εταιρείας ΤΙΤΑΝ που εργαζόταν (Χαλκίδος 22Α - 11143 Αθήνα) και παραλήφθηκαν αυτά από τον άνω μάρτυρα Ζ1, χωρίς ποτέ να δοθούν στο μηνυτή για να λάβει γνώση αυτών.

Επίσης, ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, ότι ο μηνυτής, σύμφωνα με τα ειδοποιητήρια πληρωμής της Τράπεζας Αττικής, είχε κληθεί και στο παρελθόν να πληρώσει αντίστοιχες συναλλαγματικές (20 περίπου), μικρότερων ποσών (500.000 δρχ.), χωρίς ποτέ να υποβάλει ανάλογη μήνυση εις βάρος τους, γεγονός που φανερώνει ότι είχε συναινέσει στην αποδοχή και των επίδικων συναλλαγματικών.

Όμως, όπως προκύπτει από τα ειδοποιητήρια αυτά, τα τελευταία έφεραν ως διεύθυνση του παραλήπτη (μηνυτή) την ίδια ως άνω εταιρεία που εργαζόταν αυτός, και παραλήφθηκαν επίσης από τον Ζ1 , όπως καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, χωρίς ποτέ να λάβει γνώση ο μηνυτής. Περαιτέρω δε, οι άνω συναλλαγματικές λειτούργησαν κανονικά, καλύφθηκαν δηλαδή τα ποσά που αντιπροσώπευαν από τους κατηγορουμένους, ώστε να μην χρειασθεί η κομίστρια αυτών Τράπεζα Αττικής να προβεί στην έκδοση διαταγών πληρωμής, που θα κοινοποιούσε και στο μηνυτή, για να λάβει γνώση και των συναλλαγματικών αυτών, όπως συνέβη με τις επίδικες και έτσι, δεν έλαβε ποτέ γνώση των προγενέστερων αυτών συναλλαγματικών.

Τέλος, ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι ότι, αν και ο μηνυτής στην κατάθεσή του καταμαρτυρεί συνέργεια και του συναδέλφου του στην εταιρεία "ΤΙΤΑΝ ΑΕ" Ζ1 , στην κατάρτιση των άνω συναλλαγματικών, εν τούτοις, δεν έστρεψε την άνω μήνυσή του και εις βάρος του τελευταίου, γεγονός που μαρτυρεί τη συναίνεσή του στην έκδοση των συναλλαγματικών αυτών, με τα στοιχεία και την υπογραφή του στη θέση δεκτή αυτών.

Όμως, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων και του ίδιου του μηνυτή, ο Ζ1 , είχε υποστηρίξει τόσον σ' αυτόν, όσον και στον έτερο παθόντα κατά τον ίδιο τρόπο Π1, ότι υποστήριξε και τώρα στο ακροατήριο, ότι δηλαδή καμιά ανάμειξη δεν είχε στα ανωτέρω, πείσθηκαν δε προς αυτά και δεν υπέβαλαν, εις βάρος του μήνυση, ενώ, όταν πληροφορήθηκαν πώς είχαν τα πράγματα, έστρεψαν και κατ' αυτού την ανακοπή τους κατά της διαταγής πληρωμής, ενώ ο Π1 υπέβαλε και εναντίον αυτού νεότερη μήνυση.

Περαιτέρω, το αίτημα των κατηγορουμένων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποδειχθεί ότι δεν είναι αυτοί που έγραψαν τα στοιχεία του μηνυτή στη θέση "δεκτή" των συναλλαγματικών και υπέγραψαν στην ίδια θέση, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μια τέτοια πραγματογνωμοσύνη τίποτα δεν θα πρόσθετε στη διαλεύκανση της υπόθεσης, αφού οι κατηγορούμενοι αποδέχονται ότι με τη συνεργασία τους καταρτίσθηκαν (εκδόθηκαν) οι επίδικες συναλλαγματικές, προκύπτει όμως αυτό και από τις καταθέσεις των προρρηθέντων μαρτύρων, και το συμφέρον που είχαν για να προβούν σ' αυτό.

Απορριπτέο επίσης είναι και το αίτημα αναβολής της υποθέσεως, προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η δεύτερη κατηγορουμένη, αφού αυτό δεν θα πρόσθετε τίποτα στις αποδείξεις ή την υποστήριξη των δικαιωμάτων της, δεδομένου ότι όλοι οι ισχυρισμοί της αναπτύχθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και τον πρώτο κατηγορούμενο σύζυγό της.

Ακολούθως, κήρυξε τους κατηγορουμένους κατά πλειοψηφίαν, ενόχους: 1) πλαστογραφίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως των πλαστών συναλλαγματικών και β) απάτης από κοινού, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και επέβαλε στον καθένα τους συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, ως προς την κατηγορουμένη, X1 , ανέστειλε δε επί τριετίαν, ως προς τον έτερο κατηγορούμενο, X2.

Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς προς το έγκλημα της πλαστογραφίας, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 45 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.

Ειδικότερα, ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας αιτιολογείται πλήρως η από κοινού τέλεσή του από τους κατηγορουμένους, με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α) του τρόπου συμμετοχής τους στη διάπραξη του εν λόγω εγκλήματος, μη απαιτουμένης περαιτέρω εξειδικεύσεως των επιμέρους πράξεων των συναυτουργών, αφού δεν πρόκειται για πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία έγκλημα και β) ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού, χωρίς να γνωρίζει ο μηνυτής και χωρίς την εντολή ή τη συναίνεσή του, έθεσαν την υπογραφή του, ως αποδέκτη στις επίμαχες συναλλαγματικές.

Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, X2 για αναβολή της δίκης προς διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται, ότι ο μηνυτής είχε συναινέσει στην έκδοση των επίμαχων συναλλαγματικών με τα στοιχεία και την υπογραφή του στη θέση "δεκτή" αυτών, ότι και στο παρελθόν ο μηνυτής είχε κληθεί από την Τράπεζα να πληρώσει αντίστοιχες συναλλαγματικές, στις οποίες οι κατηγορούμενοι είχαν θέσει την υπογραφή του, ως αποδέκτη αυτών, χωρίς ποτέ να υποβάλει μήνυση εναντίον τους και ότι οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν, ότι με τη συνεργασία τους καταρτίστηκαν οι επίμαχες συναλλαγματικές.

Δεν δημιουργείται δε αντίφαση, μεταξύ των παραδοχών αυτών και της παραδοχής σε άλλο σημείο του σκεπτικού της απόφασης ότι "οι κατηγορούμενοι (η δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της) υποστηρίζουν ότι ο μάρτυρας, Ζ1 τους είχε παραδώσει τις επίμαχες συναλλαγματικές, αφού είχαν αναγραφεί σ' αυτές όλα τα παραπάνω στοιχεία του μηνυτή και είχε τεθεί η υπογραφή του, μετά δε τα ανωτέρω, υπογράφηκαν αυτές από τον πρώτο κατηγορούμενο, ως εκδότη και οπισθογραφήθηκαν από τον ίδιο περαιτέρω, για λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας", αφού, από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού, προκύπτει η εκ μέρους των κατηγορουμένων προβολή του ισχυρισμού περί εντολής και συναινέσεως του μηνυτή για τη θέση από αυτούς της υπογραφής του, ως αποδέκτη, στις επίμαχες συναλλαγματικές.

Επίσης, αιτιολογείται με πληρότητα η απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου, X2 για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει στο Δικαστήριο η απούσα κατηγορουμένη, X1 , αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όλοι οι ισχυρισμοί της αναπτύχθηκαν, τόσο από το συνήγορό της, που την εκπροσώπησε στη δίκη κατά το άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ, όσο και από τον ίδιο, ο οποίος είναι σύζυγός της, ενώ, δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού των κατηγορουμένων, ότι κατόπιν εντολής και συναινέσεως του μηνυτή, έθεσαν την υπογραφή του ως αποδέκτη στις επίμαχες συναλλαγματικές, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αφού δεν τείνει στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πλαστογραφίας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, στον αποκλεισμό της αντικειμενικής της υποστάσεως, δηλαδή στον αποκλεισμό του κατ' αρχήν άδικου χαρακτήρα της, πλην όμως, παρά ταύτα, το Δικαστήριο εκ περισσού αιτιολόγησε με πληρότητα την απόρριψή του.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικώς προς το έγκλημα της πλαστογραφίας, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, το περιουσιακό όφελος που επιδίωξαν να προσπορίσουν οι κατηγορούμενοι στον εαυτό τους, παράλληλα δε και στην πιστοδοτούμενη από την Τράπεζα Αττικής εταιρεία τους "..... ΟΕ ..... ", δεν προερχόταν άμεσα από την περιουσία του μηνυτή, αλλά από την περιουσία της Τράπεζας Αττικής, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας, πεισθέντες από την εν γνώσει ψευδή των κατηγορουμένων παράσταση σ' αυτούς, ότι οι μεταβιβασθείσες λόγω ενεχύρου στην εν λόγω Τράπεζα επίμαχες συναλλαγματικές, είναι γνήσιες και έγκυρες, προέβησαν σε πράξη περιουσιακής διαθέσεως σε βάρος της περιουσίας της Τράπεζας, η οποία συνίστατο στην αύξηση του πιστωτικού ορίου της δανειοδοτούμενης εταιρείας τους, κατά το ποσό των 12.000.000 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν συνολικώς η αξία των επίμαχων πλαστών συναλλαγματικών. Επομένως, η πράξη αυτή δεν συνιστά το έγκλημα της απάτης σε βάρος του μηνυτή, αλλά εκείνο της απατηλής πρόκλησης βλάβης (άρθρο 389 ΠΚ), αφού ελλείπει ο υπερχειλής δόλος (σκοπός περιποιήσεως παράνομου περιουσιακού οφέλους, προερχόμενου από την περιουσία του βλαπτόμενου), ο οποίος απαιτείται για την ολοκλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος της απάτης.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί ακολούθως, η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων, που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 19 Δεκεμβρίου 2005 χωριστές αιτήσεις των: 1) X1 και 2) X2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 9903/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της απάτης.

Απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν ως άνω κεφάλαιο για νέα συζήτηση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ