Legislator Case Law & Legislation
2150/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against theft verdict due to contradictory reasoning and lack of legal basis.

Case Number 2150/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a theft conviction, remanding the case for a new trial. The defendant argued that the lower court's reasoning contradicted its verdict regarding the value of stolen funds and failed to properly identify the victim. The court found these contradictions constituted a clear violation of legal reasoning and exceeded the court's authority, necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 375(1)(a) PC; Art. 510(1)(H') CPC: When a judgment contradicts itself regarding the value of stolen goods or fails to identify the victim, it constitutes an excess of power requiring remittal for a new trial.

Keywords

AI generated
theft conviction contradictory reasoning excess of power legal basis remittal for retrial value of stolen goods identification of victim

Cited Legislation

AI generated
Art. 375(1)(a) PC
Art. 510(1)(H') CPC
Art. 510(1)(D') CPC
Art. 510(1)(E) CPC
Art. 519 CPC
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2150 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2150/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της Χρήστο Θωμά, για αναίρεση της υπ' αριθ. ΗΤ 1473/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2018 και με αριθμό 44/2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και στους από 14 Σεπτεμβρίου 2018 προσθέτους λόγους, που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την 1η Οκτωβρίου 2018, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 798/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη, αναφορικά με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο• η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, είναι, όμως, αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξης στην κατοχή του• κατοχή, κατά την έννοια του προαναφερόμενου άρθρου, η οποία διαφέρει στην προκείμενη περίπτωση από την αντίστοιχη έννοια του άρθρου 974 του ΑΚ, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 του ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ίδιου Κώδικα, χρόνος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος είναι ο χρόνος, κατά τον οποίο ο δράστης εκδηλώνει την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωσή του στην περιουσία του. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ, προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ο,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.

Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά για την εκτέλεση της εντολής• γι' αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα, το οποίο δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και ειδικότερα είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο απόφασης και της εκδιδόμενης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου.

Τέτοια χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου επέρχεται και όταν, επί καταδίκης για υπεξαίρεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδικάζει τον εκκαλούντα για ποσό υπεξαίρεσης μεγαλύτερο από αυτό για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, έστω και αν επιβάλλει μικρότερη ποινή (ΑΠ 1464/2016, ΑΠ 876/2015, ΑΠ 210/2014).

Η παράβαση της ανωτέρω απαγόρευσης αποτελεί υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, ΗΤ 1473/2018, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά την πλειοψηφήσασα σ' αυτό γνώμη, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "....η κατηγορουμένη στις 12.02.2011 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενεργώντας από πρόθεση τέλεσε το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ιδιοποιούμενη παρανόμως από το γραφείο του εγκαλούντος, Α.

Ξ., στο οποίο εργαζόταν ως λογίστρια, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας χρηματικά ποσά, τα οποία της έδιναν πελάτες του γραφείου, προκειμένου να τα καταβάλει στα ασφαλιστικά τους ταμεία ως ασφαλιστικές εισφορές (στα ανωτέρω ποσά δεν συμπεριλαμβάνονται τα εκτιθέμενα στο κατηγορητήριο ποσά των 1.731,66 και 785,67 ευρώ, ως προς τα οποία η κατηγορουμένη απαλλάχθηκε της κατηγορίας με την προσβαλλόμενη απόφαση).

Για την ανωτέρω κρίση ελήφθησαν υπόψη τόσο η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Κ. Κ., πρώην υπαλλήλου του λογιστικού γραφείου του εγκαλούντος, ο οποίος κατέθεσε ότι η ίδια η κατηγορουμένη του εκμυστηρεύθηκε ότι κράτησε τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν οι εταιρίες "... ΟΕ", "... ΟΕ" και "... ΟΕ" μη πληρώνοντας τις ασφαλιστικές τους εισφορές, αλλά εξοφλώντας μέρος των χρημάτων που της χρωστούσε ο εγκαλών ως δεδουλευμένους μισθούς, όσο και η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Ε.

Κ., πρώην υπαλλήλου στο ίδιο γραφείο, ο οποίος μετέφερε στο Δικαστήριο όσα άκουσε ιδίοις ωσίν να λέει η κατηγορουμένη στον εργοδότη της εγκαλούντα, όταν την κάλεσε μόλις πληροφορήθηκε την πράξη της, ότι δηλαδή κράτησε τα χρήματα έναντι οφειλόμενων μισθών. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, που αρνείται την εκ μέρους της παραλαβή των επίδικων χρηματικών ποσών, ότι, αν είχε εισπράξει τα χρήματα των πελατών θα είχε εκδώσει απόδειξη είσπραξης και ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν αποδείξεις είσπραξης, δεν κρίνεται πειστικός, διότι στο λογιστικό γραφείο του εγκαλούντος δεν τηρούνταν απαρέγκλιτα η έκδοση αποδείξεων για την παραλαβή χρημάτων από τους πελάτες (βλ.

ένορκη κατάθεση μάρτυρος Ό. Μ.), λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί με αρκετούς πελάτες (βλ. ένορκη κατάθεση εγκαλούντος). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί αναφορικά με το χρόνο τέλεσης της πράξης, ότι στην περίπτωση υπεξαίρεσης χρόνος τέλεσης είναι εκείνος κατά τον οποίο ο παθών έχοντας πληροφορηθεί για τη βούληση του δράστη να ιδιοποιηθεί τα περιελθόντα σε αυτόν χρηματικά ποσά καλεί αυτόν να του τα αποδώσει.....Στην προκειμένη περίπτωση ο εγκαλών, μόλις πληροφορήθηκε την τέλεση τη αξιόποινης πράξης, με την από 09.02.2011 εξώδικη - παραγγελία - δήλωση - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην κατηγορουμένη αυθημερόν, κάλεσε αυτήν να επιστέψει τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά εντός προθεσμίας 3 ημερών.

Επομένως, χρόνος τέλεσης της αποδιδόμενης με το κατηγορητήριο πράξης είναι η αναγραφόμενη στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας ημεροχρονολογία της 12.02.2011, κατά την οποία παρήλθε άπρακτη η ταχθείσα με το εξώδικο προθεσμία για την επιστροφή των χρημάτων. Ως εκ τούτου τυγχάνει απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί παραγραφής της αξιόποινης πράξης που της αποδίδεται, διότι η πράξη τελέστηκε στις 12.02.2011 και λαμβάνοντας υπόψη ότι η προθεσμία της παραγραφής έχει ανασταλεί, γιατί το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε μέσα στην πενταετία στην εκκαλούσα (22.7.2015) μέχρι τη δίκη επί της οποίας εκδίδεται η παρούσα απόφαση (30.3.2018) δεν έχει παρέλθει οκταετία".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη, κατά πλειοψηφία, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη κατά πλειοψηφία του ότι: Στην Αθήνα, την 12-2-2011, με περισσότερες πράξεις της, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή της και συγκεκριμένα, ενώ με την ιδιότητα της λογίστριας, εργαζόμενης στο γραφείο του εγκαλούντος, Α.

Ξ., παρέλαβε χρηματικά ποσά, από πελάτες του γραφείου, που αντιστοιχούσαν σε ασφαλιστικές εισφορές, προκειμένου να τα καταβάλει στα ασφαλιστικά ταμεία προς εξόφληση των οφειλών τους, η κατηγορουμένη δεν τα κατέβαλε, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και ειδικότερα, ενώ έλαβε από την επιχείρηση "Α. Τ." το ποσό των 123,28 ευρώ, από την επιχείρηση "...

ΟΕ" το ποσό των 725 ευρώ, από την επιχείρηση "Α. Η. Κ. ΟΕ" το ποσό των 681,34 ευρώ, από την επιχείρηση "... ΟΕ" το ποσό των 576,21 ευρώ, από την επιχείρηση "... ... ΕΕ" το ποσό των 112,50 ευρώ, από την επιχείρηση του Δ. Κ., το ποσό των 277,92 ευρώ, από την επιχείρηση της Τ. Π. το ποσό των 143,50 ευρώ, από την επιχείρηση ... ΕΠΕ το ποσό των 192,74 ευρώ, από την επιχείρηση "...

ΕΕ" τα ποσά των 885,94 και 193,24, από την επιχείρηση του Β. Σ. το ποσό των 564,53 ευρώ, από την επιχείρηση "... ΟΕ" επιταγή ποσού 1731,66 ευρώ, από την επιχείρηση ... ΕΠΕ επιταγή ποσού 785,67 ευρώ, δεν κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά στα ασφαλιστικά ταμεία ΤΕΑΥΕΚ και ΙΚΑ, για την εξόφληση των οφειλών τους, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και δεν τα επέστεψε στον εγκαλούντα, καίτοι της επιδόθηκε την 9-2-2011 εξώδικη πρόσκληση αυτού να επιστρέφει τα χρήματα εντός τριών ημερών".

Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση (άρθρα 375 παρ. 1 εδ.

α', 98 του ΠΚ), για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, στέρησε δε περαιτέρω την απόφαση και νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, που εργαζόταν, ως λογίστρια, στο γραφείο του Α. Ξ., έλαβε από τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα "από την επιχείρηση "Α. Τ." το ποσό των 123,28 ευρώ, από την επιχείρηση "...

ΟΕ" το ποσό των 725 ευρώ, από την επιχείρηση "Α. Η. Κ. ΟΕ" το ποσό των 681,34 ευρώ, από την επιχείρηση "... ΟΕ" το ποσό των 576,21 ευρώ, από την επιχείρηση "... ... ΕΕ" το ποσό των 112,50 ευρώ, από την επιχείρηση του Δ. Κ., το ποσό των 277,92 ευρώ, από την επιχείρηση της Τ. Π. το ποσό των 143,50 ευρώ, από την επιχείρηση ... ΕΠΕ το ποσό των 192,74 ευρώ, από την επιχείρηση "...

ΕΕ" τα ποσά των 885,94 και 193,24, από την επιχείρηση του Β. Σ. το ποσό των 564,53 ευρώ, από την επιχείρηση "... ΟΕ" επιταγή ποσού 1731,66 ευρώ, από την επιχείρηση ... ΕΠΕ επιταγή ποσού 785,67 ευρώ", προκειμένου να τα καταβάλει στα ασφαλιστικά ταμεία (ΤΕΑΥΕΚ και ΙΚΑ) των ως άνω νομικών και φυσικών προσώπων, ως ασφαλιστικές εισφορές, στη συνέχεια δέχεται ότι η κατηγορούμενη ιδιοποιήθηκε αυτά στις 12-2-2011, όταν παρήλθε η τριήμερη προθεσμία, που είχε ταχθεί σ' αυτή από τον προμνημονευόμενο Α.

Ξ., στο λογιστικό γραφείο του οποίου εργαζόταν, στις 9-2-2011, για την απόδοση σ' αυτόν (Α. Ξ.) των προαναφερόμενων χρημάτων και επιταγών, χωρίς να δέχεται ταυτόχρονα ότι τα ως άνω τρίτα πρόσωπα είχαν μεταβιβάσει την κυριότητα των εν λόγω χρημάτων και επιταγών στον Α. Ξ., με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια, καθιστώσα αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το πρόσωπο του παθόντος κυρίου των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων και β) ενώ δέχεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι στα ποσά, τα οποία κατέβαλαν τα προαναφερόμενα τρίτα πρόσωπα, "δεν συμπεριλαμβάνονται τα εκτιθέμενα στο κατηγορητήριο ποσά των 1.731,66 και 785,67 ευρώ, ως προς τα οποία η κατηγορουμένη απαλλάχθηκε της κατηγορίας με την προσβαλλόμενη απόφαση", στο διατακτικό της ίδιας απόφασης διαλαμβάνονται, ως υπεξαιρεθέντα, και τα ποσά αυτά, με αποτέλεσμα να υφίσταται αντίφαση, ως προς τα ποσά αυτά, μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού, και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας να έχει καταδικάσει τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για ποσό υπεξαίρεσης μεγαλύτερο από αυτό, για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, χειροτερεύοντας έτσι τη θέση του ανεπιτρέπτως, η παράβαση δε αυτή αποτελεί και υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' του ΚΠοινΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του, ο δεύτερος λόγος της ίδιας αίτησης ως προς το δεύτερο σκέλος του και ο τρίτος λόγος της ίδιας αίτησης ως προς το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για έλλειψη νόμιμης βάσης και για υπέρβαση εξουσίας, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λόγων του αναιρετηρίου, ως προς τα υπόλοιπα σκέλη τους, και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση ΗΤ 1473/30-3-2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ