Supreme Court dismisses appeal for vague argument regarding inadmissible claims not specified in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court improperly considered claims submitted late and thus inadmissible, but failed to specify which claims or demonstrate their impact on the verdict. The court ruled that this argument was too vague and did not meet the statutory requirements for a valid appeal under Greek Civil Procedure Law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8, 562 para. 2, 577 para. 4, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument must specifically identify the omitted claims and prove they would have influenced the outcome, otherwise it is inadmissible for being vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2150 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2150/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/12/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 20/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 §§ 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα, αντιστοίχως, 28, 44 § 1 και 44 § 2 του ν. 3994/ 2011, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο, που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση γίνεται πλέον προφορικά.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, οπότε εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του άρθρου 270, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, ή ενόψει της ισχύος κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης ως προς την αγωγή (άρθρα 271 παρ., 272 παρ. 1 ΚΠολΔ) και με την έφεση ο εκκαλών ζητούσε την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού, οπότε η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται αμέσως χωρίς έρευνα των λόγων της έφεσης, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά στον πρώτο βαθμό, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δεν νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ' αντιδικία συζητήσεως της υποθέσεως, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 252/2009, ΑΠ 866/2008).
Περαιτέρω, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άνω άρθρου 524 του ΚΠολΔ "εφόσον η δίκη στον πρώτο βαθμό διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων, η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α'165/25-7-2011), που εφαρμόζεται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, "ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία της κατάθεσης.
Εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Μαζί με τις προτάσεις οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν και: α) αντίγραφο των προτάσεων ατελώς, επικυρωμένο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου και β) με ποινή απαραδέκτου όλα τα αποδεικτικά μέσα και δικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση που ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε πρωτοδίκως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο σαν να ήταν παρών ή είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης και με την έφεση ζητεί την ανατροπή τους, η συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο γίνεται προφορικώς κατά τους ορισμούς του άρθρου 270 του ΚΠολΔ και συνεπώς αμφότεροι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι, αφενός μεν να καταθέσουν τις έγγραφες προτάσεις τους είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αφετέρου δε να παραστούν κατ' αυτήν με ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου, μη επιτρεπομένης της υποβολής δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Η απαγόρευση παράστασης με δήλωση αφορά και τους δύο διαδίκους, δηλαδή και αυτόν που παραστάθηκε κανονικά στον πρώτο βαθμό. Σε τέτοια περίπτωση, αν ο διάδικος παραστεί με δήλωση θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος και δικάζεται ερήμην και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω οι προτάσεις του και οι σ' αυτές περιεχόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, καθώς και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν λαμβάνονται υπόψη (ΑΠ 93/2013, ΑΠ 251/2009), ιδρυομένων σε αντίθετη περίπτωση των αναιρετικών λόγων των διατάξεων των αριθμών 11 περ.
β'και 8 περ. α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε περίπτωση δε εκπρόθεσμης καταθέσεως των προτάσεων αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη. Ειδικότερα, προκειμένης εφέσεως κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, κατ' αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εάν ο εφεσίβλητος καταθέσει εκπροθέσμως τις προτάσεις του ή δεν παραστεί κατά την εκφώνηση της εφέσεως, έχοντας υποβάλλει σχετική δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αυτός δεν λαμβάνει κανονικά μέρος στη συζήτηση της εφέσεως, θεωρείται δικονομικά απών και συνεπώς δικάζεται ερήμην, πλην όμως η διαδικασία χωρεί σαν να ήταν παρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α'165/25-7-2011), εφόσον βεβαίως έχει προηγηθεί έρευνα της νομότυπης κλητεύσεώς του, κατ' άρθρο 271 παρ. 1 σε συνδ.
προς 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. ΑΠ 93/2013, ΑΠ 280/2012, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1851/2011, ΑΠ 158/2010). Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γι' αυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 ΚΠολΔ κα η απόρριψη συντελείται κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 93/2013, ΑΠ 280/2012 κλπ).
Τα ανωτέρω όμως, ισχύουν μόνον στην περίπτωση του άρθρου 528 Κ.Πολ.Δ., οσάκις δηλαδή έχει ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε πρωτοδίκως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο σαν να ήταν παρών ή είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης και με την έφεση ζητεί την ανατροπή τους, και όχι στην αντίστροφη περίπτωση της ασκήσεως εφέσεως από τον αντίδικό του, ο οποίος παρέστη κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διεξαχθείσα δίκη.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι προτάσεις αμφοτέρων των διαδίκων μπορούν να κατατεθούν έως την έναρξη της συζητήσεως της εφέσεως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατ` εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 524 Κ.Πολ.Δ., και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη οι περιεχόμενοι σ' αυτές αυτοτελείς ισχυρισμοί και τα επικαλούμενα με τις τελευταίες αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν, αυτοί δε παραδεκτά παρίστανται κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και αν δεν εμφανισθούν, αλλά υποβάλλουν δήλωση μη εμφανίσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1510/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 1/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του μόνο για την υποβολή αιτήματος αναβολής, μετά την απόρριψη του οποίου αποχώρησε (άρθρο 280 παρ. 2 του ΚΠολΔ), έγινε εν μέρει δεκτή, ενόψει της ισχύος κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής στον πρώτο βαθμό (10-11-2011) της δυσμενούς συνέπειας της ερημοδικίας του τεκμηρίου της ομολογίας (άρθρο 272 παρ. 1 ΚΠολΔ), η από 17-3-2009 (αριθ.
εκθ. καταθ. 39/30-3-2009) αγωγή της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), με την οποία ζητούσε, την άρση της προσβολής της προσωπικότητάς της και την παράλειψη κάθε παρόμοιας προσβολής στο μέλλον, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή αυτή, η οποία συντελέσθηκε από την αδικοπρακτική εις βάρος της συμπεριφορά του τελευταίου, συνισταμένη στις αξιόποινες πράξεις, της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και συκοφαντικής δυσφημίσεως.
Με την απόφαση αυτή υποχρεώθηκε ο εναγόμενος α) να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) να προβεί με έξοδά του σε δημοσίευση δηλώσεως σε ημερήσια "Κυκλαδική" εφημερίδα περί της αναληθείας της εις βάρος της εγκλήσεώς του και ότι η δήλωση αυτή δημοσιεύεται προς άρση της προσβολής της προσωπικότητάς της και γ) να παραλείψει κάθε παρόμοια προσβολή της προσωπικότητάς της στο μέλλον.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι με τις οποίες ζητούσαν η μεν ενάγουσα να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, ο δε εναγόμενος ν` απορριφθεί στο σύνολό της η ίδια αγωγή. Στο Εφετείο, ο μεν εναγόμενος κατέθεσε προτάσεις στις 15-2-2013, δηλαδή είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση (8-3-2013) και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου, αλλά και μετά του δικηγόρου Κων/νου Χόρτη του Δ.Σ.
Αθηνών, ενώ ενάγουσα κατέθεσε εκπρόθεσμα προτάσεις στις 5-3-2013 (δύο ημέρες προ της δικασίμου) και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά ως έχουσα την ιδιότητα της δικηγόρου, κατέθεσε την από 5-3-2013 δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, στην αρμόδια γραμματεία του Εφετείου Αιγαίου περί του ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο.
Το Εφετείο συνεκδικάζοντας τις δύο εφέσεις, δίκασε ερήμην της ενάγουσας-εφεσίβλητης ως προς την από 10-2-2012 έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου (αριθ. καταθ. 7/10-2-2012) λόγω της εκπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεών της και της μη προσήκουσας παραστάσεως αυτής ως προς την εν λόγω έφεση, για την οποία η προφορική συζήτηση ήταν υποχρεωτική και αντιμωλία των διαδίκων ως προς την από 16-2-2012 (αριθ.9/16-2-1012) αντίθετη έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας ως προς την οποία η προφορική συζήτηση δεν ήταν υποχρεωτική, κατά τα προεκτεθέντα, στη συνέχεια δε δέχτηκε τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι νόμιμα παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. η ενάγουσα και κατέθεσε παραδεκτά προτάσεις όσον αφορά τη δική της έφεση δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο, αφού σε σχέση με την έφεση αυτή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η προφορική συζήτηση δεν ήταν υποχρεωτική και συνακόλουθα οι προτάσεις μπορούσαν να κατατεθούν μέχρι την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, ή η ίδια αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, να μη παρασταθεί στο ακροατήριο και να καταθέσει την από την ανωτέρω διάταξη (242 παρ. 2) προβλεπόμενη δήλωση.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατ` εκτίμηση στο σύνολό του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά την περ. β` του αριθ.11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Ως μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται και εκείνα τα οποία δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση νόμιμα. Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται δε τούτο ως προς τα αναγνωριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, όπως και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 324/2009).
Στην κρινομένη υπόθεση με τον μοναδικό, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11β` του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στις ανωτέρω κατατεθείσες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, μολονότι οι τελευταίες κατατέθηκαν εκπροθέσμως και δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, τα επικαλούμενα σ' αυτές αποδεικτικά μέσα, λόγω της απαράδεκτης επίκλησης αυτών.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, και οι ισχυρισμοί προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτά, καθόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, οι κατατεθείσες από την αναιρεσίβλητη προτάσεις, ήταν μεν εκπρόθεσμες ως προς την έφεση του αναιρεσείοντος και δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα επικαλούμενα σ' αυτές αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν προς ανταπόδειξη των περιεχόμενων στην έφεση αυτή ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ως προς την έφεση όμως της αναιρεσίβλητης, κατατέθηκαν εμπροθέσμως, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, και επομένως τα επικαλούμενα σ' αυτές αποδεικτικά μέσα μπορούσαν νόμιμα να ληφθούν υπόψη προς απόδειξη των ισχυρισμών της έφεσής της.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως μη προταθέντες ισχυρισμοί νοούνται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως. Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ. 4 και 578 του ΚΠολΔ, στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς και θεμελιωτικοί ή καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ισχυρισμοί που συγκροτούσαν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως η αντεφέσεως και τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν, ή προτάθηκαν απαραδέκτως, ή δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα, β)τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμοι ή συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί θα ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό, κατά το οικείο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του εφετείου ισχυρισμούς, οι οποίες (προτάσεις) κατατέθηκαν εκπροθέσμως, και επομένως οι περιεχόμενοι σ' αυτές ισχυρισμοί είχαν προταθεί απαραδέκτως, και δεν μπορούσαν ως εκ τούτου να ληφθούν υπόψη, με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένο διατακτικό, χωρίς όμως να γίνεται καμιά περαιτέρω αναφορά, ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί αυτοί, αν αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί προτάθηκαν προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσείοντος, για την οποία και μόνον είχαν προταθεί απαραδέκτως, κατά τα προεκτεθέντα, και ποια επίδραση ασκούσαν στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου, αναφορικά με την έφεση του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο ως άνω, από το άρθρο 559 αρ.8 περ. α' του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 23-12-2013 αίτηση του Κ. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 82/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2013 αίτηση του Κ. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 82/2013 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ