Legislator Case Law & Legislation
2150/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for extortion, upholding the lower court's decision on facts and law.

Case Number 2150/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for extortion and violation of telephone secrecy. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the timeline of the crime and the application of specific criminal provisions. The court rejected these claims, finding no substantive error in the lower court's determination of the crime's timeframe or the legal basis for the conviction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 385(1) and 370(A)(1) of the Criminal Code; The court held that an appeal based on insufficient reasoning or erroneous application of substantive criminal law provisions is inadmissible if the lower court's decision is logically sound and factually supported.

Keywords

AI generated
extortion conviction telephone secrecy violation insufficient reasoning erroneous application of law appeal dismissal criminal procedure timeline of crime

Cited Legislation

AI generated
Article 385(1) of the Criminal Code
Article 370(A)(1) of the Criminal Code
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Civil Procedure
Article 583(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2150 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2150/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Διαμαντόπουλο, για αναίρεση της 8805/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παριανό. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2104/2005.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται: α)σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β)αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ΄ επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ)σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδ.

α΄ και β΄ και σε βαθμό πλημμελήματος σε κάθε άλλη περίπτωση, απαιτείται, αντικειμενικώς α)εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου και β)ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή, ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης αποφάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος από την εξαναγκαζόμενη ως άνω συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι, ώστε να αποτελεί αυτό την ανάστροφη όψη της ζημίας, ανεξαρτήτως αν το όφελος αυτό επιτεύχθηκε τελικώς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 370 Α ΠΚ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την εισαγωγή του Ν. 3090/2002, όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή με σκοπό να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται, αντικειμενικώς, παγίδευση ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρέμβαση σε τηλεφωνική σύνδεση ή συσκευή, χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών, οι οποίοι πρέπει να είναι τρίτοι, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των ανωτέρω στοιχείων συγκροτήσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση η αποδοχή πραγματώσεως αυτής και, επιπροσθέτως σκοπός πληροφορήσεως ή μαγνητοφωνήσεως της τηλεφωνικής συνομιλίας (υπερχειλής δόλος).

Εξ΄ άλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα, λόγω αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ΄ αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ΄ είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του.

Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεί και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγουσας, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώστηκαν, απολογία του κατηγορουμένου), τα εξής περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, στην Αθήνα στις 9-11-1998, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, επισκέφθηκε την εγκαλούσα σε διάσταση σύζυγό του στην οικία της και την απείλησε, ότι, αν δεν υπογράψει υπεύθυνη δήλωση, στην οποία να αναφέρει ότι, όλα όσα περιέχονται στην από 8-10-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που είχε καταθέσει η ίδια εναντίον του και θα εκδικαζόταν στις 9-12-1998, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση προσωρινής διατροφής για την ίδια και τα δύο παιδιά τους, είναι ψευδή, θα γνωστοποιούσε σε τρίτους, στους γονείς της, σε γείτονες, στους οικείους και στη σύζυγο προσώπου, με το οποίο εκείνη συνομιλούσε τηλεφωνικώς μερικές φορές κατά το από 2-10-1998 μέχρι και 10-10-1998 χρονικό διάστημα, το περιεχόμενο των ανωτέρω τηλεφωνικών συνομιλιών και έτσι την εξανάγκασε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση με το παραπάνω περιεχόμενο, την οποία του παρέδωσε, αφού επικύρωσε τη γνησιότητα της υπογραφής της στο ΑΤ ..., με αποτέλεσμα να επέλθει ζημία στην περιουσία της με την απώλεια του δικαιώματος της για διατροφή της ίδιας και των παιδιών της.

Περαιτέρω δέχτηκε, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 2-10-1998 μέχρι 10-10-1998, με σκοπό να πληροφορηθεί και να μαγνητοφωνήσει το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ της εν διαστάσει συζύγου του και τρίτων, παγίδευσε αθέμιτα και παρενέβη στην τηλεφωνική συσκευή της κατοικίας της με αριθμό κλήσεως ...

και, στη συνέχεια έκανε χρήση των πληροφοριών και μαγνητοταινιών που απέκτησε με τον τρόπο αυτό για να εκτελέσει την προαναφερθείσα πράξη εκβίασης. Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο των εγκλημάτων της εκβίασης και της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατά συρροήν (άρθρα 94 παρ. 1, 385 παρ. 1 περ.

γ΄ και 370 Α παρ. 1 ΠΚ) και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός έτους και δύο μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ΄αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 εδ.

γ΄ και 370 Α παρ. 1 ΠΚ εγκλημάτων της εκβίασης και της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες, ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες ούτε ευθέως, αλλ΄ ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ελλείψεις ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.

Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την ασκηθείσα κατά της εγκαλούσας απειλή, συνέπεια της οποίας η τελευταία υπέκυψε στην εκβιασθείσα από τον αναιρεσείοντα, ως άνω συμπεριφορά, αφού αναφέρονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, αν η εγκαλούσα δεν υπέγραφε την προδιαληφθείσα υπεύθυνη δήλωση, στην οποία να δηλώνει ότι είναι ψευδή όλα όσα περιέχονται στην από 8-10-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που είχε καταθέσει εναντίον του και εκδικαζόταν στις 9-12-1998, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση προσωρινής διατροφής για την ίδια και τα δύο παιδιά τους, θα γνωστοποιούσε σε τρίτους, στους γονείς της, σε γείτονες, οικείους και στη σύζυγο προσώπου, με το οποίο εκείνη συνομιλούσε μερικές φορές κατά το από 2-10-1998 μέχρι 10-10-1998 χρονικό διάστημα, το περιεχόμενο των ανωτέρω τηλεφωνικών συνομιλιών, από το οποίο αυτονοήτως προκύπτει, ότι ο τρίτος με τον οποίο αυτή συνομιλούσε ήταν εραστής της.

Περαιτέρω, καμμιά αντίφαση δεν δημιουργείται ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως στις 9-11-1998, ο οποίος αναφέρεται στο διατακτικό, με την αναφορά στο σκεπτικό, ως χρόνου τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος στις 9-9-1998, καθόσον η αναφορά στο σκεπτικό ως χρόνου τελέσεως του εγκλήματος της εκβιάσεως στις 9-9-1998, οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή, ενόψει του ότι, θα ήταν αδύνατο να προηγείται η τέλεση του εγκλήματος της εκβιάσεως από την τέλεση της πράξεως, της οποίας απειλήθηκε με την εκβίαση η αποκάλυψη, δηλαδή των τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ της εγκαλούσας και του εραστή της, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά το από 2-10-1998 μέχρι 10-10-1998 χρονικό διάστημα, ενώ, η αιτιολογία δεν είναι ελλειπής ως προς το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως χρόνου τελέσεως του εγκλήματος αυτού "από 2 μέχρι 10 Οκτωβρίου", καθόσον, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία επιτρεπτώς αλλολοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο όλο, χρόνος τελέσεως του εν λόγω εγκλήματος είναι το χρονικό διάστημα από 2-10-1998 μέχρι 10-10-1998, που αναφέρεται στο διατακτικό.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή, με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως, των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 385 παρ. 1 εδ.

γ΄ και 370 Α παρ. 1 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν και, μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, κατά τα εις το διατακτικό (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 8805/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ