Legislator Case Law & Legislation
214/2025 AI generated

Appeal dismissed; appeal discussion voided due to absent parties in joint tort claim; appeal against appeal rejected.

Case Number 214/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court voided the appeal hearing because the appellant and one respondent failed to appear, while the insurance company participated. The court found the lower court's factual findings regarding evidence evaluation were correct and not subject to re-examination. Consequently, the appeal request was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the participating insurance company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 260 § 1, 573, 576 § 3 para 2 of the Code of Civil Procedure: In joint tort claims, if some parties do not participate in the appeal hearing, the discussion is voided as to them, and the appeal is inadmissible as to them.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure joint tort liability voided appeal hearing inadmissible appeal absence of parties

Cited Legislation

AI generated
Article 260 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 3 para 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 11γ of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 para 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para 3 of the Code of Civil Procedure
Article 336 para 4 of the Code of Civil Procedure
Article 444 of the Code of Civil Procedure
Article 448 para 2 of the Code of Civil Procedure
Article 457 para 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 214 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 214/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) …..ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "P. I. CO LTD", που διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1982/2015 εν μέρει οριστική και 613/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1451/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 260 § 1 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, αν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από την έναρξη του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ( ΑΠ 376/2023,ΑΠ 1026/2022, ΑΠ 63/2022, 1529/ 2021, ΑΠ 1093/2021).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, εφόσον ορισμένοι από τους αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητους δεν εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, αν πρόκειται για απλή ομοδικία, που υπάρχει και όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, ματαιώνεται η συζήτηση της υποθέσεως μόνο ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους (AΠ 376/2023,ΑΠ 1440/2021, ΑΠ 49/2020, 1486/2017, 239/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση αυτής.

Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. (ΑΠ 376/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο παρέστη νομίμως και προσηκόντως, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία, ενώ ο αναιρεσείων καθώς και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, πρέπει να ματαιωθεί η συζήτηση της υποθέσεως μεταξύ των ανωτέρω απολειπόμενων διαδίκων μόνο, επειδή υφίσταται εν προκειμένω απλή ομοδικία, σύμφωνα με όσα εκτίθενται κατωτέρω, ως προς το αντικείμενο της δίκης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), των εγγράφων της δικογραφίας, και ειδικότερα από το επιδοθέν στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με της επ' αυτής, από 19-10-2022 επισημειώσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, που προσκομίζει η παριστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη, τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω δικάσιμο επέσπευσε ο αναιρεσείων.

Επομένως, εφόσον τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος αναιρεσείων, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί μεταξύ αυτού και της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης ,σαν να ήταν και αυτός παρών. Η υπό κρίση από …-2020 (αρ. εκθ. κατ. …/…/…-2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1451/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α,667 και 670 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), με κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 29-6-2020 ,εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 του ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον η προσβαλλόμενη δημοσιεύτηκε στις 21-3-2018 και ο χρόνος προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας από 13-3-2020 έως 31-5-2020, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α' του ν. 4690/2020 , δεν υπολογίζεται. ( ΑΠ 1171/2023, ΑΠ 1232/2023) .

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.

η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες(ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις (άρθρ. 559 παρ. 1α' και 19 του Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ: "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο υποστάς βλάβη του σώματος ή της υγείας του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της, συνεπεία της βλάβης της υγείας ή του σώματος, μειωμένης ικανότητας προς εργασία, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.

Προς τούτο, όμως, δεν απαιτείται βεβαιότητα, αρκούσης πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα, που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδιαίτερα δε από τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 206/2020, ΑΠ 1199/2017, ΑΠ 1435/2013). Η ζημία, την οποία μπορεί να υποστεί από την ανικανότητα προς εργασία ο ελεύθερος επαγγελματίας, ή αυτοτελώς εργαζόμενος συνίσταται, στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, στη ματαίωση του καθαρού κέρδους, το οποίο θα αποκόμιζε αφαιρουμένων των εξόδων, από τη λειτουργία της, επιχείρησης, με βάση τα δεδομένα του αμέσως προγενέστερου του τραυματισμού χρόνου.

Η ζημία δηλαδή από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. (ΑΠ 1178/2023, ΑΠ 1208/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγω παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 298 και 929 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις του, λόγω του τραυματισμού του από το επίδικο τροχαίο ατύχημα για αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), που συνίσταται στην απώλεια εισοδήματος λόγω ανικανότητας του προς εργασία, στον Δήμο ……. ως οδηγού απορριμματοφόρου (κατά τον πρώτο λόγο αναίρεσης), καθώς και ως εργαζόμενου στην επιχείρηση της συζύγου του, ως διανομέα κατ'οίκον φαγητού (κατά τον δεύτερο λόγο αναίρεσης).

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, αναφορικά με το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών από την απώλεια του εισοδήματός του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στο μέλλον, συνεπεία βλάβης του σώματός του, από το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), εργαζόταν στο Δήμο ….., ως οδηγός απορριμματοφόρου αυτοκινήτου ΔΕ, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ιδιωτικού δικαίου διάρκειας 8 μηνών, με ημερομηνία πρόσληψης την 9-9-2013 και μικτές μηνιαίες αποδοχές 858 ευρώ συν επίδομα τέκνων 120 ευρώ και επίδομα ανθυγιεινής απασχόλησης 150 ευρώ.

Εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του τραυματισμού του ήταν ανίκανος να εργαστεί κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την 9-5-2014, οπότε και έληξε η οχτάμηνη σύμβαση εργασίας του με τον ως άνω Δήμο. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα των 4 μηνών (08.01.2014 έως και 09.05.2014) απώλεσε τα εισοδήματα που θα είχε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την άσκηση του επαγγέλματος του, ανερχομένων αυτών στο συνολικό ποσό των 1.128 μηνιαίως, ήτοι στο ποσό των 4.512 για το διάστημα τεσσάρων μηνών.

Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό που έλαβε ο ενάγων, ως επιδότηση λόγω της ανικανότητας του προς εργασία από τον ασφαλιστικό του φορέα, ανερχόμενο σε 800 ευρώ μηνιαίως και σε συνολικό ποσό 3.200 ευρώ (800x4 μήνες), απομένοντος υπολοίπου 1.312 ευρώ, το οποίο πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σύμφωνα με τον υπ'αριθμ.πρωτ.

…./….2014 πίνακα επιτυχόντων, ο ενάγων ήταν επιτυχών στην προκήρυξη …/2014 του Δήμου …., για την πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας οχτώ μηνών, στην ειδικότητα ΔΕ οδηγός απορριμματοφόρων αυτοκινήτων, με αποδοχές αντίστοιχες των ανωτέρω παρατιθέμενων, πρόσληψη την οποία δεν αποδέχθηκε για λόγους υγείας (βλ.

την υπ'αριθμ.πρωτ. …./...2015 Βεβαίωση του Δήμου …). Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία, ο ενάγων απώλεσε εισοδήματα για το χρονικό διάστημα αυτό των 8 μηνών, που θα απασχολείτο στο Δήμο …., ύψους 1.128 ευρώ μηνιαίως και συνολικού ύψους 9.024 ευρώ, το οποίο και πρέπει να του επιδικαστεί, απορριπτομένου του λοιπού αιτουμένου κονδυλίου, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι και την 01.07.2017, ως ουσία αβάσιμου καθότι δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων θα συνέχιζε και μετά τη λήξη της οκτάμηνης σύμβασης εργασίας του με τον Δήμο να απασχολείται σε αυτόν ούτε τέτοια απασχόληση είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι του αβέβαιου και υποθετικού της πρόσληψης του ενάγοντος στον Δήμο …. για το χρονικό διάστημα από 01.07.2017 έως 01.07.2020, θα πρέπει να απορριφθεί το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο διαφυγόντων εισοδημάτων, για το διάστημα αυτό ως ουσία αβάσιμο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , που με την εκκαλουμένη απόφαση του, επιδίκασε στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία τα παραπάνω ποσά, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πέμπτο λόγο της κρινομένης εφέσεως κρίνονται αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο εξ όσων προσκόμισε ο ενάγων κατά την μετ' επανάληψη συζήτηση, δεν αποδεικνύεται ότι αυτός κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος απασχολείτο στην επιχείρηση (οβελιστήριο) που διατηρεί η σύζυγος του Ν. Μ.. Αντιθέτως, μολονότι με την υπ' αριθμ. 1982/2015 εν μέρει οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αγωγής προκειμένου να προσκομιστούν από αυτόν έγγραφα αποδεικνύοντα τη σχέση εργασίας του με την ως άνω επιχείρηση, ο ενάγων προσκομίζει μόνον την υπ' αριθμ.

πρωτ. …/….2015 Βεβαίωση του ΙΚΑ ….. από την οποία προκύπτει ότι ο ενάγων δεν απασχολείτο με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε καμία επιχείρηση κατά το επικαλούμενο στην αγωγή του χρονικό διάστημα. Ούτε άλλωστε τέτοια έγγραφα προσκομίζει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Συνεπεία των ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απώλεσε εισοδήματα, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία στην επιχείρηση εκμετάλλευσης της συζύγου του και ως εκ τούτου τα σχετικά κονδύλια της αγωγής του, για όλα τα αιτούμενα από αυτόν χρονικά διαστήματα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα προαναφερόμενα αγωγικά κονδύλια απώλειας εισοδήματος του ενάγοντος από την απασχόλησή του στην επιχείρηση της συζύγου του, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο εκκαλών, με τον έκτο λόγο της κρινομένης εφέσεως, κρίνονται αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα για απώλεια εισοδημάτων μέχρι την 1-7-2017 καθώς και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-7-2017 έως 1-7-2020,λόγω ανικανότητάς του προς εργασία, στον Δήμο ….. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 929 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος κατά το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας του για το προεκτεθέν χρονικό διάστημα και, επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι (ΑΠ 687/2024,ΑΠ 208/2020), διότι με το πρόσχημα της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.ΠολΔ., πλήττεται η απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο ( άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προαναφερόμενη αιτιολογία στέρησε αυτήν νομίμου βάσεως και δη επαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), που συνίσταται στην απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητάς του προς εργασία μετά τον τραυματισμό του, στην επιχείρηση της συζύγου του ως διανομέα κατ'οίκον φαγητού, για το χρονικό διάστημα μέχρι την 1-7-2022.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης που πλήττει το συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον, υπό την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται η εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη πιθανότητας για την ύπαρξη του επικαλούμενου με την αγωγή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, διαφυγόντος κέρδους του αναιρεσείοντος, από την εργασία του ως διανομέα κατ'οίκον φαγητού, στην επιχείρηση της συζύγου του η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις (που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών) για την, κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1492/2022,ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1492/2022,ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους, κατά το οικείο μέρος τους, κατ' εκτίμηση τους περιεχομένου τους, υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα: 1) την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος από την οποία αποδεικνύεται ότι η σύζυγός του Μ.

Ν. λειτουργεί κατάστημα (οβελειστήριο) επί της οδού …. αρ…. στην …., 2) την επανεκτύπωση βεβαίωσης έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της συζύγου του, 3) το αντίγραφο ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως , της συζύγου του ως μισθώτριας του καταστήματος (ψησταριά) επί της οδού …. αρ…. στην …., 4) τις υπ'αριθμ…/…2018 και …/…-2018 εκθέσεις ένορκης εξέτασης των μαρτύρων Γ.

Ζ. και Δ. Γ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 5) φωτογραφίες της δίκυκλης μοτοσικλέτας κατά την στιγμή της επίδικης σύγκρουσης. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση από το Δικαστήριο αυτό, των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο και περιέχεται ταυτάριθμα με την υπ'αρ. 1982/2015 εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τις υπ'αρ. ..

και …./…/2018 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος-εκκαλούντος, ύστερα από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. την υπ'αρ…./…./2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Γ.. Π.) και παραδεκτά προσάγονται το πρώτον στην παρούσα κατ'έφεση δίκη (αρθ.529 του Κ.Πολ.Δ.), την υπ'αρ…./2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη της νευροχειρουργού Ό.

Κ.. Α., που διατάχτηκε με την εκκαλούμενη υπ'αρ. 1982/2015 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...".

Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης , που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτού, οι ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τέταρτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι, κατά το μέρος τους αυτό, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών αυτών μέσων, αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από ….-2020 (αρ. κατ. …/…/2020) αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ'αριθμ. 1451/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μεταξύ του αναιρεσείοντος Ε. Ζ. και του πρώτου των αναιρεσίβλητων Ι. Τ..

Απορρίπτει την από 12-3-2020 (αρ. εκθ. κατ. …/…/2020) αίτηση για αναίρεση, της υπ'αριθμ. 1451/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών),κατά τα λοιπά.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "P. I. CO LTD", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ