Supreme Court dismisses appeal for vague legal grounds and attacking non-reviewable evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a right of way. The appellant argued the lower court violated substantive law and improperly assessed evidence, but the court rejected these claims. The appeal was rejected because the grounds were too vague to allow legal review and because the appellant incorrectly targeted the non-reviewable evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground must be specific to enable review, and challenging the non-reviewable assessment of evidence constitutes inadmissible grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 214 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 214/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Ν. και της Ο., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Κουλάκου, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Φ. Σ. του Ι., συζύγου Ι. Σ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου-Νικολάου Κολιόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2019 αίτησή του, η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση, αρχικά στη δικάσιμο 16-12-2020, και κατόπιν αναβολής στη δικάσιμο 26-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 240/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-12-2019 (αρ. κατ. 2/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2019 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 4/9/2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 32/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Γυθείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ' αυτού από 13-3-2015 αγωγή παροχής διόδου της ήδη αναιρεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1928/2022, ΑΠ 1403/2022, ΑΠ 989 και 1646/2018, 2044/2017, 53/2015). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 733/2020) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 74/2020, ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 739/2011, 1147 και 1399/2017) και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης του, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός (ΑΠ 555/2019). Για την πληρότητα συνεπώς αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/2011).
Ειδικότερα δε, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, 1446/2003) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, πράγμα που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τους οποίους αποδίδεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ως "πράγματα" τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 88/1995 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Γυθείου με την εμπεριεχόμενη σ'αυτά κατάθεση του μάρτυρος Δ.
Ρ., πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελούν "πράγματα", τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο και πάλι για πλημμέλεια εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του προς επιστήριξη ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ούτε ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε, ούτε ο τρόπος με τον οποίο προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε κατ' έφεση, όπως κατά τα προεκτεθέντα απαιτείται για το ορισμένο του προκείμενου λόγου.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ταυτόσημη με εκείνη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 ή 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.Α.Π 27/1998, 32/1996, ΑΠ 38/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο εκ του άρθρου 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1118 του ΑΚ, περί της εννοίας της πραγματικής δουλείας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι πλήρεις παραδοχές του Δικαστηρίου, με τις οποίες εχώρησε η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παραβίαση της ως άνω διατάξεως, έτσι ώστε να είναι δυνατός ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος.
Προσέτι με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι η από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Ωστόσο και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν εντοπίζει το συγκεκριμένο υπαγωγικό ή ερμηνευτικό σφάλμα, αλλά βάλλει (απαραδέκτως) κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ εκτίμησης των αποδείξεων.
Τέλος η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1578/2022, ΑΠ 1226/2022, ΑΠ 824/2022). Τέτοιες δικονομικές, διατάξεις είναι και αυτές του άρθρου 118 του ΚΠολΔ που ορίζουν τα απαιτούμενα στοιχεία που πρέπει να αναφέρουν τα δικόγραφα. Επομένως οι έκτος και έβδομος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου 118 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που υπέβαλλε και προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2019 (αρ. κατ. 2/2019) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 43/2019 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου . Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ