Legislator Case Law & Legislation
214/2018 AI generated

214/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 214/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

214/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 περ. γ, 322 παρ. 1, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Keywords

AI generated
decisions relating to emoluments reduction of salary calculation of daily allowance monthly pay termination of benefits salary recalculation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 214 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Χ., 2) Δ. Γ. του Α., 3) Π. Ε. του Σ., 4) Μ. Κ.-Δ. του Ν., 5) Γ. Κ. του Ν., 6) Β. Μ. του Θ., 7) Ν. Ξ. του Π., 8) Ν. Ο. του Α., 9) Ε. Μ. του Π., 10) Π. Π. του Κ., 11) Ε. Ρ. του Σ., 12) Μ. Σ. του Ι., 13) Μ. Τ. του Ι., 14) Ι. Τ. του Κ., 15) Μ. Σ. του Ι., 16) Φ. Δ. του Κ., 17) Α. Θ. του Γ., 18) Λ. Λ. του Π., 19) Μ. Μ. του Χ., 20) Μ. Π. του Π., 21) Θ. Π. του Δ., 22) Β. Π. του Θ., 23) Ε. Π. του Ν., 24) Α. Π. του Κ., 25) Ι. Ρ. του Γ., 26) Α. Σ. του Κ., 27) Α. Ι. του Γ., 28) Π. Κ. του Π., 29) Α. Χ. του Α., 30) Ζ. Γ. του Π., 31) Μ. Β. του Α., 32) Κ. Ζ. του Γ., 33) Α. Μ. του Α., 34) Ν. Φ. του Ι., 35) Π. Ν. του Χ., 36) Ζ. Ρ. του Μ. και 37) Α. Τ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 7357/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 7-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 περ. γ, 322 παρ. 1, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού. Επομένως ο δικαιούχος μπορεί μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαιτήσεως, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή, για το κριθέν ήδη χρονικό διάστημα, να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.

Αν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005, 1/2003, 14/2002). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που με μεταγενέστερη αγωγή διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της ίδιας απαιτήσεως για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, εφόσον κατά το επόμενο αυτό χρονικό διάστημα δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο.

Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει δεδικασμένο που κωλύει την εκ νέου έρευνα των προϋποθέσεων της απαιτήσεως, εφόσον προβλήθηκε ήδη και κρίθηκε το όλον της απαιτήσεως για τον προγενέστερο χρόνο. Ειδικότερα σε διαρκή έννομη σχέση από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διαφόρους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις κ.λπ., οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν επιμέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσεως, έστω και εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (Ολ.

Α.Π. 1/2005, 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 28-3-2008 αγωγή τους οι τότε και ήδη ενάγοντες είχαν επικαλεσθεί ότι με διαδοχικές συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας προσελήφθησαν από τον τότε και ήδη εναγόμενο Δήμο Αθηναίων με συμφωνημένο ημερομίσθιο 12.000 δραχμών με την πρώτη σύμβαση και 35,22 ευρώ με τις λοιπές και απασχολήθηκαν ως σχολικοί φύλακες κατά το διάστημα από 8-3-2001 μέχρι και 1-10-2006, οπότε με απόφαση του εναγομένου κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις αυτού.

Είχαν δε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει και να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας και αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως σ' αυτούς της ετήσιας αδείας αναψυχής κατά τα έτη από 2002 έως και 2006, υπολογιζόμενα (τα ποσά αυτά) με βάση το προαναφερθέν συμφωνημένο ημερομίσθιο.

Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 2234/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων η 5947/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή ενστάσεως του εναγομένου για παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005 και μετά την απόρριψη αντενστάσεως των εναγόντων για διακοπή της παραγραφής, έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω αξιώσεις (των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005) είχαν υποπέσει σε παραγραφή.

Επί πλέον το εφετείο δέχθηκε, σε σχέση με τις αξιώσεις του έτους 2006, τα εξής: "Περαιτέρω οι ενάγοντες πλην της 91ης δικαιούνται να λάβουν για δώρα εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα, επιδόματα και αποδοχές αδείας του έτους 2006 τα παρακάτω ποσά: α) για δώρο Χριστουγέννων 2006 το ποσό των 880,52 (25 ημερομίσθια Χ 35,22) ευρώ, β) για δώρο Πάσχα 2006 το ποσό των 528,30 ευρώ (15 ημερομίσθια Χ 35,22), γ) για επίδομα αδείας έτους 2006 το ποσό των 457,86 (13 ημερομίσθια Χ 35,22) ευρώ και δ) για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας αναψυχής το έτος 2006 το ποσό των 915,72 ευρώ (26 ημερομίσθια Χ 35,22) και συνολικά το ποσό των 2.782,38 (880,52 + 528,30 + 457,86 + 915,72) ευρώ, ως προς το ύψος του οποίου δεν διατυπώνεται παράπονο από τους εκκαλούντες κατά της εκκαλούμενης απόφασης".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν τη νέα από 10-9-2008 (ένδικη) αγωγή τους, με την οποία, αφού προέβαλαν το ίδιο ιστορικό, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει και να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδομάτων αδείας και αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως σ' αυτούς της ετήσιας αδείας αναψυχής, για νόμιμες προσαυξήσεις λόγω απασχολήσεώς τους κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα και για κατ' αποκοπήν έξοδα κινήσεως των ετών 2004, 2005 και 2006, ήτοι για διάστημα που συμπίπτει εν μέρει με το διάστημα της προηγούμενης αγωγής τους, υπολογιζόμενα (τα ποσά αυτά) με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας της Π.Ο.Ε.

Ο.Τ.Α., ήτοι με βάση ποσά ανώτερα εκείνων που είχαν ζητήσει με την προηγούμενη αγωγή τους και που είχε δεχθεί η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 7357/2013 απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως και 12-10-2006 είχαν υποπέσει σε παραγραφή (ζήτημα για το οποίο θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη), δέχθηκε περαιτέρω τα εξής: "Το αίτημα των εναγόντων για καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αδείας του έτους 2006, ως προς το υπόλοιπο ποσό, την ικανοποίηση του οποίου δεν είχαν επιδιώξει με την από 28-2-2008 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση (2234/2008 ΜΠρΑθ), πρέπει να απορριφθεί διότι καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης...

Με βάση τα περιστατικά αυτά το δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση καλύπτει και το ύψος του ημερομισθίου των εναγόντων, αφού το δικαστήριο αναγκαίως το έκρινε για να προσδιορίσει τις νόμιμες αποδοχές τους". Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.

αφού η ανωτέρω τελεσίδικη 2234/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν επί μέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της διαρκούς έννομης σχέσεως μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως της ορθότητάς της ή μη, αποτελεί δεδικασμένο και για τις ένδικες απαιτήσεις ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, οι ενάγοντες δε δεν επικαλέσθηκαν ούτε προκύπτει ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής επήλθε νομοθετική μεταβολή που να δικαιολογεί την άσκηση της νέας αγωγής με την οποία ζητούνται τα επί πλέον ποσά.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αντένστασή τους για διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως και 12-10-2006 (με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε προταθεί με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά για πρώτη φορά με την προσθήκη-αντίκρουση μετά τη συζήτηση της αγωγής) παρά το γεγονός ότι η αντένσταση αυτή είχε προταθεί παραδεκτά καθ' υποφοράν με την αγωγή τους, σε κάθε δε περίπτωση η πρότασή της ήταν παραδεκτή κατά τα άρθρα 527 περ. 3 σε συνδυασμό με 269 παρ. 2 εδ.

γ Κ.Πολ.Δ. διότι αποδεικνυόταν από έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το αναγραφόμενο στην ένδικη από 10-9-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων: "Επειδή ο αντίδικος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας και την από Δεκεμβρίου 2006 αίτησή μας αρνείται την καταβολή των ανωτέρω ποσών που δικαιούμαστε..." δεν συνιστά νόμιμη και ορισμένη αντένσταση διακοπής της παραγραφής, επί πλέον δε διότι το έγγραφο (από Δεκεμβρίου 2006 αίτηση) από το οποίο κατ' αυτούς προκύπτει η διακοπή της παραγραφής δεν προσκομίζεται στο παρόν δικαστήριο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μειωμένη κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 7357/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ