Legislator Case Law & Legislation
214/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of gender discrimination claim in OTE severance pay case.

Case Number 214/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim regarding gender discrimination in severance pay. The plaintiffs argued that the applicable personnel regulation discriminated against male employees by granting higher severance benefits than female employees under identical conditions, violating constitutional equality principles. The Court found the First Instance Court erred in interpreting the regulation and failed to apply the more favorable provision intended for women, thereby remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution; The personnel regulation provision granting higher severance pay to male employees under identical conditions constitutes direct gender discrimination and must be interpreted in favor of the more favorable provision applicable to female employees.

Keywords

AI generated
gender discrimination severance pay personnel regulation equal treatment constitutional principle remand for retrial public sector

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution
Law 1414/1984
Law 3896/2010
Article 38(3) of Law 3522/2006
Article 19(1)(i) of the former OTE Personnel General Regulation
Article 19(2)(c) of the former OTE Personnel General Regulation
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 7-3-1990 of the Supreme Administrative Court (ESSE)
Decision 2122/7-6-1989 of the OTE Administrative Council
AI generated
537/2023
Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment limiting severance pay for public utility company employees.
1314/2020
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 297 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο εξ αυτών αντικαταστάθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, συνάγεται ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (ΚΠολΔ 495 παρ.1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου, εφόσον γίνει πριν την έναρξη της συζήτησης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αντίδικος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί έννομο συμφέρον να εκδοθεί απόφαση.
1211/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
800/2022
Supreme Court allows appeal against labor dispute verdict, ordering restitution of funds paid under voided judgment.
682/2007
Supreme Court allows OTE's appeal, orders restitution of executed sums, and dismisses workers' original lawsuit.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 214 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 2)Κ. Τ. του Β., 3)Κ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., και 4)Φ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουφογιάννη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουρίωτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1042/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, που συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίσθηκε ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΟΤΕ ΑΕ 2122/7-6-1989 για παροχή στο λόγω συνταξιοδότησης απολυόμενο προσωπικό πρόσθετης (πέραν, δηλαδή, της κατά την κείμενη νομοθεσία) αποζημιώσεως απόλυσης τριών (3) μισθών κατέστη όρος της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, και έτσι ενέκρινε, επιπλέον της αποζημίωσης απόλυσης, τη χορήγηση πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης τριών (3) μισθών στους απολυόμενους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), υπολογιζομένων βάσει του τακτικού μισθού του τελευταίου μήνα προ της αποχώρησης, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Η ανωτέρω πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης αυξήθηκε σε πέντε (5) τακτικούς μισθούς από 2-1-2002 (όρος 9 της από 25-6-2001 ΕΣΣΕ), σε επτά (7) τακτικούς μισθούς από 2-1-2004 (όρος 6 της από 30-6-2003 ΕΣΣΕ) και σε εννέα (9) τακτικούς μισθούς από 2-1-2005 (όρος 6 της από 19-5-2004 ΕΣΣΕ). Περαιτέρω, με το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006 ορίζονται τα ακόλουθα: ''Από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του ΟΤΕ ΑΕ ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της COSMOTE ΑΕ, ως ισχύει σήμερα, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας ή επιχειρησιακής συλλογικής συμφωνίας, απόφασης της διοίκησης του ΟΤΕ ή εντεταλμένων οργάνων του και πρακτικής, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού του προσωπικού του ΟΤΕ και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της CΟΣΜΟΤΕ, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων εδαφίων.

Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου : α) τα άρθρα 20 παράγραφοι 1 ΙΙΙ ΙV, παρ. 2-10 και τα άρθρα 23-40 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, που αφορούν στον πειθαρχικό έλεγχο του προσωπικού, β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών σσε, που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων, γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον ΟΤΕ ΑΕ, ως Δόκιμο ή Μόνιμο.

Ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού των προηγούμενων εδαφίων τροποποιείται περαιτέρω εν όλω ή εν μέρει, με επιχειρησιακή σσε σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ 27Α')''. Εξάλλου, στο νέο ΕΚΠ-ΟΤΕ, για όσους είχαν προσληφθεί πριν την 14-7-2005 προβλέπεται ότι αποχωρούν βάσει των διατάξεων του καταργούμενου ΓΚΠ-ΟΤΕ: 1) όσοι απολύονται ένεκα ψυχικής νόσου (άρθρο 40 παρ. 1β ΕΚΠ-ΟΤΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 του ΕΚΠ-ΟΤΕ), 2) όσοι συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 40 παρ. 1δ' ΕΚΠ-ΟΤΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 ΕΚΠ-ΟΤΕ), 3) όσοι συμπληρώνουν 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας (άρθρο 40 παρ. 1ε' ΕΚΠ-ΟΤΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 ΕΚΠ-ΟΤΕ), 4) όσοι εκλέγονται βουλευτές (άρθρο 40 παρ. 1στ' ΕΚΠ-ΟΤΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 ΕΚΠ-ΟΤΕ), 5) όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης (άρθρο 40 παρ. 3 ΕΚΠ-ΟΤΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 ΕΚΠ-ΟΤΕ), 6) όσοι υποβάλλουν αίτηση για αποχώρηση μετά τη συμπλήρωση 30ετίας ή 25ετίας προκειμένου περί Διευθυντών (άρθρο 19 παρ. 1 εδ.

ι' του ΓΚΠ-ΟΤΕ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ΕΚΠ-ΟΤΕ). Στην περίπτωση αυτή ρητά προβλέπεται ότι η αποχώρηση αυτή εξομοιώνεται με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και ότι δικαιούται ο αποχωρών την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, 7) το θήλυ προσωπικό μετά τη συμπλήρωση 25ετούς προϋπηρεσίας από του αρχικού διορισμού στον ΟΤΕ, μετά δε 15ετούς κατά τα ανωτέρω πραγματικής υπηρεσίας, εφόσον είναι έγγαμο ή έχει ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτό (άρθρο 19 παρ. 2 περ.

γ' του ΓΚΠ-ΟΤΕ, όπως τροποποιήθηκε με την 6395/1985 απόφαση του τότε Υπουργού Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ΕΚΠ-ΟΤΕ). Ρητώς ορίζεται ότι η αποχώρηση αυτή εξομοιώνεται με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και ότι δικαιούται η αποχωρήσασα την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης και 8) όσοι αποχωρούν βάσει του όρου Δ3 της από 10-5-1991 ΕΣΣΕ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ΕΚΠ-ΟΤΕ, δηλαδή που θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης σύνταξης.

Επομένως, την πρόσθετη αποζημίωση, που προβλέπουν οι σχετικοί όροι των ΕΣΣΕ που προαναφέρθηκαν, δικαιούνται οι ανωτέρω κατηγορίες, που αποχωρούν βάσει του Κανονισμού Προσωπικού, καθώς θεωρείται ότι έχουν θεμελιώσει δικαίωμα αποχώρησης με συνθήκες απόλυσης, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγησή της.

Περαιτέρω, το έτος 2012 η αναιρεσίβλητη εταιρεία αποφάσισε να εφαρμόσει οικειοθελή αποχώρηση ενός μεγάλου μέρους του προσωπικού της και προς υλοποίηση αυτής εκδόθηκε η 427/Δ.1667/9-11-2012 απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της, με την οποία καθορίσθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για να υπαχθεί κάποιος στην οικειοθελή αποχώρηση και οι χρηματικές παροχές που θα ελάμβαναν οι αποχωρούντες.

Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το πρόγραμμα αυτό απευθύνεται στο προσωπικό της αναιρεσίβλητης που συνδέεται με αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έχει ή θα συμπληρώσει μέχρι τις 31-12-2012 χρόνο ασφάλισης 25 ετών, εκ των οποίων τα 15 τουλάχιστον να είναι έτη πραγματικής υπηρεσίας στον ΟΤΕ και θεμελιώνει από 1-1-2013 έως 31-12-2015 δικαίωμα άμεσης συνταξιοδότησης (πλήρους ή μειωμένης), κατά την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία.

Στο ως άνω προσωπικό που θα αποχωρήσει οικειοθελώς ορίσθηκε ότι θα καταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση για τον αποχωρούντα εργαζόμενο σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του την ημερομηνία αποχώρησής του και πρόσθετο μικτό ποσό, όπως αναλύεται στο συνημμένο παράρτημα 1. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι ''Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου'' (παρ. 1) και ''Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις'' (παρ. 2), στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.

τελευταίο αυτού ότι '' Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας'' και στη διάταξη του άρθρου 116 του Συντάγματος ότι ''Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 1982''(παρ. 1). ''Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών'' (παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το Ψήφισμα της 6-4-2001) και ''Κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος'' (παρ.3).

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα; α) Η πρώτη απ' αυτές (άρθρο 4 παρ. 1) θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζουν τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (Ολ ΑΠ 16 και 17/2015, 3/2013, 9/2004), β) η δεύτερη ως άνω συνταγματική διάταξη (άρθρο 4 παρ. 2) δεν αποτελεί απλώς μερική επανάληψη της γενικής αρχής της ισότητας, που καθιερώνει η πρώτη.

Πράγματι, ενώ στη γενική αυτή αρχή η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη παραμένει σημαντική, διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα, και όταν ακόμη γίνονται από το νομοθέτη, είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα μόνο όταν η παράλειψή τους θα συνιστούσε (για βιολογικούς κυρίως λόγους) αυθαιρεσία. Έτσι, η διάταξη αυτή, αφενός απαγορεύει τις υπέρ ή κατά του ενός ή του άλλου φύλου αυθαίρετες ευμενείς ή δυσμενείς νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και αφετέρου επιβάλλει τη νομοθετική επέκταση των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευμενών διατάξεων και υπέρ του άλλου, γ) Η τρίτη συνταγματική διάταξη (άρθρο 22 παρ.1 εδ.

τελευταίο) καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που χρησιμοποιεί, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα έναντι αμοιβής πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται, από πλευράς παροχών, ομοιόμορφα, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση ορισμένων έναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατά αντικειμενική κρίση, λόγο (Ολ ΑΠ 7/1996, 7/1993, 348/1985).

και γ) Η τέταρτη συνταγματική διάταξη (άρθρο 116 παρ. 1 και 3) ορίζει ότι όσες διατάξεις όφειλαν, ως αντίθετες προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 22 παρ. 1 αυτού, να αντικατασταθούν το αργότερο μέχρι την 31-12-1982 και μέσα σε τρία έτη από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος, αντίστοιχα, και δεν αντικαταστάθηκαν, θεωρούνται καταργημένες.

Επομένως, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, απαγορεύεται. Τούτο ισχύει, όχι μόνο όταν η διάκριση αυτή στηρίζεται αμέσως στη διαφορά του φύλου ανάμεσα στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, αλλά και όταν η διαφορά φύλου χρησιμοποιείται στο νόμο, στη συλλογική σύμβαση, στη διαιτητική απόφαση, στον κανονισμό εργασίας που έχει ισχύ νόμου κλπ, ως στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους ή της χρονικής διάρκειας της αμοιβής, στην οποία περιλαμβάνονται το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλο όφελος καταβαλλόμενο αμέσως ή εμμέσως, σε χρήμα ή σε είδος από τον εργοδότη στον εργαζόμενο έναντι της απασχόλησής του (Ολ ΑΠ 7/1993, ΑΠ 1887/2007, 130/2005, Ολ ΣΤΕ 42/2013, Ολ ΕΣ 44/2009).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 6 του ν. 1414/1984 ''Εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις'', που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των 75/117/10-2-1975 και 76/207/9-2-1976 Οδηγιών του Συμβουλίου της ΕΟΚ (ΦΕΚ Α' 10), ''Απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζόμενου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία'' και '' Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας και α) για λόγους που αναφέρονται στο φύλο και β)....''.

Επιπλέον, το άρθρο 15 του ως άνω νόμου ορίζει ότι ''Διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καταργούνται''.

Περαιτέρω, στο ν.3896/2010 ''Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης - Εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5-7-2006 και άλλες διατάξεις'' (ΦΕΚ Α' 207), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: ''Σκοπός του παρόντος νόμου είναι να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, όσον αφορά:

α)την πρόσβαση στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εξέλιξης.., β) τις συνθήκες και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής...'' (άρθρο 1). ''Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α. ''άμεση'' διάκριση: ''όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση,...

ε)''αμοιβή'': οι πάσης φύσεως μισθοί και αποδοχές, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από κάθε πηγή, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, εξαιτίας ή και με αφορμή την απασχόληση του τελευταίου'' (άρθρο 2). ''Απαγορεύεται κάθε μορφής άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση, σε όλους τους τομείς που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, όπως εξειδικεύονται στις κατωτέρω διατάξεις'' (άρθρο 3 παρ. 1). ''Συνιστά, επίσης, διάκριση κατά την έννοια του παρόντος νόμου η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναικών λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, στις περιπτώσεις των προεδρικών διαταγμάτων 176/1997(ΦΕΚ 150 Α'), 41/2003 (ΦΕΚ 44 Α') και του άρθρου 142 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α')''(άρθρο 3 παρ. 4). ''Κατά το σχεδιασμό και την εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης του προσωπικού που συνδέονται με τη μισθολογική εξέλιξή του, πρέπει να τηρείται η αρχή της ίσης μεταχείρισης και να μην επιτρέπεται διάκριση λόγω φύλου ή οικογενειακής κατάστασης'' (άρθρο 4 παρ. 2 β'). ''Αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης διατάξεις που βασίζονται στο φύλο, είτε έμμεσα, ιδίως σε σχέση με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου α)..., ε) να καθορίσουν διαφορετικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση παροχών ή να τις περιορίσουν μόνο στους εργαζόμενους του ενός ή του άλλου φύλου, στ) να επιβάλλουν διαφορετικά όρια ηλικίας για τη συνταξιοδότηση'' (άρθρο 7 παρ. 1 περ.

ε και στ). '' Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου... εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου'' (άρθρο 30 παρ. 1). Επομένως, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος, του ν. 1414/1984 και του ν.3896/2010, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. ι' και 2 εδ. γ' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και έχει, συνεπώς, ισχύ νόμου, η οποία (διάταξη) διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του ισχύοντος ΕΚΠ-ΟΤΕ, κατά το μέρος που ορίζει ότι οι γυναίκες υπάλληλοι της εναγομένης απολύονται μετά τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας, δηλαδή με ευμενέστερες γι' αυτές προϋποθέσεις σε σχέση με τους άρρενες συναδέλφους τους, που απολύονται μετά από 30ετή πραγματική υπηρεσία, αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού παραβιάζει την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι ή λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την ειδική αυτή μεταχείριση, εφόσον καθιερώνει υπέρ των γυναικών, με κριτήριο μόνο το φύλο τους, μειωμένο χρονικό όριο συνταξιοδότησης σε σχέση με εκείνο που θεσπίζεται για τους άνδρες υπαλλήλους, παρότι το φύλο δεν συνιστά, κατ' αρχήν, ενόψει και των σύγχρονων κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων και αντιλήψεων, κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει κατά το Σύνταγμα διάκριση ως προς το περιεχόμενο των παροχών προς τους μισθωτούς ( ΑΠ 1785/2001, πρβλ.

Ολ ΕΣ 44/2009, 645/2005, Ολ ΣΤΕ 3088/2007, ΣΤΕ 3693/2015 και σχετικές αποφάσεις ΔΕΚ 0614/2011 της 12-9-2013- σκέψεις 43 και 51, 356/2009 της16-9-2010- σκέψεις 60 και 63 και 559/2007 της 26-3-2009 -σκέψη 74). Επομένως η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1εδ. ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, κατά το μέρος που ορίζει ότι το θήλυ προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας από τον αρχικό διορισμό του στον ΟΤΕ, μπορεί να συνταξιοδοτηθεί, ενώ το άρρεν προσωπικό μπορεί να συνταξιοδοτηθεί μετά τη συμπλήρωση 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας, ήταν ανεκτή έως τις 31-12-1982.

Γι' αυτό πρέπει, προς αποκατάσταση της επιβαλλόμενης στην προκείμενη περίπτωση ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη, να τύχει αυτή επεκτατικής εφαρμογής και επί των ανδρών εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).

2. Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω κρίσιμα περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ειδικότερα στις 19-6-1985 ο Γ. Λ., στις 5-7-1985 ο Κ.

Τ., στις 27-3-1985 ο Κ. Κ. και στις 17-6-1985 ο Φ. Κ.. 'Οτι, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός τους για ένταξή τους στο πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης της εναγομένης, που αυτή εφάρμοσε το έτος 2012 μετά την έκδοση της 427/Δ 1667/9-11-2012 απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Μ. Τ., αποχώρησαν στις 30-12-2012 από την υπηρεσία, υπογράφοντας σχετικά ιδιωτικά συμφωνητικά λύσης της σύμβασης εργασίας τους.

Ότι το ανωτέρω πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης απευθυνόταν σε εργαζόμενους που βρίσκονταν κοντά στη συνταξιοδότηση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, στην οποία επίσης ορίζονταν οι χρηματικές παροχές που θα λάμβαναν οι αποχωρούντες.

Ότι με την υπογραφή των ιδιωτικών συμφωνητικών λύσης της σύμβασης εργασίας τους οι ενάγοντες, εκτός από την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 25.090 ευρώ, υποκείμενη στο πλαφόν του α.ν. 173/1967, έλαβαν και τα παρακάτω ποσά ο καθένας, ως κίνητρο αποχώρησης, δηλαδή: α) ο Γ. Λ. το ποσό των 121.544,39 ευρώ, β) ο Κ.

Τ. το ποσό των 41.569,10 ευρώ, γ) ο Κ. Κ. το ποσό των 40.870,32 ευρώ και δ) ο Φ. Κ. το ποσό των 41.003,90 ευρώ. Ότι στα συμφωνητικά που υπέγραψαν οι ενάγοντες ανεπιφύλακτα κατά την αποχώρησή τους, έχει συμπεριληφθεί ο όρος ότι ''ο μισθωτός αναγνωρίζει και δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι με την καταβολή του ανωτέρω συνολικού ποσού υπερκαλύπτεται και σε αυτό συμψηφίζεται κάθε τυχόν χρηματική αξίωση του οικειοθελούς αποχωρούντος εργαζόμενου έναντι της εταιρείας, που συνδέεται με τη λύση της σύμβασης εργασίας του''.

Ότι με τη δήλωσή τους αυτή οι ενάγοντες αναγνωρίζουν ότι αποχωρούν οικειοθελώς και επομένως δεν τίθεται ζήτημα απόλυσής τους, επί τη βάσει της οποίας θεμελιώνουν την ένδικη αξίωσή τους για καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης των εννέα μισθών, που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19-5-2005 ΕΣΣΕ της εναγομένης.

Στη συνέχεια το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού αναφέρει τις κατηγορίες εργαζομένων που δικαιούνται την επίδικη πρόσθετη αποζημίωση και αναφέρονται στη νομική σκέψη υπ' αριθμ. 1, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δεν συμπεριλαμβάνονται σε κάποια από τις ως άνω κατηγορίες και επομένως δεν δικαιούνται την εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση.

Δέχεται, ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας ότι οι ενάγοντες, μη έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα αποχώρησης και άρα δικαίωμα απόληψης της πρόσθετης αποζημίωσης που καταβάλλεται μόνο σε όσους ανήκουν σε μία από τις ανωτέρω κατηγορίες και έχουν συμπληρώσει το όριο για αποχώρηση, έκαναν χρήση του δικαιώματος που τους δόθηκε με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και αποχώρησαν οικειοθελώς, χωρίς να απολυθούν, αλλά υπογράφοντας συναινετική λύση της σύμβασης εργασίας τους, λαμβάνοντας βεβαίως και το οικονομικό κίνητρο που τους δόθηκε.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας χορήγησε η εναγομένη την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών στους αποχωρήσαντες συναδέλφους τους Σ., Χ., Κ. και Σ., τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι όλοι οι ανωτέρω είχαν υπηρεσιακή αρχαιότητα πάνω από τριάντα έτη και λόγω του ότι αποχώρησαν με αίτησή τους υπάγονται στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.

ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τον ισχύοντα ΕΚΠ-ΟΤΕ και άρα δικαιούνται την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών. Δέχεται ακόμη το δικαστήριο της ουσίας ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι η εναγομένη παραβίασε την συνταγματική αρχή της ισότητας των δύο φύλων, με το να χορηγήσει την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών στις αναφερόμενες στην αγωγή τέσσερις γυναίκες συναδέλφους τους και ειδικότερα στις Κ.

Δ., Π. Ε., Π. Β. και Β. Ε., με το σκεπτικό ότι αυτές είχαν κατά την υπαγωγή τους στο πρόγραμμα της εθελουσίας αποχώρησης συμπληρώσει 25 έτη υπηρεσίας, σε αντίθεση με τους ίδιους που δεν την δικαιούνται για το λόγο ότι δεν έχουν συμπληρώσει 30 έτη υπηρεσίας, τυγχάνει απορριπτέος, καθόσον η πρόβλεψη μικρότερων χρονικών ορίων αποχώρησης από την υπηρεσία των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες, δεν αντιτίθεται στην αρχή της ισότητας των δύο φύλων, αλλά αποσκοπεί στη μείζονα κοινωνική προστασία της γυναίκας εντός των ορίων που καθορίζει η άλλη συνταγματική επιταγή της προστασίας της οικογένειας.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τις δύο σωρευόμενες βάσεις της. Με την κρινόμενη αίτηση οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παρακάτω αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι:

α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την 2122/7-6-1989 απόφαση του Δ.Σ. της ΟΤΕ ΑΕ, που έγινε όρος της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ (όρος 2) και της από 19-5-2004 ΕΣΣΕ (όρος 6) και το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ι' και παρ. 2 εδ γ' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, κρίνοντας ότι αυτοί δεν δικαιούνται την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών, η οποία καταβάλλεται σε κάθε περίπτωση που οφείλεται και καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης, β) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, 4 και 5 του ν. 1414/1984 και 2, 3, 4 εδ.

β', 7 εδ. β' και στ' του ν. 3896/2010, που απαγορεύουν κάθε διάκριση των εργαζομένων λόγω φύλου και απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης στην περίπτωση των γυναικών συναδέλφων τους Δ. Κ., Ε. Π., Β. Π. και Ε. Β., οι οποίες με 25 έτη πραγματικής υπηρεσίας έλαβαν την επίμαχη πρόσθετη αποζημίωση, αφού η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ.

ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 του ΕΚΠ-ΟΤΕ, που ορίζει ότι για απόλυση λόγω ορίου ηλικίας απαιτείται πραγματική υπηρεσία 30 ετών για τους άνδρες και 25 ετών για τις γυναίκες πρέπει να θεωρηθεί καταργημένη, κατ' άρθρο 30 παρ. 2 του ν. 3896/2010, ως αντικείμενη στις διατάξεις αυτού και να εφαρμοσθεί και σε αυτούς η ευνοϊκότερη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 εδ.

γ' του ΓΚΠ-ΟΤΕ, που ισχύει για τις γυναίκες και γ) εσφαλμένα αναγνώρισε προϋπηρεσία εκτός ΟΤΕ ως πραγματική υπηρεσία για τους συναδέλφους τους Ε. Σ. και Κ. Χ. και στη συνέχεια έκρινε ότι αυτοί είχαν στις 31-12-2012 υπηρεσιακή αρχαιότητα πάνω από 30 έτη και έτσι υπάγονται στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 1 εδ ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ και δικαιούνται την επίδικη πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνών, διότι ο όρος 1 της από 4-5-1985 ΕΣΣΕ, που προέβλεπε αναγνώριση υπηρεσίας εκτός ΟΤΕ ως πραγματικής υπηρεσίας, δεν διατηρήθηκε σε ισχύ με το νέο ΕΚΠ-ΟΤΕ, που εγκρίθηκε με το ν. 3522/2006.

Όμως, με αυτά που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας ΕΣΣΕ, εφόσον αυτοί συμπλήρωναν 30 έτη υπηρεσίας μετά την 1-1-2013 και αποκτούσαν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μεταγενέστερα και ότι η πρόσθετη αποζημίωση αφορά απολυόμενους με βάση τις προβλεπόμενες στο ΓΚΠ-ΟΤΕ προϋποθέσεις και όχι αδιακρίτως όλο το προσωπικό που αποχωρεί, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στην ως άνω υπό στοιχείο α' αιτίασή τους.

Περαιτέρω, πράγματι οι διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1εδ. ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ -ΟΤΕ περιέχουν δυσμενή μεταχείριση για τους άρρενες υπαλλήλους του ΟΤΕ, που τελούν υπό αντίστοιχες συνθήκες με τις γυναίκες υπαλλήλους αυτού, συνιστά, δηλαδή, άμεση διάκριση λόγω φύλου και είναι αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων των ν. 1414/1984 και 3896/2010 και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί καταργημένη από τις 31-12-1982 και σε κάθε περίπτωση από την έναρξη ισχύος του ν.1414/1984 και του ν. 3896/2010 και να εφαρμοσθεί υπέρ των αναιρεσειόντων η ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ. γ' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, που ισχύει για τις γυναίκες.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε ότι δεν αντιβαίνει στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1εδ. ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αναίρεσης ως προς την υπ' αριθμ.

β' ως άνω αιτίαση. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι οι συνάδελφοι των αναιρεσειόντων Ε. Σ. και Κ. Χ. είχαν υπηρεσιακή αρχαιότητα πάνω από 30 έτη στις 31-12-2012, αποχώρησαν με αίτησή τους και υπάγονται στην περίπτωση του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. ι' του προϊσχύσαντος ΓΚΠ-ΟΤΕ, οπότε δικαιούνται την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα μισθών, χωρίς να αναφέρει ότι στα έτη αυτά είχαν προϋπηρεσία και εκτός ΟΤΕ, την οποία αναγνώρισε η αναιρεσίβλητη προκειμένου να τους καταβάλει την επίμαχη πρόσθετη αποζημίωση.

Επομένως, η ως άνω υπό στοιχείο γ' αιτίαση του λόγου αναίρεσης ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

4. Εν όψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το ανωτέρω (β) σκέλος του λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίπτει την επικουρική βάση της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1042/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το προαναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ