Legislator Case Law & Legislation
214/2015 AI generated

214/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 214/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6497/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

214/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ` ισομοιρία ευθύνη και το κατ` ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρο ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο.

Keywords

AI generated
part-time gainful activity permanent earning incapacity gainful inactivity employment subject to social contributions requirement of adapted work gainful employment past retirement age
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 214 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Φέλλιο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Λ. του Β., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6497/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 26-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211- 212 του ΑΚ προκύπτει ότι επί αγωγής εκ συμβάσεως καταρτισθείσης με τον αντιπρόσωπο και στρεφομένης κατά του αντιπροσωπευομένου απαιτείται για το ορισμένο κατά νομική βασιμότητα της αγωγής ως προς την παθητική, νομιμοποίηση του εναγομένου, να επικαλεσθεί ο ενάγων και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει, εκτός άλλων και ότι ο αντισυμβληθείς με αυτόν ως αντιπρόσωπος του εναγομένου είχε επιχειρήσει τη σύμβαση επ' ονόματι εκείνου και είχε καταστήσει ρητά γνωστό στον ενάγοντα ότι η εκ της συμβάσεως ενέργεια θα παραχθεί όχι γι' αυτόν αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο εναγόμενο η ότι αυτό (το ότι δηλαδή είχε καταστήσει φανερό στον ενάγοντα ότι η εκ της συμβάσεως ενέργεια θα παραχθεί όχι γι' αυτόν αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο-εναγόμενο) δεν είχε μεν δηλωθεί ρητά σ' αυτόν από τον αντισυμβληθέντα αντιπρόσωπο, αλλά συνάγονταν οπωσδήποτε από τις περιστάσεις τις οποίες πρέπει να προσδιορίζει και να επικαλείται ο ενάγων.

Σε περίπτωση όμως, που ο εναγόμενος αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτική εξουσία του προσώπου που φέρεται ότι ενήργησε για λογαριασμό του, ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι το τελευταίο τούτο πρόσωπο είχε την εξουσία να εκπροσωπήσει τον εναγόμενο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ "Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος".

Κατά δε το άρθρο 481 ΑΚ "Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ` αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και, επιπλέον, οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο.

Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές, οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ` ισομοιρία ευθύνη και το κατ` ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρο ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο.

Τέτοια εκ του νόμου παθητική εις ολόκληρο ενοχή καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 167 και 168 του Κώδικος των Δικηγόρων οι οποίες προβλέπουν την αμοιβή του δικηγόρου όταν οι πράξεις ή εργασίες έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων. Ειδικότερα, με τη δεύτερη τούτων ορίζεται "Επί πλειόνων εντολέων έκαστος τούτων είναι εις ολόκληρον υπόχρεως προς πληρωμήν της όλης αμοιβής είτε της συμπεφωνημένης είτε της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλομένης".

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου Κώδικα, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκειaα αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής κρίσιμα, όσον αφορά τους λόγους της κρινόμενης αίτησης πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στο μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς με αριθμό 1946.

Οι πρώτος και δεύτερος, Σ. Λ. και Δ Σ. των εναγομένων (που δεν είναι διάδικοι) είναι συνεργάτες σε διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες και επίσης συνέταιροι κατά ποσοστό 60% ο πρώτος και 40% ο δεύτερος, σε εξωχώρια -υπεράκτια εταιρία με την επωνυμία "FINANCIER INVESTMENT GROUP LIMITED", με έδρα τις .... Το μήνα Ιανουάριο του έτους 2009, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε αφενός μεν, ατομικά για τον εαυτό του, αφετέρου δε, κατ' εντολή και για λογαριασμό ως αντιπρόσωπος, τόσο της συζύγου του, τρίτης των εναγομένων Σ.

Τ. (που δεν είναι διάδικος), όσο και της αδελφής του τέταρτης των εναγομένων, Μ. Λ. (ήδη αναιρεσείουσα), καθώς και ο δεύτερος των εναγομένων, ανέθεσαν προφορικά στον ενάγοντα την εντολή να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες δικηγορικές εργασίες για την διεκπεραίωση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, που σχεδίαζαν, κυρίως στην ναυτιλία, στον κλάδο των ασφαλειών και στην εκμετάλλευση μεγάλων ακινήτων.

Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, ότι ο ενάγων θα λάβει ως αμοιβή για την παροχή των παραπάνω νομικών υπηρεσιών του, το ποσό των 150 ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης του. Για την ανάθεση της εντολής στον ενάγοντα σαφής είναι η κατάθεση των μαρτύρων : α) Π. Μ., που περιέχεται στην ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι οι δύο πρώτοι των εναγομένων, φίλοι και συνεργάτες του ζήτησαν να αναλάβει την νομική τους υποστήριξη για τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες που σχεδίαζαν κυρίως στον χώρο της ναυτιλίας και των ασφαλειών και στην αγορά και εκμετάλλευση ακινήτων.

Επίσης κατέθεσε ότι για το σκοπό αυτό τους συνέστησε τον ενάγοντα που ήταν δικηγόρος εξειδικευμένος στα πιο πάνω θέματα και ότι στις 27-1-2009, συναντήθηκαν στο γραφείο του ο ενάγων και οι δύο πρώτοι των εναγομένων. Τέλος κατέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε όχι μόνο ατομικά αλλά και για λογαριασμό τόσο της τρίτης εναγομένης συζύγου του Σ.

Τ., η οποία θα συμμετείχε σε κάποιες δραστηριότητες, όσο και της τέταρτης εναγομένης αδελφής του Μ. Λ., η οποία θα συμμετείχε στις δραστηριότητες που αφορούσαν τα ακίνητα, β) της Γ. Λ., που περιέχεται στην ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, η οποία ήταν γραμματέας του ενάγοντα και είχε άμεση αντίληψη για όσα κατέθεσε και ειδικότερα για την ανάθεση της εντολής και των εργασιών που πραγματοποίησε σε εκτέλεση της εντολής ο ενάγων, καθώς και για τις ώρες που απασχολήθηκε και το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής.

Μάλιστα ο ενάγων για την εκτέλεση της εντολής έλαβε και από τους τέσσερις εναγομένους, φωτοαντίγραφα από τα δελτία των αστυνομικών ταυτοτήτων τους και τους αριθμούς των φορολογικών τους μητρώων από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. Την ανάθεση της εντολής στον ενάγοντα αρνούνται με τις προτάσεις οι 2ος, 3η και 4η των εναγομένων..............".

Και συνεχίζει το Εφετείο ".....η τέταρτη των εναγομένων Μ. Λ. (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έδωσε εντολή στον ενάγοντα, ενεργώντας επ' ονόματι και για λογαριασμό της, για την εκτέλεση των αναφερομένων στην αγωγή εργασιών. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αυτή είναι νόμιμα διορισμένη μεσίτρια αστικών συμβάσεων, εγγεγραμμένη στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, από το έτος 2005.

Ότι λόγω αυτής της ιδιότητος της, ο αδελφός της πρώτος των εναγομένων, της έδωσε την εντολή για την ανεύρεση προς αγορά, ενός ακινήτου στην περιοχή του Πειραιά. Ότι στα πλαίσια της εντολής αυτής υπέδειξε στον πρώτο των εναγομένων ένα κτίριο γραφείων συνολικής επιφανείας 2.600 τ.μ., επί της οδού ... 8-10, στον Πειραιά.

Ότι πέραν της ανωτέρω διαμεσολαβητικής της ενέργειας, δεν είχε δώσει καμία εντολή στον ενάγοντα για την εκτέλεση των αναφερομένων στην αγωγή εργασιών. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, μόνη η γενικόλογη κατάθεση του μάρτυρα, μεσίτη επίσης στο επάγγελμα, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την επιμέλεια της τέταρτης των εναγομένων, ο οποίος κατά την κατάθεση του αρνήθηκε την ανάθεση της εντολής από την τέταρτη εναγομένη στον ενάγοντα, δεν οδηγεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση.

Και τούτο δε διότι, ο εν λόγω μάρτυρας δεν έδωσε πειστική απάντηση στο δικαστήριο, για το ότι ο ενάγων είχε στην κατοχή του την αστυνομική ταυτότητα της τελευταίας. Επίσης η εν λόγω εναγομένη παρότι έλαβε γνώση της από 8-12-2009 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντα, με την οποία την καλούσε να του καταβάλει την αμοιβή του για τις εργασίες που φέρεται ότι είχε εκτελέσει κατ' εντολή της, αυτή δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε με κάποιο τρόπο δήλωσε στον ενάγοντα την άρνηση της εντολής..".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία, την εκ μέρους του αναιρεσίβλητου έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, ως κατ' ουσία αβάσιμη αναγνωρίζοντας ότι η τελευταία του είχε αναθέσει, μέσω του αδελφού της, την εντολή να προβεί στις εξώδικες πράξεις που αναφέρονταν στην αγωγή.

Στη συνέχεια δε, καθόρισε για τις πράξεις αυτές την αμοιβή του (για την οποία δεν υποβάλλονται παράπονα) και αναγνώρισε ότι η εναγομένη αυτή είναι υποχρεωμένη να του καταβάλλει εις ολόκληρο μετά των λοιπών εναγομένων το ποσό των 25.350 ευρώ. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ειδικότερα, όπως αβάσιμα αιτιάται η αναιρεσείουσα, εκείνες των άρθρων 481 επ.

ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 167 και 168 του Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδικος περί Δικηγόρων", διότι, τα, ως άνω ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ότι πρόκειται περί εντολής περισσοτέρων σε δικηγόρο, που αφορά κοινή υπόθεσή τους, στηρίζουν τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια, δηλ. την εις ολόκληρο ευθύνη της αναιρεσείουσας μετά των συνεναγομένων της.

Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά την αντιπροσωπευτική εξουσία του πρώτου των εναγομένων-αδελφού της αναιρεσείουσας, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, διαλαμβάνεται με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εναγομένη αναιρεσίβλητη είχε δώσει στον συνεναγόμενο-αδελφό της την εντολή και εκείνος ενεργώντας στα πλαίσια της εξουσίας του αυτής, ανέθεσε στον ενάγοντα δικηγόρο να ενεργήσει και για λογαριασμό της τις εξώδικες πράξεις που αναφέρονται στην απόφαση με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται το δικαίωμά του (ενάγοντος- αναιρεσίβλητου) να ζητήσει από την εναγομένη την αμοιβή του.

Κατά συνέπεια, οι συναφείς, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτήν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2013 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 560/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ