Legislator Case Law & Legislation
214/2014 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on severance pay calculation for retired employees under Greek law.

Case Number 214/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding the calculation of severance pay for a retired employee. The lower court incorrectly applied the 50% compensation rate, whereas the court found the employee qualified for the more favorable 40% rate under specific statutory conditions. Consequently, the case was remitted to the lower court for a new trial to determine if the specific eligibility criteria were met.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 para. a and b of Law 3198/1955; The Supreme Court established that an employee retiring with a full pension and secondary insurance coverage is entitled to 40% of the statutory severance pay, not 50%, and misapplication of this provision warrants annulment.

Keywords

AI generated
severance pay calculation retired employee rights Law 3198/1955 secondary insurance coverage annulment of judgment remittal to lower court statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 para. a and b of Law 3198/1955
Art. 648, 669, 672 and 673 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 214 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7115/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 29-10-2012 αίτησης της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7115/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 στο εδαφ. α` ορίζει ότι ``μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του β.δ.

της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος``. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 Α.Κ., σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη - που όταν έχουν απλώς συμβατική ισχύ αποτελούν μέρος της εργασιακής συμβάσεως αφού στους όρους του έχει προσχωρήσει ο μισθωτός - προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας (Ολ.

Α.Π. 1110/1986). Από τις άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, όταν στη σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό λειτουργίας της επιχείρησης, που περιέχουν τον προεκτεθέντα όρο της αυτοδίκαιης αποχώρησης του μισθωτού μόλις συμπληρώσει το όριο ηλικίας, αναγνωρίζεται ή παρέχεται δικαίωμα στον εργοδότη να τον απολύει ελευθέρως και πριν από το τιθέμενο όριο ηλικίας ή στον μισθωτό να παραιτείται (με μονομερή δήλωσή του), η σύμβαση εργασίας ως τελούσα υπό διαλυτική εξουσιαστική αίρεση, δηλ.

εξαρτώμενη από μέλλον και αβέβαιο γεγονός, μεταβάλλεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (με την παραίτηση του εργαζόμενο Ολ. Α.Π. 1110/86) και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη ο μισθωτός δικαιούται την από το ν. 2112/20 αποζημίωση, ενώ, αν παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία ή τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας, δικαιούται να λάβει την παραπάνω από το άρθρο 8 (εδάφ.α`) του ν.3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή υπάρχει και η αξιούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη, η οποία δόθηκε εκ των προτέρων με την παραχώρηση (συνομολόγηση) δικαιώματος παραίτησής του σε οποιοδήποτε χρόνο, και την υποχρεωτική με τον εργοδότη αποδοχή της είτε ρητώς, είτε με την άπρακτη πάροδο της τασσόμενης στον κανονισμό μικρής προθεσμίας από της υποβολής της παραιτήσεως. (Ολ.

ΑΠ 6/1989). Περαιτέρω όμως κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 5 του ν.435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφ. του άρθρου 8 του ν.3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ.4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνωνται ταύτης παρά του εργοδότου των λαμβάνοντες εις τα περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως της οποία δικαιούνται κατά τα εκαστοτε ισχυούσες διατάξεις δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου" και κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου (5ν.435/1976) "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος".

Ως "ευνοϊκότερη, όμως διάταξη, σε σχέση με αυτήν της περ. β του άρθρου 8 Ν. 3198|1955, δεν εννοεί, προδήλως, ο νόμος αυτή της περ. α του ίδιου άρθρου, αφού, στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της περ. β' δεν θα είχε νόημα υπάρξεως, αλλά αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτή της παρ.

β', καθώς και σε ΣΣΕ, ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή και εφόσον δεν ρυθμίζεται διαφορετικά, ο μισθωτός, αποχωρών από την εργασία του, μ ε πλήρη σύνταξη, εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος λαμβάνει το 40% της προβλεπόμενης, κατά τα άνω αποζημίωσης, εάν όχι, τότε λαμβάνει το 50% αυτής (αποζημιώσεως). Τέλος, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των περ. α και β του Ν.3198|1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η διάταξη της περ. α είναι συμπληρωματική της διάταξης του εδφ. β'και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, ήτοι όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησής του. Το ύψος, εξάλλου, της δικαιουμένης αποζημιώσεως και τις εφαρμοστέες, προς τούτο, διατάξεις, προσδιορίζει το δικαστήριο.

Περαιτέρω, υπάρχει παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 περ. 1 Κ Πολ. Δικ., όταν ο δικαστής: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα (για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις) και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε (μεταξύ άλλων) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων - εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα τις 31-3-1972 ως εργάτης και στη συνέχεια προήχθη την 1-4-1977 στο βαθμό του Κλητήρα Β, τις 11-4-1981 του Επιμελητή Γ', την 1-7- 1984 του Επιμελητή Β', την 1-7-1992 του Επιμελητή Α' και την 1-7-1998 του Προϊσταμένου Αρχιεργοδηγού.

Ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 12-9- 1948 αποχώρησε από την εργασία του στην εναγομένη Τράπεζα στις 17- 10-2005, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας(60ου έτους) που προβλεπόταν, όσον αφορά τους Προϊσταμένους, από το άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγομένης, στο οποίο είχε προσχωρήσει ο ενάγων κατά την πρόσληψή του.

Η αποχώρηση αυτή του ενάγοντος έγινε μετά τη συμπλήρωση κατά τα ανωτέρω πραγματικής υπηρεσίας 33 ετών, 6 μηνών και 16 ημερών από την αρχική τοποθέτησή του στην Τράπεζα και κατόπιν υποβολής εκ μέρους του εγγράφως της παραίτησής του από την υπηρεσία του στην εναγομένη από 17-10-2005. Η από 23-9-2005 αίτηση του ενάγοντος, με την οποία υπέβαλε την παραίτησή του από τις 17-10-2005, έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθμ. 885/3- 10-2005 πράξη Διοικητή, από το αρμόδιο όργανο της Τράπεζας, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του άνω Γενικού Κανονισμού Κατάστασης των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός μηνός από την υποβολή της δήλωσης παραίτησης και διαγράφηκε αυτός από τη δύναμη του προσωπικού της Τράπεζας από την προαναφερόμενη ημερομηνία, που ζήτησε να γίνει δεκτή η παραίτησή του, δηλαδή από 17-10-2005.

Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διεπόταν από τον άνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό που προέβλεπε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας (άρθρο 19 αυτού) και επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση παραίτησης του μισθωτού η αποδοχή της οποίας ορίζεται ότι είναι υποχρεωτική μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία που υποβλήθηκε (άρθρο 18).

Συνεπώς, υπήρχε διαλυτική αίρεση στην ως άνω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατά τα άρθρα 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραίτησης που υποβλήθηκε από αυτόν και έτσι η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδοτριάς του - εναγομένης, που αποδέχτηκε την παραίτησή του από τότε που ζήτησε ο ενάγων να ισχύσει αυτή, κατά τα λεπτομερώς προεκτεθέντα, με συνέπεια να δικαιούται ο ενάγων την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφιο α' του Ν. 3 198/1955 αποζημίωση και ειδικότερα το 50% των 24 μηνιαίων μισθών, πλέον προσαύξησης 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας.

Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα ανέρχονταν σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση ανάλυση μισθοδοσίας του μήνα Οκτωβρίου 2005, σε 3.012,85 ευρώ. Επομένως, ο ενάγων ως υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας που παραιτήθηκε από την υπηρεσία του έχοντας συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία σ' αυτή και χωρίς να έχει συμπληρώσει το προβλεπόμενο από τις άνω οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού όριο ηλικίας (60ο για τους Προϊσταμένους, το οποίο συνεπληρώνετο την 31-12-2008 για τον ενάγοντα ), γενομένης δεκτής από την εναγομένη της αιτήσεως παραίτησής του, υπαγόταν στους μισθωτούς του εδαφίου α' του άρθρου 8 του Ν. 3 198/1955, που δικαιούνταν λόγω της αποχώρησής του με τη συγκατάθεση της εργοδότριάς του ως αποζημίωση το 50% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την Τράπεζα και όχι το 40% του εδαφίου β του ίδιου άρθρου (8 Ν. 3 198/1955), λόγω του ότι συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος και ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας Ελλάδος και το Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας Ελλάδος όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη και τούτο διότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, η οποία έχει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας}ανάλογη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δικαίωμα λήψεως του 50% της αποζημιώσεως έχουν όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3 198/1955, όπως στην ένδικη περίπτωση ο ενάγων, ανεξαρτήτως του αν δικαιούται πλήρους συντάξεως και είναι επικουρικώς ασφαλισμένος, αφού η ρύθμιση του εδαφίου α' του άνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, του οποίου πληροί, όπως προαναφέρθηκε, τις προϋποθέσεις, είναι ευνοϊκότερη γι' αυτόν, εκείνης του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου.

Συνεπώς, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που έπρεπε να λάβει ο ενάγων ανερχόταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, σε 42.179,9 ευρώ (δηλ. 3.012,85 ευρώ Χ 24 μήνες + 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας Χ 50%)". Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, ήτοι ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει το 50% της προβλεπόμενης κατά τα άνω αποζημιώσεως, δεχθέν ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η περ. α του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 και όχι αυτή της περ.β, "έστω και αν δικαιούται πλήρους συντάξεως και είναι επικουρικώς ασφαλισμένος", έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζει και η αναιρεσείουσα, αφού προσέδωσε στον εν λόγω κανόνα δικαίου, ήτοι αυτού της παρ. β' του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 έννοια διαφορετική από αυτή, που πράγματι έχει και σύμφωνα με την οποία, ο αποχωρών με πλήρη σύνταξη υπάλληλος, λαμβάνει το 40% της αποζημιώσεως (και όχι το 50% αυτής), εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος.

Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς, όμως, μόνο από τον αριθμό 1), είναι βάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, προς περαιτέρω διερεύνηση, ήτοι περί της συνδρομής ή μη των προβλεπόμενων από την παρ. β του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 ουσιαστικών προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της. Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

Το αίτημα, τέλος, της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προς τη εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι για απόδοση όλου του χρηματικού ποσού (με τους τόκους), που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, με βάση την εν λόγω απόφαση, άλλως "να διαταχθεί η απόδοση των ποσών της καταβληθείσας διαφοράς αποζημίωσης, που προκύπτει από την εφαρμογή του εδαφίου α' (50%), αντί του ορθού εδαφ. Β'(40%) του άρθρου 8 Ν. 3198|1955, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης", είναι απορριπτέο, καθόσον μεν αφορά το σύνολο της καταβληθείσας αποζημίωσης, ως μη νόμιμο, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, αλλά και η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος και υπό την προϋπόθεση συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. β του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 (και όχι αυτής της παρ. α') δικαιούται να λάβει τουλάχιστον το 40% της αποζημιώσεως, ως προς δε την διαφορά του 10%, ως αόριστο, αφού δεν προσδιορίζεται το ακριβές ύψος του χρηματικού ποσού, που αντιστοιχεί στο εν λόγω ποσοστό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7115|2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ