214/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 214 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2012
Legislator headnote
AI generated214/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 214 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 214 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Αβραμίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανάσιου Κοντοθανάση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 22-4-2008 της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Οι δύο αγωγές συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Η 2248/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1868/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 28-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 423 ΑΚ "αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό." Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσπίστηκαν κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση μόνον εάν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1, θα ισχύσει η τελευταία. Από αυτά ακολουθεί ότι στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί ότι συμφώνησε με το δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1 ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 150/2000). Αν όμως οι οφειλόμενοι τόκοι έχουν παραγραφεί, δεν γίνεται καταλογισμός του καταβαλλόμενου σ' αυτούς παρά μόνο με τη βούληση του οφειλέτη. Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε και τα ακόλουθα σχετικά με την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας περί καταβολής καθυστερούμενων μισθωμάτων από αγρομίσθωση: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε το μίσθωμα του καλλιεργητικού έτους 2000-2001, ανερχόμενο στο ποσό των 850.305 δρχ. ή 2.495,39 ευρώ καθώς και το μίσθωμα του επόμενου καλλιεργητικού έτους 2001-2002, ανερχόμενο στο ποσό των 918.329 δρχ. ή 2.695,02 ευρώ. Στις 22-2-2002 ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα έναντι των άνω οφειλομένων μισθωμάτων το ποσό των 4.100 ευρώ με συνέπεια να οφείλει ακόμη το ποσό των (2.495,39 + 2.695,02 = 5.190,41 ευρώ) 1.090,41 ευρώ. Επομένως, ο εναγόμενος έχει εξοφλήσει τα μισθώματα και των ετών 2000-2001 και 2001-2002. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, συνεχίζει το Εφετείο, ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας για την επιδίκαση τόκων σχετικά με τα μισθώματα των καλλιεργητικών ετών 2000-2001 και 2001-2002, τα οποία έπρεπε να καταβληθούν στις 30-11-2000 και 30-11-2001 αντίστοιχα, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.16 του ΑΚ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ. Διότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος, κατά τα αναφερόμενα στις ως άνω παραδοχές, δεν επικαλέστηκε συμφωνία διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμό από αυτόν άλλης σειράς διαφορετικής από την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ.1 ΑΚ και λήψη της παροχής από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την ορισθείσα από αυτήν, ως οφειλέτισσας, σειρά, έπρεπε, ενόψει του ότι οι οφειλόμενοι τόκοι των μισθωμάτων των ως άνω καλλιεργητικών ετών, δεν είχαν παραγραφεί κατά τον χρόνο καταβολής του ποσού των 4.100 ευρώ στις 22-2-2002, να γίνει καταλογισμός του εν λόγω ποσού κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 ΑΚ και, αφού η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε οφειλή εξόδων, να αφαιρεθεί τούτο από τους τόκους του κεφαλαίου των μισθωμάτων των 5.190,41 ευρώ. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. θέτει μεν γενικό κανόνα, με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά εισάγει και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που εκεί περιοριστικά αναφέρονται. Ο λόγος όμως ότι η αγωγή είναι αόριστη δεν υπάγεται σ' αυτές τις εξαιρέσεις. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που προσβάλλει την απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την αγωγή του αναιρεσίβλητου που ήταν αόριστη, χωρίς να διαλαμβάνει ότι η αιτίαση αυτή προβλήθηκε και στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ αν το μίσθιο κατά το χρόνο της παράδοσής του στο μισθωτή έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλλειψε μια τέτοια ιδιότητα, όσο διαρκεί η μίσθωση. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πραγματικού ελλατώματος είναι η ατέλεια του πράγματος, που αφορά την ιδιοσυστασία ή την κατάσταση του πράγματος και έχει αρνητική επίδραση πάνω στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ενώ, ιδιότητα του πράγματος θεωρείται το συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα του πράγματος, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία λόγω του είδους και της διάρκειάς της επιδρά στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος. Συμφωνημένη δε ιδιότητα του μισθίου υπάρχει όταν ο μισθωτής αποδέχεται τη δήλωση στην οποία προβαίνει ο εκμισθωτής και η οποία έχει ως περιεχόμενο την ύπαρξη συγκεκριμένων και ορισμένων, ιδιοτήτων ή προσόντων του μισθίου καθώς και της ανάληψης από αυτόν της ευθύνης για την ύπαρξη των ιδιοτήτων αυτών και για τις συνέπειες της ελλείψεώς τους.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περαιτέρω και καθόσον αφορά την αντίθετη αγωγή αποζημιώσεως του μισθωτή, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ορισμένοι από τους επίδικους μίσθιους αγρούς δεν είχαν την έκταση που αναγράφηκε στο συμφωνητικό μισθώσεώς τους αλλά μικρότερη. Συγκεκριμένα: 1) ο αγρός στη θέση "Αρμενόλακκα" έχει έκταση 24,86 στρέμματα, κι όχι 29 στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως, 2) ο αγρός στη θέση "Τσιάκο" ή "Τσιακάδες" έχει έκταση 1,6 στρέμματα, κι όχι 2,5 στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως, 3) ο αγρός στη θέση "Μελάγγια" έχει έκταση 6,9 στρέμματα, κι όχι 8,5 στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως, 4) ο αγρός στη θέση "Λόφκες" έχει έκταση 2,6 στρέμματα, κι όχι 3 στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως, 5) ο αγρός στη θέση "Σάϊα" έχει έκταση 2,6 στρέμματα, κι όχι 5 στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως, 6) ο αγρός στη θέση "Ροδούλες" έχει έκταση 1,6 στρέμματα, κι όχι 3,5 στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως, και 7) ο αγρός στη θέση "Γέφυρα-Γκιτσίκια" έχει έκταση 1,27 στρέμματα και όχι 5,5, στρέμματα που αναφέρεται στο συμφωνητικό μισθώσεως. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την από 5.2.2008 βεβαίωση της ΕΑΣ Σερρών, τα τοπογραφικά διαγράμματα και τις αεροφωτογραφίες του έτους 1996 με βάση τις οποίες καταρτίστηκε και το σύστημα επιδοτήσεων. Επομένως, η έκταση των μισθίων αγρών είναι μικρότερη κατά 15,57 στρέμματα από την αναφερόμενη στο συμφωνητικό μισθώσεων, γεγονός, που συνιστά πραγματικό ελάττωμα των μισθίων ακινήτων το οποίο γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει η εκμισθώτρια. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ορισμένα από τα επίδικα αγροτεμάχια δεν είχαν την έκταση που αναγράφεται στο μισθωτήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ καθ' όσον παρέλειψε να υπαγάγει στην έννοια της διάταξης αυτής τα απαριθμούμενα στο λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά που σχέση έχουν με την κατάρτιση και υπογραφή του μισθωτηρίου συμφωνητικού από κοινού με τον αναιρεσίβλητο καθώς και τον από κοινού μετ' αυτού καθορισμό της θέσης, έκτασης και των ορίων των μίσθιων αγροτεμαχίων, ενόψει και του ότι ο αναιρεσίβλητος με την κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) με αρ. κατ. 16644/22.4.2008 αγωγή και τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου συνομολογεί της από κοινού με το μισθωτήριο περιγραφή των επίδικων αγροτεμαχίων κατ' έκταση και τοποθεσία και αναγνωρίζει την υπογραφή του στο εν λόγω μισθωτήριο. Ο λόγος αυτός με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το προαναφερθέν αποδεικτικό αυτής πόρισμα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον η παραβίαση ελέγχεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και όχι με βάση εκείνα που συνέτρεχαν κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας.
Επειδή, προκειμένης συμβάσεως μισθώσεως πράγματος με τις διατάξεις των άρθρων 574 και 575 του ΑΚ, ορίζονται οι εκατέρωθεν βασικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων οι οποίες συνίστανται στο ότι ο μεν εκμισθωτής οφείλει να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος κατάλληλου για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως, ο δε μισθωτής οφείλει να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Με τις επόμενες διατάξεις των άρθρων 576-582 ΑΚ ορίζονται οι συνέπειες που ανακύπτουν από την έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου. Όταν όμως ο μισθωτής είτε κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως γνώριζε το πραγματικό ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας είτε παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη, τότε ο εκμισθωτής δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της ιδιότητας (ΑΚ 581) και επομένως ο μισθωτής δεν έχει τα δικαιώματα που απομένονται σ' αυτόν από τα άρθρα 576-578 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ορισμένα από τα επίδικα αγροτεμάχια έχουν έκταση μικρότερη της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 581 ΑΚ, καθόσον ο αναιρεσίβλητος παρέλαβε ανεπιφύλακτα όλα τα μίσθια αγροτεμάχια των οποίων, κατά το χρόνο παραλαβής, γνώριζε για τους εκτιθέμενους στο αναιρετήριο λόγους τη θέση, έκταση και όρια. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με αυτοτελή εκ του άρθρου 531 ΑΚ ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ανεπιφύλακτης, εν γνώσει του ελαττώματος της ελλείψεως, παραλαβή του μισθίου ακινήτου εκ μέρους της μισθώτριας αναιρεσίβλητης.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονταν αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος. Εξ' άλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το άρθρο 671§1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 722/2004).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως κατά ένα μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του ότι ορισμένα από τα μίσθια αγροτεμάχια έχουν έκταση μικρότερη της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο, δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1) την υπ. αρ. 82/1971 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νέας Ζίχνης, 2) το από το έτος 1981 μισθωτήριο που καταρτίστηκε μεταξύ του πατέρα και του θείου του αναιρεσιβλήτου Α. Σ. που αφορά τα ίδια με τα επίμαχα, μίσθια αγροτεμάχια, 3) την από το έτος 1980 βεβαίωση της Διευθύνσεως Γεωργίας Σερρών με την οποία βεβαιώνεται ότι η έκταση των επίμαχων αγροτεμαχίων ήταν 85 στρέμματα, 4) την υπ' αρ. .../1978 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Νέας Ζίχνης Κωνσταντίνου Μεσημβρινού του παππού της Χ. Κ. προς τον πατέρα της Π. Κ. με αντικείμενο τα επίδικα αγροτεμάχια των οποίων η περιγραφή κατά θέση, έκταση και όρια, είναι όμοια με εκείνη του επίμαχου μισθωτηρίου, της αναφερόμενης στην υπ' αρ. 82/1971 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νέας Ζίχνης και στο από το έτος 1972 πιστοποιητικό της Κοινότητας Μυρίνης και 5) την από το έτος 1994 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσίβλητου προς τη Διεύθυνση Γεωργίας περί την έκταση του αγροτεμαχίου στη θέση "Αρμενόλακας" του αγροκτήματος Μυρίνης του Δήμου Νέας Ζίχνης Σερρών.
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη των επικαλουμένων ως άνω εγγράφων και υπεύθυνης δήλωσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα για να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αναφορικά με το αποδεικτικό ως ανωτέρω πόρισμα αυτής στο οποίο κατέληξε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω επίμαχα έγγραφα, ενώ αναφορικά με τη λήψη υπόψη της υπ' αρ. 82/1971 ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νέας Ζίχνης ο λόγος αυτός είναι ωσαύτως αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ενόσω η ένορκη αυτή βεβαίωση δεν έχει ληφθεί για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκε πριν από την έναρξη αυτής, δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικώς στην απόφαση, από δε τη διαλαμβανόμενη σ' αυτή γενική ως άνω διαβεβαίωση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμηση με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με μη ορθή εφαρμογή του κανόνα. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1995). Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παραβίασης του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 611, 633, 635 και 361 του ΑΚ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής τους, διότι το Εφετείο μετά την παραδοχή ότι η επίδικη σύμβαση μισθώσεως ανανεώθηκε κατά τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειας αυτής (30.6.2001), έπρεπε να δεχθεί κατ' ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ότι με την ανανεούμενη εκ του νόμου καθ' έκαστο έτος επίδικη σύμβαση αγρομίσθωσης, ο αναιρεσίβλητος αποδεχόταν την αρχικώς συνομολογηθείσα έκτασή τους που ως εκ τούτου, εξακολουθεί να είναι η ίδια μέχρι και σήμερα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας αυτής, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου αναφορικά με την έκταση των μισθίων αγροτεμαχίων.
Επειδή από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση ότι ορισμένα από τα μίσθια αγροτεμάχια και δη τα ευρισκόμενα στις θέσεις "Αρμενόλακκα", "Τσιάκο" ή "Τσιακάδες", "Μελάγγια", "Λόφκες", "Σάϊα", "Ροδούλες" και "Γέφυρα-Γκιτσίκια" έχουν έκταση μικρότερη της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας αναφορικά με την εμπειρία που αποκτά ένας γεωργός περί την έκταση των αγροτεμαχίων που καλλιεργεί λόγω της μακροχρόνιας καλλιέργειάς τους, και που είχε αποκτήσει επί του προκειμένου ο αναιρεσίβλητος, λόγω της επί 22 έτη καλλιέργειας των επίδικων αγροτεμαχίων από κοινού μετά του πατρός του Μ. Σ. και του θείου του Α. Σ. και ειδικότερα, λόγω της αγοράς για την καλλιέργειά τους ανάλογα με την έκτασή τους των απαιτούμενων ποσοτήτων σπόρου, λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων και της καταβολής ανάλογα με αυτή αμοιβής στο απασχολούμενο προσωπικό για το όργωμα και περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την έκτασή τους όπως αυτά διαμορφώθηκαν λόγω της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο του συμφωνημένου μισθώματος για τη χρήση των επίμαχων αγροτεμαχίων, χωρίς τη διατύπωση οιασδήποτε περί την έκτασή τους επιφύλαξης της υποβολής υπεύθυνης δήλωσης στη Διεύθυνση Γεωργίας Σερρών κατά τα έτη 1996 έως και 2001 καθώς και κατά τα έτη 2003, 2004, 2006 και 2007 περί την έκτασή τους προκειμένου να λάβει τη σχετική χρηματική ενίσχυση από το Δημόσιο, αλλά και λόγω τη παραλαβής ανεπιφύλακτα μετά την συνυπογραφή του από 30.6.1995 μισθωτηρίου, ενός εκάστου των μίσθιων αγροτεμαχίων και της έκδοσης από τον πατέρα του αναιρεσίβλητου, Προέδρου της Κοινότητας Μυρίνης του υπ'αρ. 457/1972 πιστοποιητικού, στο οποίο βεβαίωσε την έκταση, τα όρια και τη θέση καθενός από τα επίμαχα αγροτεμάχια, περιγραφή, πανομοιότυπη της οποίας καταχωρήθηκε στο καταρτισθέν από 30.6.1995 μισθωτήριο έγγραφο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία είναι μόνον η γενόμενη προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί δε πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος διαδίκου, ενώ οι γενόμενες ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο αποτελούν ομολογίες εξώδικες οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Εξ'άλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρ. 339, 352 ΚΠολΔ), ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ του ΚΠολΔ. Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ορισμένα από τα μίσθια αγροτεμάχια είχαν έκταση μικρότερη της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο, δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα, κατ' εκτίμηση, στο Εφετείο εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, που απορρέει από το περιεχόμενο: α) της από 30.6.1995 απόδειξης δραχμών 600.000 ... για ενοίκια χωραφιών και αποθηκών που αναγράφονται στο παρών συμφωνητικό, β) την από 10.3.1998 απόδειξη εισπράξεως 680.000 δραχμών ... για ενοίκιο χωραφιών και αποθηκών στην Κοινότητα Μυρίνης και γ) την από 30.5.1999 απόδειξη πληρωμής 730.000 δραχμών ... για ενοίκια χωραφιών και αποθηκών που αναγράφονται στο από 30.6.1995 συμφωνητικό. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) των με επίκληση προσκομιζόμενων ως άνω αποδείξεων δεν προκύπτει εξώδικη ομολογία για το επίμαχο ως ανωτέρω ζήτημα. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων, ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως. Με τους ένατο και δέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμός αντίστοιχα 8 και 11 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αληθώς μόνο από τον αριθμό 11 εδ.γ του ίδιου άρθρου, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ορισμένα από τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή μίσθια αγροτεμάχια, είναι έκτασης μικρότερης της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο από 30.6.1995 συμφωνητικό, δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο αυτού καθώς και τις από 30.6.1995, 10.3.1998 και 30.5.1999 αποδείξεις είσπραξης, εκδόσεως του αναιρεσίβλητου, ποσού 600.000, 680.000 και 730.000 δραχμών αντίστοιχα "για ενοίκια", όπως σ' αυτές αναφέρονται, χωραφιών και αποθηκών που αναγράφονται στο από 30.6.1995 συμφωνητικό. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, για να χρησιμεύσουν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και τα επικαλούμενα ως ανωτέρω.
Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 649 και 650 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (με εξαίρεση εκείνο της δικαστικής ομολογίας) και συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση τέτοιων κανόνων δεν χωρεί κατά δικαστικής αποφάσεως που έχει εκδοθεί κατά την ως άνω διαδικασία, στην οποία δεν έχουν διαφορετική αποδεικτική δύναμη τα αποδεικτικά μέσα, αλλά ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 του ΚΠολΔ κατά τον οποίο το Δικαστήριο τα εκτιμά ελεύθερα και αποφαίνεται κατά συνείδηση περί της αληθείας των ισχυρισμών.
Με βάση τα ανωτέρω, ο ενδέκατος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως, από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη πλήρους αποδείξεως της απορρέουσας από το καταρτισθέν μεταξύ των διαδίκων από 30.6.1995 μισθωτήριο, ως προς την έκταση των επίμαχων μισθίων αγροτεμαχίων, την γνησιότητα του οποίου ουδέποτε αμφισβήτησε ο αναιρεσίβλητος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, στην περίπτωση κατά την οποία το μίσθιο έχει πραγματικά ελαττώματα που διακωλύουν τη συμφωνημένη χρήση του, ο μισθωτής, εκτός από τα δικαιώματα που του παρέχονται με τα άρθρα 575 και 576 ΑΚ, δικαιούται, αν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 586 ΑΚ, να καταγγείλει τη μίσθωση κατά το άρθρο 585 ΑΚ του ίδιου Κώδικα, αφού όμως τάξει στον εκμισθωτή εύλογη προθεσμία για να αποκαταστήσει τη χρήση, άρα προς άρση του ελαττώματος και περάσει αυτή άπρακτη. Δεν απαιτείται όμως να ταχθεί προθεσμία, αν εξαιτίας του δικαιολογητικού λόγου της καταγγελίας ο μισθωτής δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και να παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. Επί του προκειμένου, με το δωδέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω παραβίασης του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 585 ΑΚ διότι το Εφετείο καίτοι δέχεται ότι τα επίδικα αγροτεμάχια δεν είχαν τη συμφωνημένη έκταση, παραλείπει να αναφέρει πότε διαπιστώθηκε από τον αναιρεσίβλητο ότι τα αγροτεμάχια αυτά είχαν έκταση μικρότερη της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς, του δικογράφου της με αρ. κατ. 16644/2008 αγωγής του αναιρεσίβλητου με αυτή ζητείται η καταψήφιση της αναιρεσείουσας προς καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη λόγω της προεκτεθείσης διαπίστωσης αναφορικά με την έκταση ορισμένων από τα μίσθια αγροτεμάχια και δεν θεμελιώνεται στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 585 ΑΚ.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 390 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι αναφερόμενες στο δεύτερο από αυτά γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διάδικου που τις προσάγει, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Εξ' άλλου, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.12 του ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος. Αν δεν πρόκειται για τέτοια αποδεικτικά μέσα, αλλά για ισοδύναμα, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο, όπως συμβαίνει στις ειδικές διαδικασίες, ο λόγος είναι απαράδεκτος. Ο δέκατος τρίτος κατά συνέπεια λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι οι μίσθιες αποθήκες δεν υπέστησαν τις επικαλούμενες από παντελή έλλειψη συντηρήσεώς τους ζημίες και απέρριψε όπως και πρωτοβαθμίως, ως αβάσιμο κατ' ουσία το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, παραγνώρισε την αποδεικτική δύναμη, που ορίζει ο νόμος αναφορικά με τη μετ' επικλήσεως, προσκομισθείσα από 12.12.2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σερρών Α. Κ. και τις επισυναπτόμενες σ' αυτή φωτογραφίες, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του Α.Κ. συνάγεται ότι, αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, ή αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατ' αυτήν (συνομολόγηση) πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που παρακωλύει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση, αντί της μείωσης ή της μη καταβολής του μισθώματος, ο μισθωτής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης. Κατά δε το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα, το αυτό δικαίωμα έχει ο μισθωτής και αν ο εκμισθωτής έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την άρση πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο μισθωτής στις παραπάνω περιπτώσεις έχει, κατ' επιλογή, ή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, ή αγωγή προς αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει την ανόρθωση της ζημίας του για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1600/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε και τα εξής, σχετικά με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε αποζημίωση λόγω του επικαλούμενου πραγματικού ελαττώματος των μισθίων αγρών: Η έκταση των μισθίων αγρών είναι μικρότερη κατά 15,57 στρέμματα από την αναφερόμενη στο συμφωνητικό μισθώσεως, γεγονός που συνιστά πραγματικό ελάττωμα των εν λόγω μισθίων, το οποίο γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει η εκμισθώτρια. Κατά τα επίδικα όμως καλλιεργητικά έτη ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος καλλιέργησε μόνο τρεις από τους έξι συνολικά αγρούς που είχε μισθώσει και ενόψει του ότι οι εν λόγω καλλιεργηθέντες αγροί είχαν έκταση μικρότερη κατά 7,44 στρέμματα, από αυτή που αναφέρονταν στο μισθωτήριο, υπέστη αυτός ζημία από την μειωμένη παραγωγή σίτου ανερχόμενη σε 870,46 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του ΑΚ. Επομένως, ο δέκατος τέταρτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 578 ΑΚ, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος, δεν εφαρμόστηκε από το Εφετείο, αλλά εφαρμόστηκε η παρέχουσα το αυτό δικαίωμα αποζημιώσεως διάταξη του άρθρου 577 εδ. δεύτερο του ΑΚ.
Μετά από τα παραπάνω και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που καταλόγισε το ποσό των 4.100 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος μισθωτής για εξόφληση οφειλόμενων μισθωμάτων, στο κεφάλαιο των μισθωμάτων αυτών να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε ανάλογο προς την έκταση της ήττας του μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1868/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ