214/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated214/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή πρόσθετο λόγο απόφασης ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 1465/2008).
Full text
Απόφαση 214 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 214/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σακελλαρίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλάσση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 2-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, β) με την από 28-9-2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση του Ψ1 ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και γ) με την πρόσθετη παρέμβαση της Ψ2 που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4297/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6089/2006, 3772/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 4297/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 3772/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την 1/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27-11-2007 αίτησης αναίρεσης της υπ'αρ. 3772/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ'αρ. 4297/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 524 § 3 ΚΠολΔ. σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η κατά την τελευταία αυτή διάταξη απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους, αφού δεν δίδεται δυνατότητα εξέτασης του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της έφεσης. Επομένως αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή είναι μόνον η ανωτέρω απορριπτική της έφεσης απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (ΑΠ 322/2007). Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990). Στην προκείμενη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά των 3772/2007 και 4297/2005 αποφάσεων των Εφετείου Αθηνών και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως, παρά το ότι με την πρώτη απ' αυτές απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατά της δεύτερης έφεση, λόγω ερημοδικίας του τότε εκκαλούντος - αναιρεσείοντος. Επομένως η υπό κρίση αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ως προς το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η 4297/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
2.- Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή πρόσθετο λόγο απόφασης ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 1465/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 2.10.2003 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητα του επί των σ' αυτή περιγραφομένων δύο αγροτεμαχίων, την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία.
Στη δίκη αυτή, ύστερα από προσεπίκληση του εναγομένου, άσκησε υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση με τις προτάσεις της η δεύτερη αναιρεσίβλητη, που κρίθηκε παραδεκτή με την 4297/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε επί των επίδικων ακινήτων πράξεις νομής επί τον απαιτούμενο χρόνο για την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας.
Η έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας του, με την 3772/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενη απόφαση), η οποία και απέρριψε ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε με τις προτάσεις, την ενώπιον του ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος αληθώς αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 1 του ιδίου άρθρου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, ο αναιρεσείων προσάπτει στις ανωτέρω αποφάσεις (4297/2005 και 3772/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως) την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψαν την πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη, αφού είχε ασκηθεί με τις προτάσεις.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την προσβαλλόμενη (3772/2007) απόφαση του Εφετείου είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την απόφαση αυτή απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη. Κατά το μέρος που αναφέρεται στην 4297/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη, ο λόγος είναι αόριστος, διότι ο αναιρε-σείων, που είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί απαραδέκτου της πρόσθετης παρέμβασης, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είχε προβάλει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 17-11-2005 έφεσής του, τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης, δεν περιέχεται σ' αυτόν. 3.- Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος. Με τους δεύτερο και έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των επικαλουμένων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων και συγκεκριμένα:
α) του ... προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Ρέβελα με το να δεχτεί το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι ο αναιρεσείων, βάσει του προσυμφώνου κατέχει το επίδικο για λογαριασμό του εναγομένου - πρώτου αναιρεσιβλήτου και έτσι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του προσυμφώνου ως αποδεικτικού μέσου, β) του δωρητηρίου συμβολαίου, με το οποίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος μεταβίβασε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ένα εκ των επίδικων ακινήτων και γ) τη δήλωση που η τελευταία υπέβαλε με το έντυπο Ε9 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ποια είναι τα σχετικά σφάλματα της απόφασης του. Περαιτέρω ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος για έλλειψη αντίστοιχου πραγματικού.
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Εξάλλου εκείνος που ασκεί διεκδικητική ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, αν στηρίζει την αγωγή του στην έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του, εκτός των άλλων, τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή τη νομή στο ακίνητο και το χρόνο (εικοσαετία).
Περαιτέρω ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ1 όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος που είχε ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος) ότι αυτός κατέβαλε κατά την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου στον πρώτο αναιρεσίβλητο ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά των επίδικων ακινήτων (7.000.000 δρχ.) σε μετρητά και ότι δεν παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση των επιδίκων και δεν εγκατέλειψε τη νομή τους, αλλά η προσωπική του σχέση με τον αντίδικο αδελφό του τον ανάγκασε να αποστεί από κάθε διεκδίκηση τους.
Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και ειδικότερα στοιχεία της βάσης της αγωγής του, αλλά πραγματικά επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεών του. Επομένως οι ως άνω λόγοι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτοι.
5.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επειδή για να στηρίξει το πόρισμα του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν απώλεσε ποτέ τη νομή των επιδίκων ακινήτων δέχτηκε ότι αυτός υπέβαλε δήλωση (Ε9) στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, στην οποία περιέλαβε και αυτά, παραγνωρίζοντας ότι και μετά την κατάρτιση του ως άνω προσυμφώνου κύριος των επίδικων ακινήτων, εξακολουθούσε να είναι αυτός (αναιρεσίβλητος) και, συνεπώς, και υπόχρεος για την υποβολή της ανωτέρω δήλωσης (Ε9).
Επίσης με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι δεν προκύπτει από αυτή ποίο από τα δύο επίδικα ακίνητα μεταβίβασε λόγω δωρεάς ο πρώτος αναιρεσίβλητος στην δεύτερη από αυτές.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και συγκεκριμένα ο πρώτος από αυτούς διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν κατείχε με διάνοια κυρίου τα επίδικα δύο ακίνητα επί μία τουλάχιστον εικοσαετία πριν από την άσκηση της αγωγής (2003) και έτσι δεν απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα κυριότητας, διατυπώνεται χωρίς αντιφάσεις με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο δεύτερος, διότι δεν αφορά "ζήτημα" με την έννοια που προεκτέθηκε.
6.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3772/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 4297/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ