Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to improper service of notice on necessary co-defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a forced auction. The appellant argued that the notice of objection was improperly served on a necessary co-defendant after the statutory deadline, yet the lower court ruled the objection inadmissible. The Court held that the lower court correctly applied the law by deeming the objection inadmissible because the notice was not served within the required ninety-day period to all necessary co-defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 76(1), 934(1)(c), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The objection is inadmissible if not served within the statutory period to all necessary co-defendants, rendering the subsequent appeal unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 214 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 214/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γιαννοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό και 3. Ψ3, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6191/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 8-9-2008 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Αιμιλίας Λίτινα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στην οποία ορίζονται η έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας, "όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός, ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται".
Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλον (Ολομ.
ΑΠ 6/2005). Αν δεν απευθύνεται κατά όλων των ανωτέρω, η ανακοπή είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠολΔ, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και πλειστηριασμό (ή αναπλειστηριασμό) ακινήτων, εφόσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη μεταγραφή περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, τελευταία στην περίπτωση αυτή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) και κατακύρωσης.
Αν μέσα στην προθεσμία αυτή ο πλειστηριασμός (ή αναπλειστηριασμός) δεν προσβληθεί, με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 του ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω αναγκαίων ομοδίκων, ως άσκηση δε νοείται, όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση της ανακοπής (άρθρα 585 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθίσταται απρόσβλητος.
Η δυνατότητα δε, όταν η ανακοπή στρέφεται κατά του ενός ή επιδόθηκε μόνον στον ένα, προσεπικλήσεως στη δίκη του άλλου (κατά το όρθρο 86 του ΚΠολΔ) ή μεταγενέστερης επίδοσης αυτής, (με κλήση προς συζήτηση) και στον άλλο, τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση, ότι αυτή θα έχει συντελεσθεί μέσα στην αναφερόμενη προθεσμία του άρθρου 934 του ΚΠολΔ.
Η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, έχει όπως αναφέρθηκε, ως συνέπεια το απρόσβλητο έκτοτε του πλειστηριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη 6191/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η από 2-10-2000 ανακοπή του αναιρεσείοντος -καθ' ού η εκτέλεση, κατά των 1) πρώτου αναιρεσίβλητου - επισπεύδοντος δανειστή, 2) δεύτερης αναιρεσίβλητης - αναγγελθείσας δανείστριας και 3) τρίτης αναιρεσίβλητης - υπερθεματίστριας.
Η ανακοπή στρεφόταν κατά των τριών ως άνω και ήδη αναιρεσιβλήτων και με αυτή επιδιωκόταν, η ακύρωση του πλειστηριασμού του αναφερομένου σ' αυτή ακινήτου του ανακόπτοντος - αναιρεσείοντος, που έλαβε χώρα στις 10 Μαΐου 2000 ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης συζ. Γεωργίου Σταθοπούλου - Μπάχλα, με επίσπευση του πρώτου των καθ' ών και κατακυρώθηκε στην τρίτη των καθ' ών, καθώς και η ακύρωση των συνταχθεισών ...
έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του εν λόγω ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και 8471/5-6-2000 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της ίδιας πιο πάνω Συμβολαιογράφου. 'Εκρινε δε ως ανωτέρω το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι η ανακοπή επιδόθηκε στην υπερθεμάστρια -τρίτη αναιρεσίβλητη, μετά την παρέλευση της προβλεπομένης στη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 περ.
γ' του ΚΠολΔ, για την ακύρωση του πλειστηριασμού επί ακινήτων, προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών, καθόσον μη υπολογίζοντας κατ' άρθρο 147 ΚΠολΔ και το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης μεταγράφηκε στις 6-6-2000 και η ανακοπή επιδόθηκε σ' αυτή (τρίτη ααιρεσίβλητη) στις 6-10-2000.
ΙΙΙ.- Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η τρίτη αναιρεσίβλητη -υπερθεμάστρια- καθ' ης η ανακοπή, ήταν αναγκαία ομόδικος των άλλων δύο καθ' ων η ανακοπή - αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, έπρεπε να επιδοθεί και προς αυτή, μέσα στην αναφερομένη ενενηκονθήμερη προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδαφ. γ' ΚΠολΔ. Επομένως, ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ειδικότερα προβάλλεται, ότι η μη εμπρόθεσμη επίδοση της ανακοπής σε όλους τους ομοδίκους, δεν οδηγεί στο απαράδεκτο αυτής και ως προς τους δύο πρώτους των καθ' ων η ανακοπή - αναιρεσιβλήτου, που δικάσθηκαν ερήμην πρωτοδίκως και κατ' έφεση, είναι αβάσιμος.
IV.- Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6191/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ