2149/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 28/4/2009 αίτησή του και τους από 17/8/2010 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 711/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Legislator headnote
AI generated2149/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 121/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2149 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2149/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. (E. G.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα και Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Τ. του Σ., 2) Α. Τ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Σπυρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 28/4/2009 αίτησή του και τους από 17/8/2010 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 711/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 121/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/12/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 20/10/201 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 121/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) με την από 29-11-2005 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, την οποία απηύθυναν κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου), με την οποία, αφού επικαλέστηκαν την αναφερόμενη σ' αυτήν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου (αδικοπραξία), ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός και με προσωπική κράτηση να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, ως αποζημίωση, το ποσό των 144.246,51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24-6-1999, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς με την υπ' αριθ. 30/2007 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αγωγή παραδεκτώς εισήχθη ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, στη συνέχεια, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, την έκρινε νόμιμη και τη δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 149.246,51 ευρώ (144.246,51 ως αποζημίωση και 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 04-10-2007 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ζητώντας για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον του αγωγή. Η παραπάνω έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Κατά της εν λόγω δευτεροβάθμιας απόφασης ο εκκαλλών-εναγόμενος άσκησε την από 28-4-2009 αίτηση αναιρέσεως και τους από 27-8-2010 πρόσθετους λόγους ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 711/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, αφού απέρριψε από τους λόγους αναίρεσης τον πρώτο, με τον οποίο προβάλλετο η αιτίαση για υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τον δεύτερο, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνετο ότι το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο στο οποίο περιλαμβάνεται η διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ, με την οποία προβλέπεται πενταετής παραγραφή και όχι το ελβετικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 60 του ελβετικού Κώδικα Ενοχών, στο οποίο προβλέπεται ετήσια παραγραφή για τις ενοχές από αδικοπραξίας, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ και τον τρίτο, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνετο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ με το να εφαρμόσει αυτήν ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, και ότι σε κάθε περίπτωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η ένδικη αξίωση των εναγόντων υπέκυψε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή, αναίρεσε τελικά την παραπάνω υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της αναίρεσης και του πρώτου των προσθέτων λόγων, κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ και 386 Π.Κ., όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώθηκαν με την έκθεση του Εισηγητή.
Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση έγινε δεκτό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης διότι: α) δεν διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλου) και συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση αν ο εναγόμενος με την απατηλή συμπεριφορά του επεδίωκε την πρόκληση της ζημίας ή αποδέχθηκε την πιθανότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς του και β) δεν διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προκληθείσας ζημίας και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται πως με την πραγματοποίηση του εμβάσματος του ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών ύστερα από σχετική εντολή των εναγόντων στο λογαριασμό της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" υπέστησαν αυτοί ισόποση ζημία ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν μεταξύ της ζημίας και της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, παραπέμφθηκε δε ακολούθως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας) συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. 121/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (αναιρεσιβαλλομένη), απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι της έφεσης και η τελευταία στο σύνολό της, με επικύρωση, κατόπιν τούτου, της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αυτής εφετειακής απόφασης εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-αναιρεσείων (εναγόμενος) με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με την αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη (Α.Π. 715/2011).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, αρκεί να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση ή επιχειρείται η πράξη (Α.Π. 715/2011).
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημιάς αυτής αλλά και όταν γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται την δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 342/2009).
Εξετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), που είναι γουνέμποροι δραστηριοποιούμενοι στη Καστοριά, όπου και κατοικούν, είχαν για μια περίπου δεκαετία πριν το έτος 1997, ομαλή εμπορική συνεργασία με την μητέρα του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) και μεταξύ τους είχαν αναπτυχθεί σχέσεις εμπιστοσύνης.
Στις αρχές του παραπάνω έτους (1997) οι ενάγοντες, που από την παραπάνω επιχείρηση είχαν συγκεντρώσει ικανό χρηματικό κεφάλαιο, θέλησαν να επεκτείνουν την δραστηριότητά τους στον τομέα των χρηματαγορών και μάλιστα αυτών του εξωτερικού. Έτσι ήρθαν τηλεφωνικά σε επαφή με τον εναγόμενο, μόνιμο κάτοικο Γενεύης Ελβετίας, δραστηριοποιούμενο στον χρηματοπιστωτικό τομέα και ειδικότερα στις διεθνείς χρηματαγορές, τον οποίο τους σύστησε η μητέρα του και γι' αυτό του είχαν εμπιστοσύνη, και του πρότειναν να διαχειριστεί για λογαριάσμό τους το χρηματικό τους κεφάλαιο.
Μετά από αρκετές τηλεφωνικές επαφές συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να διαχειριστεί ο εναγόμενος για λογαριασμό των εναγόντων και στο δικό του όνομα, τα κεφάλαια, τα οποία θα έθεταν αυτοί στη διάθεσή του, μέσω ασφαλών τοποθετήσεων στις διεθνείς χρηματαγορές, με τον ειδικό προορισμό ότι από τα κεφάλαια αυτά το μισό περίπου θα ήταν αζημίως αμέσως ρευστοποιήσιμο και το άλλο μισό εντός τριών μηνών από τη λήψη της εντολής τους.
Η αποστολή των χρημάτων των εναγόντων προς τον εναγόμενο θα γινόταν με έμβασμα, και για το σκοπό αυτό ο εναγόμενος απέστειλε, στις 8-1-1997, προς τους ενάγοντες, στην Καστοριά, telefax από τη Γενεύη, με το εξής περιεχόμενο: "Από Έ. Γ. προς κ. Τ.. Στη συνέχεια συνομιλία μας, σας αναφέρουμε κατωτέρω τον τραπεζικό λογαριασμό για εμβάσματα πεσετών:
Bank Julius Baer New York. Μέσω Banco Central Hispano Americano Madrid. Σε πίστωση: Whiteleaf FX Management NV, αριθμός λογαριασμού ...". Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει η, σημαντική, για τους λόγους που θα αναφερθούν στη συνέχεια, επισήμανση ότι το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο για την αποστολή του παραπάνω telefax με τις πληροφορίες και τα στοιχεία για την Τράπεζα της Νέας Υόρκης, στην οποία αυτοί θα απέστελαν το έμβασμα, είχε στο πάνω μέρος της σελίδας του το όνομα του εναγομένου και στο κάτω μέρος προεκτυπωμένα τα στοιχεία " Whiteleaf FX Management NV".
Μετά από αυτό οι ενάγοντες απευθήνθηκαν στο κατάστημα του Άργους Ορεστικού της Εμπορικής Τράπεζας για να αποστείλουν το έμβασμα, όμως εκεί διαπιστώθηκε ότι η διεύθυνση της παραπάνω Τράπεζας της Νέας Υόρκης ήταν ελλιπής και ο Διευθυντής της Τράπεζας προέτρεψε τους ενάγοντες να ζητήσουν από τον εναγόμενο περισσότερα στοιχεία και πράγματι ο εναγόμενος τους απέστειλε στις 9-1-1997, με νέο fax τα πλήρη στοιχεία της Τράπεζας.
Σημειώνεται και πάλι ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος για την αποστολή του τελευταίου αυτού fax, είχε εκτυπωμένα τα στοιχεία της παραπάνω εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV". Την ίδια ημέρα, οι ενάγοντες απέστειλαν στην παραπάνω Τράπεζα (στη Νέα Υόρκη στη διεύθυνση που τους είχε στείλει ο εναγόμενος, δηλαδή "730 FIFTH AVENUE, NINTH FLOOR, NEW YORK, NY 10019, TEL 212-333-8601, FAX 212-262-8155"), έμβασμα συνολικού ποσού 190.000.000 δραχνών, αφού προηγουμένως μετατράπηκε σε 95.000.000 ισπανικές πεσέτες (βλ.
το από 9-1-1997, αντίγραφο εντάλματος πληρωμής καταθέσεων σε συνάλλαγμα και την από 9-1-1997 έκδοση εντολής σε συνάλλαγμα μέσω τελεξ/ταχυδρομείου της Εμπορικής Τράπεζας). Πιο συγκεκριμένα, έκαστος των εναγόντων απέστειλε για λογαρισμό του το μισό του παραπάνω ποσού. Κατά τη διάρκεια των παραπάνω επαφών των διαδίκων (τηλεφωνικών, αλλά και με την αποστολή των παραπάνω fax) ο εναγόμενος διαβαίωσε τους ενάγοντες ότι η εταιρία, στην οποία τελικώς εστάλησαν τα χρήματα, ήταν προσωπική του επιχείρηση, με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Αυτό ακριβώς, μαζί με την προηγούμενη καλή συνεργασία που είχαν με την μητέρα του εναγομένου και τη σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε μ' αυτήν και επεκτεινόταν και στο πρόσωπο του γιου τις - εναγομένου, είχε βαρύνουσα σημασία για την απόφαση των εναγόντων να εμβάσουν το παραπάνω ποσό προς τον εναγόμενο στην παραπάνω Τράπεζα.
Ακολούθως, ο εναγόμενος απέστειλε προς τους ενάγοντες νέο, το από 26-9-1997, fax, με προεκτυπωμένη σ' αυτό και πάλι την πλήρη διεύθυνση της εταιρίας"Whiteleaf FX Management NV" στη Νέα Υόρκη, στο οποίο επισυναπτόταν αναλυτική κατάσταση, που εμφάνιζε την τοποθέτηση των κεφαλαίων που οι ενάγοντες του απέστειλαν με έμβασμα προς διαχείριση ως εξής:
α) Καταπιστευτικός λογαριασμός: 33.200.000 ισπανικές πεσέτες στην Τράπεζα Banco Hispano Americano, λήξεως 15-12-1997, με ετήσιο επιτόκιο 5,1875% και β) πρόγραμμα διαχειρήσεως Whiteleaf 417.579 δολάρια ΗΠΑ, με ετήσια απόδοση 21,22%. Στην αναλυτική κατάσταση που επισυνάπτεται, αναφέρεται η λήψη του εμβάσματος των 95.000.000 πεσετών (στις 16-1-1997), η τοποθέτηση 47.000.000 πεσετών σε ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση (επίσης στις 16-1-1997), η αγορά δολαρίων για το ποσό των 48.000.000 πεσετών, που αντιστοιχούσε τότε σε 359.982 δολάρια ΗΠΑ (στις 16-1-1997), η μεταφορά του ποσού τούτου αυθημερόν στο πρόγραμμα επενδύσεων Whiteleaf, καθώς και η τρέχουσα αξία των μεριδίων που επενδύθηκαν στις 26-9-2997 σε 417.759,12 δολάρια ΗΠΑ.
Στην ίδια κατάσταση αναγραφόταν η αποστολή από τον εναγόμενο του εμβάσματος σε πίστωση της εταιρίας με την επωνυμία "Satil LTD". Στο μεταξύ, μετά την από 10-7-1997 έγγραφη εντολή των εναγόντων, ο εναγόμενος ρευστοποίησε μέρος της παραπάνω προθεσμιακής καταθέσεώς τους, ύψους 14.979.200 ισπανικών πεσετών, το οποίο ενέβασε σε κυπριακή Τράπεζα για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "Satil LTD", σε εκτέλεση δε της από 10-4-1998 έγγραφης εντολής των ιδίων, ο εναγόμενος ρευστοποίησε και το υπόλοιπο της προθεσμιακής καταθέσεώς τους και ενέβασε 100.000 δολάρια ΗΠΑ στην φιλανδική Τράπεζα "OKO Bank Helsinki" με δικαιούχο την εταιρία με την επωνυμία "FINNISH FUR SALES", ενώ το υπόλοιπο ποσό της ρευστοποιήσεως πιστώθηκε στον τηρούμενο λογαριασμό των εναγόντων στην Εμπορική Τράπεζα Άργους Ορεστικού.
Επομένως, με βάση τις παραπάνω κινήσεις που έγιναν με εντολές των εναγόντων, αποδόθηκε από τον εναγόμενο προς αυτούς το σύνολο των 47.000.000 ισπανικών πεσετών, που τοποθέτησε αυτός για λογαριασμό τους στην ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση και απέμεινε προς διαχείριση από αυτόν το ποσό των 48.000.000 ισπανικών πεσετών.
Ακολούθησε, στις 14-1-1998, νέο fax του εναγομένου προς τους ενάγοντες, με το οποίο αυτός επιβεβαίωνε την τοποθέτηση ποσού 33.550.000 ισπανικών πεσετών στην Τράπεζα Banco Bilbao - Vizcaya σε προθεσμιακή κατάθεση λήξεως στις 16-3-1998, με ετήσιο επιτόκιο 4,75% και η επένδυση ποσού 412.300 δολαρίων ΗΠΑ στο επενδυτικό Πρόγραμμα της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV", με ετήσια απόδοση 14,55%.
Το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε για την αποστολή και του fax αυτού, ήταν πανομοιότυπο με όλα τα προηγούμενα, αφού έφερε τα πλήρη στοιχεία της ως άνω εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και υπογραφή του εναγομένου. Στο τελευταίο αυτό fax επισυνάφθηκε και λεπτομερής αναλυτική κατάσταση των έως τότε κινήσεων των λογαριασμών των εναγόντων, όπου εμφανίζεται ότι η τρέχουσα αξία των μεριδίων που επενδύθηκαν στην παραπάνω εταιρία ανερχόταν, την 9-1-1998, σε 412.300 δολάρια ΗΠΑ.
Μετά την αποστολή του τελευταίου αυτού fax, δηλαδή μετά την 14-1-1998, δεν υπήρξε καμία γραπτή ενημέρωση των εναγόντων από τον εναγόμενο για την τύχη των κεφαλαίων τους στην εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", αν και οι πρώτοι όχλησαν πολλές φορές τηλεφωνικά τον τελευταίο. Ο εναγόμενος βέβαια προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δύο έγγραφα, υπογεγραμμένα από τον ίδιο, τα από 15-9-1998 και 8-3-1999 έγγραφα της "Whiteleaf FX Management NV", ισχυριζόμενος ότι τα απέστειλε με fax στους ενάγοντες, ενημερώνοντάς τους έτσι και μεταγενέστερα γραπτώς για την τύχη των κεφαλαίων τους, όμως από πουθενά δε προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά παρελήφθησαν από τους ενάγοντες.
Μετά, λοιπόν, την αποδεδειγμένη μη ενημέρωση των εναγόντων από τον εναγόμενο για την τύχη των κεφαλαίων τους, παρά τις επανειλειμμένες μάλιστα τηλεφωνικές οχλήσεις τους, αυτοί αναγκάσθηκαν να προσφύγουν στο δικηγορικό γραφείο της Γενεύης με την επωνυμία "De Goutes και συνεργάτες". Το γραφείο αυτό απέστειλε προς τον εναγόμενο την από 24-6-1999 επιστολή του, καλώντας τον εξ ονόματος των εναγόντων να παράσχει λογοδοσία της παρ' αυτού διαχειρίσεως του κονδυλίου των 48.000.000 ισπανικών πεσετών και να τους γνωρίσει την προθεσμία, εντός της οποίας θα μπορούσε να το επιστρέψει.
Ο εναγόμενος απάντησε με την από 7-7-1999 επιστολή του, διά του ελβετού πληρεξουσίου δικηγόρου του, με την οποία αρνήθηκε κάθε προσωπική του ανάμειξη στη διαχείριση των κεφαλαίων των εναγόντων, ισχυριζόμενος ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στη μεσολάβησή του προκειμένου τα χρήματά τους, μετά από δική του σύσταση, να τα διαχειριστεί η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV" που εδρεύει στη Νέα Υόρκη, της οποίας εταιρίας ήταν απλός σύμβουλος και για το λόγο αυτό ενημερωνόταν για την κίνηση των λογαριασμών τους σε αυτήν και δηλώνοντας, περαιτέρω, προς τους ενάγοντες, ότι ήδη έχει ζητήσει από την παραπάνω εταιρία να του προμηθεύσει αντίγραφο των λογαριασμών των εναγόντων, προκειμένου να ελεγχθεί η κίνησή τους.
Μετά από αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν βοήθεια ερευνητικής εταιρίας, προκειμένου να εντοπίσουν την εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" , με έδρα τη Νέα Υόρκη: ("730 FIFTH AVENUE, NINTH FLOOR, NEW YORK, NY 10019") με αριθμούς τηλεφώνου και fax ομοίως της Νέας Υόρκης. Στις 15-7-1999 η ερευνητική εταιρία τους ενημέρωσε ότι η παραπάνω εταιρία είναι άγνωστη στους τοπικούς καταλόγους και αρχές, ότι ο αριθμός τηλεφώνου που αναφέρεται δεν απαντά, αλλά και ούτε υπάρχει καταχώρηση της επιχειρήσεως αυτής στην υπηρεσία πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου, επί πλέον δε ότι οι γείτονες στην ανωτέρω διεύθυνση δήλωσαν ότι τέτοια εταιρία δεν υφίσταται στο κτίριο τα τελευταία δύο έτη.
Ακολούθησε επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων (με ημερομηνία 10-8-1999), προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εναγομένου, με την οποία ο πρώτος ζήτησε από τον δεύτερο την παροχή νέων στοιχείων τα οποία να αποδεικνύουν την ύπαρξη της παραπάνω εταιρίας, αλλά και τον ακριβή ρόλο του εναγομένου σε αυτήν και τονιζόταν ότι μέχρι τότε οι ενάγοντες αντιλήφθηκαν ως μόνο συναλλασσόμενο με αυτούς τον εναγόμενο και με δεδομένη την εκφρασθείσα διάθεσή του για μεσολάβηση προκειμένου να τους δοθούν αναλυτικές καταστάσεις κινήσεως των λογαριασμών τους, για να αρθούν οποιαδήποτε ερωτήματα τους δημιουργήθηκαν σχετικά με το ρόλο αυτού (εναγομένου), δήλωσαν ότι ανέμεναν να παραλάβουν τις εν λόγω καταστάσεις, από οποιοδήποτε και αν έχουν γραφεί.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου απάντησε με την από 1-9-1999 επιστολή του, με την οποία προέτρεπε τους ενάγοντες να απευθυνθούν για οποιαδήποτε πληροφορία επιθυμούν στο εμπορικό επιμελητήριο του Κουρακάο, στις Ολλανδικές Αντίλλες, χωρίς να τους δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημά τους για την ύπαρξη της εταιρίας και επαναλαμβάνοντας ότι ο εντολέας του είναι διατεθειμένος να μεσολαβήσει στην εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV" προκειμένου να βοηθήσει τους ενάγοντες να συλλέξουν όσα στοιχεία χρειάζονται, ώστε να λάβουν ολοκληρωμένες πληροφορίες για τα μερίδιά τους στην εταιρία αυτή.
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι αν και πριν από την παραπάνω προτροπή του, ήδη από τις 7-7-1999, ο εναγόμενος είχε εκφράσει διάθεση να βοηθήσει τους ενάγοντες μεσολαβώντας στην παραπάνω εταιρία και ενώ μπορούσε εύκολα να τους βοηθήσει, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα δύο μηνών, δεν τους βοήθησε ουσιαστικά, μεσολαβώντας στην παραπάνω εταιρία, αλλά αρκέσθηκε σε προτροπές να την αναζητήσουν στις Ολλανδικές Αντίλλες.
Μετά πάντως από τις παραπάνω προτροπές του εναγομένου, οι ενάγοντες αναζήτησαν την παραπάνω εταιρία στις Ολλανδικές Αντίλλες, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού δεν μπόρεσαν να βρουν εταιρία με την επωνυμία αυτή, και στη συνέχεια απέστειλαν στον εναγόμενο, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, την από 7-9-1999 επιστολή τους, με την οποία, αφού του γνωστοποίησαν την παραπάνω άκαρπη αναζήτηση της εταιρίας, του τόνισαν και πάλι ότι αναμένουν την αποστολή των αναλυτικών καταστάσεων του λογαριασμού τους, όπως τους είχε υποσχεθεί και παράλληλα τον πληροφόρησαν ότι θα καταθέσουν αγωγή εναντίον του.
Ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων περί τα τέλη του ίδιου μήνα (Σεπτεμβρίου του 1999), προκειμένου να παρασχεθούν έγγραφες εξηγήσεις και να καταστούν σαφείς οι ισχυρισμοί και των δύο πλευρών. Μετά από τις συζητήσεις αυτές ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου απέστειλε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων την από 17-1-2000 επιστολή του, με την οποία έθεσε υπόψη ότι ο ίδιος, όπως είχαν συμφωνήσει, συνέταξε ένα υπόμνημα που περιείχε τις απόψεις του πελάτη του, ενώ ο δικηγόρος των εναγόντων του απέστειλε την από 19-10-2000 επιστολή του, στην οποία αναφέρει ότι μετά την 25-10-1999 οπότε και διαβίβασε σ' αυτόν επιστολή περιέχουσα τις απόψεις τους, έκτοτε δεν είχε νεότερα απ' αυτούς.
Από τότε δεν υπήρξε καμία επικοινωνία των διαδίκων, είτε απευθείας, είτε μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και οι ενάγοντες δεν μπόρεσαν να διαπιστώσουν εάν πράγματι υφίστατο η παραπάνω εταιρία, καθώς και τη σχέση της με τον εναγόμενο. Έτσι οι ενάγοντες, με βάση τα στοιχεία, τα οποία είχαν καταφέρει μέχρι τότε να συλλέξουν, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς την από 5-6-2002 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 634/75/2002 αγωγή τους κατά του ήδη εναγομένου, επικαλούμενοι αδικοπραξία του τελευταίου σε βάρος τους με την ειδικότερη μορφή της υπεξαίρεσης του παραπάνω ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών.
Από το δικόγραφο της παραπάνω αγωγής, οι και ήδη ενάγοντες, παραιτήθηκαν κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο στις 15-1-2004. Παράλληλα, όμως, είχαν ζητήσει, με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, να τους επιτραπεί, για την εξασφάλιση της παραπάνω απαιτήσεώς τους, να εγγράψουν προσημείωση υποθήκης σε ευρισκόμενα στην Ελβετία ακίνητα του ήδη εναγομένου.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στις 20-9-2002, ο και ήδη εναγόμενος με το από 26-9-2002 σημείωμά του, αρνήθηκε την ανάθεση σε αυτόν από τους ενάγοντες της διαχειρίσεως των κεφαλαίων τους και περιόρισε τη σχέση του με αυτούς μόνο στο γεγονός της τηλεφωνικής επικοινωνίας, προκειμένου να τους δώσει πληροφορίες για την επένδυση των χρημάτων τους σε χρηματαγορές του εξωτερικού, κατά την οποία τους σύστησε την εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV", της οποίας ήταν εξωτερικός τραπεζικός σύμβουλος.
Για την ενίσχυση δε των ισχυρισμών του προσκόμισε την από 19-10-2001 επίσημη βεβαίωση του εμπορικού επιμελητηρίου του Κουρακάο των Ολλανδικών Αντιλλών, από την οποία προέκυπτε ότι η εταιρία αυτή δεν ήταν προσωπική εταιρία του ίδιου, που έχει την έδρα της στη Νέα Υόρκη, αλλά επενδυτική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Κουρακάο των Ολλανδικών Αντιλλών, που συστήθηκε το έτος 1984, με καταβεβλημένο κεφάλαιο 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, της οποίας καταστατικός διαχειριστής ορίζεται μια άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Intertrust (CURACAO) NY" με έδρα επίσης το Κουρακάο.
Επίσης, κατά τον ίδιο χρόνο προσκομίστηκε από τον εναγόμενο το από 25-9-2002, έγγραφο, το οποίο υπογράφει ο Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας "Intertrust (CURACAO) NY", στο οποίο βεβαιώνεται ότι κατά, τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 1996 έως το Δεκέμβριο του 1999 ο εναγόμενος είχε διατελέσει εξωτερικός ερευνητικός-σύμβουλος της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και παρείχε συμβουλές σ' αυτήν στον τομέα εξειδικευμένων συστημάτων σε υποθέσεις εξωτερικού συναλλάγματος.
Μετά από αυτό οι ενάγοντες, που είχαν πλέον αρκετά στοιχεία, μπόρεσαν να προχωρήσουν σε περαιτέρω έρευνα, μέσω του διαδικτύου, για την εταιρία που εμφανιζόταν ως καταστατικός διαχειριστής της "Whiteleaf FX Management NV" και πράγματι πληροφορήθηκαν από το διαδίκτυο ότι η εταιρία με την επωνυμία "Intertrust (CURACAO) NY" έχει τη μορφή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εμφανίζεται ως εταιρία διαχειρίσεως καταπιστεύματος με έδρα το Κουρακάο και ταχυδρομική διεύθυνση την ίδια με αυτή της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV".
Έχοντας και την πληροφορία αυτή οι ενάγοντες, αντελήφθησαν για πρώτη φορά με σαφήνεια ότι η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV" ποτέ δεν είχε την έδρα της στην Νέα Υόρκη και ποτέ δεν ήταν προσωπική επιχείρηση του εναγομένου, καθώς και την πραγματική κατάσταση της εταιρίας αυτής, αλλά και της "Intertrust (CURACAO) NY", όπως και τη σχέση τους με τον εναγόμενο, ο οποίο εμφανίζεται ως εξωτερικός ερευνητικός σύμβουλος της πρώτης εταιρίας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1996 έως το Δεκέμβριο του 1999.
Το γεγονός ότι ο εναγόμενος στην από 7-7-1999 επιστολή του ανέφερε στους ενάγοντες ότι ήταν απλός σύμβουλος της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές για τη γνώση των εναγόντων σχετικά με το ρόλο του εναγομένου, καθόσον κατά την αλληλογραφία που επακολούθησε επί ικανό χρονικό διάστημα, δεν επιβεβαιώθηκε τούτο από κανένα άλλο στοιχείο, με συνέπεια να δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες στους ενάγοντες σχετικά με την αλήθεια ή μη του ισχυρισμού του, ενόψει και της όλης παραπάνω περιγραφομένης συμπεριφοράς του προς αυτούς.
Η παραπάνω παραδοχή για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ενισχύεται και από το γεγονός της συστηματικής χρησιμοποιήσεως από αυτόν, στη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, εντύπων με προεκτυπωμένη την επωνυμία της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και διεύθυνση αυτής στη Νέα Υόρκη. Εκτός τούτου, η προσωπική ενημέρωση του ιδίου προς τους ενάγοντες, με την από 26-9-1997 επιστολή του περί της τοποθετήσεως των κεφαλαίων τους κατά το ήμισυ σαν ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση και κατά το υπόλοιπο στο επενδυτικό πρόγραμμα Whiteleaf, καθώς και με την από 14-4-1998 όμοια, περί της τρέχουσας αξίας του μεριδίου τους στο εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με την εκτέλεση από τον ίδιο των από 10-7-1997 και 10-4-1997 εντολών τους προς ρευστοποίηση και απόδοση των κεφαλαίων τους που τοποθετήθηκαν στην προθεσμιακή κατάθεση, φανερώνουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πρόθεσή του να αποκρύψει από τους ενάγοντες ότι αντισυμβαλλόμενός τους δεν ήταν προσωπική του επιχείρηση, με έδρα τη Νέα Υόρκη, αλλά εταιρία με έδρα το Κουρακάο, της οποίας, όπως αποκάλυψε εκ των υστέρων, ήταν απλός εξωτερικός σύμβουλος.
Το δε γεγονός, ότι ο εναγόμενος, παρά τις εκκλήσεις των εναγόντων, αρνείτο κάθε ανάμειξη στη διαχείρηση των χρημάτων τους - ενώ προηγουμένως τους ενημέρωσε προσωπικώς για την κίνηση των λογαριασμών τους - παραπέμποντας αυτούς αρχικώς στην εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", με έδρα τη Νέα Υόρκη και όταν αυτοί διαπίστωσαν ότι είναι άγνωστη στον ως άνω τόπο, παραπέμποντας να την αναζητήσουν στις Ολλανδικές Αντίλλες, χωρίς να τους δώσει λεπτομερή στοιχεία, τα οποία αναγκάστηκε να τα επικαλεστεί για πρώτη φορά στο δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ενισχύει ακόμη περισσότερο την παραπάνω παραδοχή.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες άσκησαν κατά του εναγομένου αρχικώς την ως άνω αγωγή τους, με βάση την αδικοπραξία, με την ειδικότερη μορφή της υπεξαίρεσης (και όχι της απάτης, όπως στην κρινόμενη αγωγή), δεδομένου ότι οι ενάγοντες, δεν είχαν καταφέρει μέχρι τότε, παρά τις προσπάθειές τους, να συλλέξουν περισσότερα στοιχεία για την εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", την οποία θεωρούσαν προσωπική επιχείρηση του εναγομένου, όπως ο ίδιος τους διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς, ή σε κάθε περίπτωση ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, καθώς και τη σχέση του εναγομένου με αυτήν.
Οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούνται ούτε από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα και μάλιστα από τα: α) Δημοσιεύματα ξένων εφημερίδων, όπως της Wall Street Journal της 28-2-1996 και 21-1-1996, όπου φιλοξενούνται δηλώσεις του ίδιου ως στελέχους της εταιρίας Whiteleaf, β) το από 6-2-1997 πιστοποιητικό ελέγχου του ελεγκτικού οίκου STG-Coopers and Lybrand, με αντικείμενο πιστοποίηση των αποδόσεων της εταιρίας Whiteleaf και γ) την από 19-9-1996 επιστολή της αμερικανικής τράπεζας Julius Baer Bank, με την οποία επιβρβαιώνεται η καλή συνεργασία της με την Whiteleaf FX, καθόσον αυτά ουδεμία σχέση έχουν με την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος των εναγόντων που περιγράφηκε παραπάνω, πέραν του ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα αναφέρονται σε χρόνους προγενέστερους της συμπεριφοράς αυτής.
Με βάση όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προέκυψε περαιτέρω, σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, ότι ο εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στους ενάγοντες, κατά το χρόνο που συζητούσαν μεταξύ τους προκειμένου οι τελευταίοι να του αναθέσουν τη διαχείριση των κεφαλαίων τους, ότι η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV", είναι προσωπική επιχείρηση του ίδιου με έδρα τη Νέα Υόρκη, αλλά και απέκρυψε από αυτούς δολίως ότι επρόκειτο για εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Curacao των Ολλανδικών Αντιλλών, με καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς άλλη περιουσία και με καταστατικό διαχειριστή μία άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Intertrust (Curacao) NY", με έδρα επίσης το Curacao και καταστατικό σκοπό την καταπιστευτική διαχείριση των συμφερόντων τρίτων (trust).
Με την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά του ο εναγόμενος παρέπεισε τους ενάγοντες να εμβάσουν στην παραπάνω εταιρία ("Whiteleaf FX Management NV") το ποσό των 48.000.000 ισπανικών πεσετών, πράξη στην οποία δεν θα προέβαιναν εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση με περαιτέρω συνέπεια να υποστούν οι ενάγοντες ισόποση ζημία, με τον τρόπο που αναλυτικότερα περιγράφεται παρακάτω.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος γνώριζε ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" δεν ήταν προσωπική του επιχείρηση και ότι δεν εδρεύει στη Ν. Υόρκη, αλλά στις Ολλανδικές Αντίλλες, είχε εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων, χωρίς άλλα περιουσιακά στοιχεία, και καταστατικό διαχειριστή άλλη εταιρία και συνακόλουθα γνώριζε ότι οι παραπάνω παραστάσεις του προς τους ενάγοντες (ότι η εταιρία ήταν προσωπική του και εδρεύει στη Ν.
Υόρκη) ήταν ψευδείς, καθώς και ότι αυτοί δεν θα προέβαιναν στην επένδυση των χρημάτων τους αν γνώριζαν την αλήθεια. Όσον, δε, αφορά στη ζημία των εναγόντων, ο εναγόμενος δεν επεδίωκε μεν ευθέως την πρόκλησή της και την αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας της παραπάνω εταιρίας ("Whiteleaf FX Management NV") κατά το ποσό των 48.000.000 ισπανικών πεσετών, που εμβάσθηκαν στην εταιρία αυτή, ωστόσο γνώριζε, λόγω της ιδιότητάς του ως συμβούλου εταιριών διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων, δραστηριοποιουμένου μάλιστα στις διεθνείς χρηματαγορές, και των συναφών οικονομικών του γνώσεων και μάλιστα των γνώσεών του τόσο για το διεθνές οικονομικό περιβάλλον της περιόδου εκείνης, όσο και για τους κινδύνους των επενδύσεων σε εταιρίες του είδους της παραπάνω και μάλιστα και της συγκεκριμένης, της οποίας ήταν σύμβουλος, ως ενδεχόμενη την πιθανότητα της ζημίας αυτής και την αποδέχθηκε, επειδή ακριβώς ήθελε να συνεχίσει να συνεργάζεται με την παραπάνω εταιρία, αποκομίζοντας τα σχετικά οφέλη (αμοιβές και προμήθειες) και αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο η εταιρία να κρατήσει τα χρήματα των εναγόντων χωρίς να τα διαχειρισθεί κατά την εντολή τους και χωρίς να τους τα αποδώσει, με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων, που δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν αποτελεσματικά από την εταιρία την επιστροφή του παραπάνω κεφαλαίου τους.
Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και την επακολουθήσασα, εξ αιτίας της, πραγματοποίηση του εμβάσματος του ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών ύστερα από σχετική εντολή των εναγόντων στο λογαριασμό της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" υπέστησαν αυτοί ισόποση ζημία, δηλαδή ζημία 24.000.000 ισπανικών πεσετών ο καθένας, διότι τα χρήματα αυτά κράτησε η παραπάνω εταιρία χωρίς να τους τα αποδώσει μέχρι και σήμερα, παρά την πάροδο πολλών ετών από τότε που εμβάσθηκαν, και πλέον οι ενάγοντες, των οποίων τα κεφάλαια που τηρούσαν στον τραπεζικό τους λογαριασμό στο Άργος Ορεστικού, μειώθηκαν κατά το παραπάνω ποσό, δεν μπορούν να διεκδικήσουν αποτελεσματικά την επιστροφή του κεφαλαίου τους από την εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", αφού δεν μπορούν να επισπεύσουν αποτελεσματικά αναγκαστική εκτέλεση οποιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως που τυχόν θα εξέδιδαν εναντίον της, λόγω της παραπάνω αμαφερόμενης ιδιότητας και κατάστασης αυτής και της εξ αυτής αφερεγγυότητάς της, αλλά και της αδυναμίας εντοπισμού περιουσιακών στοιχείων της.
Το δε ποσό των 24.000.000 ισπανικών πεσετών που απώλεσε ο καθένας από τους ενάγοντες αντιστοιχούσε σε 144.246,51 ευρώ, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Σημειώνεται, ότι η αναφερόμενη παραπάνω αναλογία των ισπανικών πεσετών προς το ευρώ δεν αμφισβητείται ουσιαστικά από τον εναγόμενο-εκκαλούντα, που αναφέρει ότι η ισοτιμία της πεσέτας προς το ευρώ είχε καθοριστεί σε 1 ευρώ = 166,368 πεσέτες και με βάση και τους δικούς του υπολογισμούς (24.000.000 πεσέτες/166,386=) 144.242,905 ευρώ, η δε μικρή διαφορά με τους υπολογισμούς των εναγόντων οφείλεται στο ότι ο εναγόμενος-εκκαλών υπολογίζει την ισοτιμία σε διαφορετικό (μεταγενέστερο) χρόνο.
Περαιτέρω δε, το εμβασθέν ποσόν, κατά το οποίο ζημιώθηκαν οι ενάγοντες, δεν ήταν μικρότερο των 48.000.000 ισπανικών πεσετών (ούτε και της αναλογίας του σε δραχμές), όπως διατείνεται ο εκκαλών-εναγόμενος, δεδομένου ότι ο ίδιος, στην από 26-9-1997 επιστολή του προς τους ενάγοντες, αναφέρει ότι το συνολικό έμβασμα προς την εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" ανερχόταν σε 95.000.000 ισπανικές πεσέτες, από τις οποίες 47.000.000 κατατέθηκαν σε ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση και το υπόλοιπο των 48.000.000 μεταφέρθηκε στο πρόγραμμα Whiteleaf.
Η δε επικαλούμενη από τον εκκαλούντα-εναγόμενο έμβαση προς τους ενάγοντες ποσών προερχομένων από ρευστοποιήσεις του μέρους του κεφαλαίου τους (του ποσού των 47.000.000 πεσετών από το συνολικό έμβασμα), αφορά στην επένδυση σε ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση, που έγινε κατά τους όρους της συμφωνηθείσης διαχείρισης και γι' αυτό δεν περιορίζει την παραπάνω ζημία των εναγόντων, που αφορά στο υπόλοιπο του συνολικού εμβάσματος, δηλαδή στο ποσό των 48.000.000 πεσετών, που μεταφέρθηκε στο πρόγραμμα Whiteleaf, χωρίς να γίνει διαχείρησή του από την εταιρία κατά τους συμφωνηθέντες όρους και χωρίς να αποδοθεί στους ενάγοντες, όπως αναλυτικά περιγράφηκε παραπάνω στην παρούσα απόφαση.
Η παραπάνω ζημία των εναγόντων τελεί σε σχέση αιτιώδους συνάφειας με την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι η συμπεριφορά του προς αυτούς ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, αν γνώριζαν πριν την αποστολή του εμβάσματος ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" δεν ήταν προσωπική εταρία του εναγομένου, καθώς και την παραπάνω κατάσταση της εταιρίας αυτής, δεν θα είχαν προχωρήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (και ιδιαίτερα την αφερεγγυότητα των εταιριών του είδους της παραπάνω), αλλά και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (και ιδιαίτερα της εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες προς το πρόσωπο του εναγομένου, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας με τη μητέρα του) στην τοποθέτηση του κεφαλαίου τους (των 48.000.000 ισπανικών πεσετών) με τον παραπάνω τρόπο και δεν θα είχαν για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, απωλέσει τελικώς αυτό>>.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει, και με προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης, σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσόν των 149.246,51 ευρώ (144.246,51 ως αποζημίωση και 5.000 ως χρηματική ικανοποίηση) με τους νόμιμους τόκους από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 147, 149, 914, 297, 298, 330, 932 Α.Κ., 27 και 386 του Π.Κ., από τις οποίες τις δύο τελευταίες για τη θεμελίωση του παράνομου χαρακτήρα της ένδικης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της υπαιτιότητάς του.
Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) Οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) που είναι γουνέμποροι και δραστηριοποιούνται στη Καστοριά, διατηρούσαν ομαλή εμπορική συνεργασία από δεκαετίας με την μητέρα του αναιρεσεόντος (εναγομένου) και είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση εμπισστοσύνης, γι' αυτό, όταν στις αρχές του 1997 θέλησαν να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στον τομέα των χρηματαγορών, επενδύοντας τα κεφάλαια που είχαν συγκεντρώσει επί σειρά ετών από την άνω δραστηριότητά τους, μετά από σύσταση της μητέρας του, απευθήνθηκαν στον αναιρεσείοντα, που είναι κάτοικος Γενεύης Ελβετίας και δραστηριοποιείται στον χρηματοπιστωτικό τομέα στις διεθνείς χρηματαγορές και του πρότειναν να διαχειρισθεί για λογαριασμό τους, το κεφάλαιο που είχαν συγκεντρώσει. 2) Ο αναιρεσείων, κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες και την αλληλογραφία που είχε με τους αναιρεσίβλητους στις αρχές του 1997, προκειμένου να προχωρήσουν στην άνω συνεργασία διαχείρησης των κεφαλαίων τους, παρέστησε σ' αυτούς ψευδώς, ότι η εταιρία με την επωνυμία "Whiteleaf FX Management NV", στην οποία θα ενέβαζαν τα κεφάλαιά τους για την περαιτέρω διαχείρηση αυτών, είναι προσωπική επιχείρηση του ίδιου με έδρα τη Νέα Υόρκη, αλλά και τους απέκρυψε δολίως ότι επρόκειτο για εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Curacao των Ολλανδικών Αντιλλών, με καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς άλλη περιουσία και με καταστατικό διαχειριστή μία άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Intertrust (Curacao) NY", με έδρα επίσης το Curacao και καταστατικό σκοπό την καταπιστευτική διαχείριση των συμφερόντων τρίτων (trust). 3) Με την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά του ο εναγόμενος παρέπεισε τους ενάγοντες να εμβάσουν στην παραπάνω εταιρία ("Whiteleaf FX Management NV"), σε λογαριαμό τράπεζας της Νέας Υόρκης στη διεύθυνση που τους είχε υποδείξει ο αναιρεσείων ("730 FIFTH AVENUE, NINTH FLOOR, NEW YORK, NY 10019, TEL 212-333-8601, FAX 212-262-8155") το συνολικό ποσό των 190.000.000 δραχμών, αφού προηγουμένως μετατράπηκε σε 95.000.000 ισπανικές πεσέτες, από το οποίο ποσό 47.000.000 ισπανικών πεσετών τοποθετήθηκε σε ανανεούμενη προθεσμιακή κατάθεση στις 16-1-1997 (ως προς το ποσό αυτό δεν υπάρχει αντικείμενο διότι τελικώς έχει ληφθεί από του αναιρεσίβλητους) και ποσό 48.000.000 ισπανικών πεσετών, που αντιστοιχούσε τότε (16-1-1997) σε 359.982 δολάρια ΗΠΑ, στο πρόγραμμα επενδύσεων Whiteleaf, με τρέχουσα αξία των μεριδίων που επενδύθηκαν στις 26-9-1997 σε 417.759,12 δολάρια ΗΠΑ, στην παραπάνω δε πράξη δεν θα προέβαιναν εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση. 4) Ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" δεν ήταν προσωπική του επιχείρηση και ότι δεν εδρεύει στη Ν.
Υόρκη, αλλά στις Ολλανδικές Αντίλλες, είχε εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων, χωρίς άλλα περιουσιακά στοιχεία, και καταστατικό διαχειριστή άλλη εταιρία και συνακόλουθα γνώριζε ότι οι παραπάνω παραστάσεις του προς τους ενάγοντες (ότι η εταιρία ήταν προσωπική του και εδρεύει στη Ν. Υόρκη) ήταν ψευδείς, καθώς και ότι αυτοί δεν θα προέβαιναν στην επένδυση των χρημάτων τους αν γνώριζαν την αλήθεια. 5) Όσον αφορά στη ζημία των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων δεν επεδίωκε μεν ευθέως την πρόκλησή της και την αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας της παραπάνω εταιρίας ("Whiteleaf FX Management NV") κατά το ποσό των 48.000.000 ισπανικών πεσετών, που εμβάσθηκαν και επενδύθηκαν στην εταιρία αυτή, ωστόσο γνώριζε, λόγω της ιδιότητάς του ως συμβούλου εταιριών διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων, δραστηριοποιούμενου μάλιστα στις διεθνείς χρηματαγορές, και των συναφών οικονομικών του γνώσεων και μάλιστα των γνώσεών του τόσο για το διεθνές οικονομικό περιβάλλον της περιόδου εκείνης, όσο και για τους κινδύνους των επενδύσεων σε εταιρίες του είδους της παραπάνω και μάλιστα και της συγκεκριμένης, της οποίας ήταν σύμβουλος, ως ενδεχόμενη την πιθανότητα της ζημίας αυτής και την αποδέχθηκε, επειδή ακριβώς ήθελε να συνεχίσει να συνεργάζεται με την παραπάνω εταιρία, αποκομίζοντας τα σχετικά οφέλη (αμοιβές και προμήθειες) και αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο η εταιρία να κρατήσει τα χρήματα των εναγόντων χωρίς να τα διαχειρισθεί κατά την εντολή τους και χωρίς να τους τα αποδώσει, με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων, που δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν αποτελεσματικά από την εταιρία την επιστροφή του παραπάνω κεφαλαίου τους. 6) Από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου και την επακολουθήσασα, εξ αιτίας της, πραγματοποίηση του εμβάσματος του ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών ύστερα από σχετική εντολή των εναγόντων στο λογαριασμό της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" υπέστησαν αυτοί ισόποση ζημία, δηλαδή ζημία 24.000.000 ισπανικών πεσετών ο καθένας, διότι τα χρήματα αυτά κράτησε η παραπάνω εταιρία χωρίς να τους τα αποδώσει μέχρι και σήμερα, παρά την πάροδο πολλών ετών από τότε που εμβάσθηκαν, και πλέον οι ενάγοντες, των οποίων τα κεφάλαια που τηρούσαν στον τραπεζικό τους λογαριασμό στο Άργος Ορεστικού, μειώθηκαν κατά το παραπάνω ποσό, καθόσον δεν μπορούν να διεκδικήσουν αποτελεσματικά την επιστροφή του κεφαλαίου τους από την εταιρία "Whiteleaf FX Management NV", αφού δεν μπορούν να επισπεύσουν αποτελεσματικά αναγκαστική εκτέλεση οποιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως που τυχόν θα εξέδιδαν εναντίον της, λόγω της παραπάνω αμαφερόμενης ιδιότητας και κατάστασης αυτής και της εξ αυτής αφερεγγυότητάς της, αλλά και της αδυναμίας εντοπισμού περιουσιακών στοιχείων της.7) Το ποσό των 24.000.000 ισπανικών πεσετών που απώλεσε ο καθένας από τους αναιρεσίβλητους αντιστοιχεί σε 144.246,51 ευρώ [( ισοτιμία της πεσέτας προς το ευρώ είχε καθοριστεί σε 1 ευρώ = 166,368 πεσέτες και επομένως 24.000.000 πεσέτες/166,386=) 144.242,905 ευρώ]. 8) Η παραπάνω ζημία των εναγόντων τελεί σε σχέση αιτιώδους συνάφειας με την παραπάνω απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι η συμπεριφορά του προς αυτούς ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, αν γνώριζαν πριν την αποστολή του εμβάσματος ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" δεν ήταν προσωπική εταιρία του εναγομένου και δεν έχει την έδρα της στη Νέα Υόρκη, καθώς και την παραπάνω κατάσταση της εταιρίας αυτής, δεν θα είχαν προχωρήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (και ιδιαίτερα την αφερεγγυότητα των εταιριών του είδους της παραπάνω), αλλά και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (και ιδιαίτερα της εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί στους ενάγοντες προς το πρόσωπο του εναγομένου, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας με τη μητέρα του) στην τοποθέτηση του κεφαλαίου τους (των 48.000.000 ισπανικών πεσετών) με τον παραπάνω τρόπο και δεν θα είχαν για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, απωλέσει τελικώς αυτό Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου δικαιολογούν επαρκώς: 1) την παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, 2) την υπαιτιότητά του, συνισταμένη σε ενδεχόμενο δόλο, 3) τη θετική ζημία των αναιρεσίβλητων, που συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV", που εισέπραξε ως τρίτη τα ως άνω ποσά από τους αναιρεσίβλητους, στο πλαίσιο της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς αυτούς, πέραν και του προσωπικού οφέλους του τελευταίου ως αμειβομένου με προμήθειες από τα καταρτιζόμενα επενδυτικά προγράμματα με τη μεσολάβησή του όπως και το επίδικο, 4) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας (απατηλής) συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της προκληθείσας ζημίας στους αναιρεσίβλητους.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι της αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 147-149, 914, 297, 298, 330, 932 του Α.Κ., 27 και 386 του Π.Κ., τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων επί της παρανομίας, της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, τέταρτο, και κατά ένα μέρος, έκτο, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά την απόρριψη των αντίστοιχων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι, δεύτερος, τέταρτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ` αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, της ζημίας των αναιρεσίβλητων και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τα προβαλλόμενα απ' αυτόν επιχειρήματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς αντιφάσεις, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος και των αντίστοιχων αρνητικών ισχυρισμών του, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ` αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος ( Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 422/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση των από 8-1-1997 και 9-1-1997 τηλεομοιοτυπημάτατων που απεστάλησαν στους αναιρεσίβλητους, στο πρώτο των οποίων αναφέρεται "Από Έ.
Γ. προς κ. Τ.. Στη συνέχεια συνομιλία μας, σας αναφέρουμε κατωτέρω τον τραπεζικό λογαριασμό για εμβάσματα πεσετών: Bank Julius Baer New York. Μέσω Banco central Hispano Americano Madrid. Σε πίστωση: Whiteleaf FX Management NV, αριθμός λογαριασμού ..." και στο δεύτερο, υπογραφόμενο από το στέλεχος της Whiteleaf την κα Α. B., περιέχονται τα πλήρη στοιχεία της ως άνω τράπεζας, με το να δεχθεί ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" είναι δική του επιχείρηση και ότι έχει την έδρα της στην Νέα Υόρκη, εξαπατώντας έτσι τους αναιρεσίβλητους που πίστεψαν στα ανωτέρω αναληθή και ενέβασαν σε λογαριασμό της άνω εταιρίας το προαναφερόμενο ποσόν ισπανικών πεσετών, ενώ από το πρώτο των εγγράφων αυτών, του οποίου είναι απλός αποστολέας, δεν συνάγεται ότι Whiteleaf είναι δική του εταιρία και ότι αυτή έχει την έδρα της στη Νέα Υόρκη και από το δεύτερο, ότι αυτός (αναιρεσείων) είναι ο συντάκτης του, αφού το έγγραφο αυτό έχει συνταχθεί και υπογραφεί από άλλο στέλεχος της Whiteleaf και συγκεκριμένα από την κα Α.
B. και όχι από αυτόν. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν και κυρίως, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι με απατηλό τρόπο ο αναιρεσείων παρέστησε στους αναιρεσίβλητους ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" είναι δική του επιχείρηση και ότι έχει την έδρα της στην Νέα Υόρκη, εν γνώσει του ότι τα ανωτέρω δεν ήταν η αλήθεια, και ενώ γνώριζε, την ως άνω κατάσταση της εν λόγω εταιρίας, απέκρυψε από τους ανερεσίβλητους τα σχετικά περιστατικά, πείθοντας τους τελευταίους να εμβάσουν στην εταιρία αυτή το ποσό των 95.000.000 ισπανικών πεσετών, προς διαχείρηση αυτού από τον αναιρεσείοντα, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα, μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα κλπ), χωρίς να στηρίξει το άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κυρίως στα παραπάνω έγγραφα, αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράγων, αλλά απέδωσε σ' αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πέμπτος), είναι απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξωδικη, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Ο ανωτέρω λόγος απορίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 εδ. β` του ΚΠολΔ "Εφ` όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιερεσείων προσκόμισε με επίκληση προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών και προς απόδειξη των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) Σιωπηρή, πλην σαφέστατη δικαστική ομολογία των αναιρεσίβλητων περί του γεγονότος ότι η εταιρία Whiteleaf FX Management NV, ήταν μια αρκούντως γνωστή εταιρία διαχείρισης κεφαλαιών, η οποία ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η Καταστατική της έδρα ήταν στις Ολλανδικές Αντίλλες, εντούτοις δραστηριοποιούνταν στην αμερικανική αγορά, απασχολώντας μάλιστα συχνά τον ανερικανικό τύπο, όπου και δημοσιευόταν συχνά θετικά για την ίδια δημοσιεύματα. 2) Την από 30-12-2002 επιστολή του νομικού συμβούλου της Whiteleaf, B.
V. K. της δικηγορικής εταιρίας Promes Van Dorme, προς τον ενεργούντα για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων δικηγόρο κ. V. V., στην οποία επιβεβαιώνεται ότι ο τραπεζικός λογαριασμός όπου πιστώθηκαν τα κεφάλαια των αναιρεσιβλήτων ανήκε πράγματι στην Whiteleaf και όχι σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) και ότι τα στοιχεία που εμφανίζονται στα λογότυπα της Whiteleaf είναι ακριβή. 3) Δύο αποκόμματα από δημοσιεύσεις του οικονομικού οίκου Lipper Analytical Services International στις 18-3-1996 και στις 22-4-1996 αντίστοιχα στην εφημερίδα Wall Street Journal, όπου κατατάσσεται η Whiteleaf στην πρώτη και δεύτερη θέση εξ απόψεως επιδόσεως μεταξύ των εταιριών διαχείρισης κεφαλαίων της κατηγορίας της. 4) Την από 15-9-1998 επιστολή της Whiteleaf FX Management NV προς τους αναιρεσίβλητους, υπογεγραμμένη από τον αναιρεσείοντα σε ακριβή ελληνική μετάφραση και το από 8-3-1999 fax της Whiteleaf FX Management NV, υπογραφόμμενο επίσης από τον ίδιο, με τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι ενημερώνονται ότι η αξία του εναπομείναντος επενδυθέντος κεφαλαίου έχει πλέον διαμορφωθεί σε 115.287 δολ.
ΗΠΑ και στις 8-3-1999 σε 36.787 δολ. ΗΠΑ. 5) Το από 6-2-1997 Πιστοποιητικό Ελέγχου του ελεγκτικού οίκου STG- Coopers and Lybrand, με αντικείμενο την πιστοποίηση του Fund της Whiteleaf στην περίοδο 1994-1996. 6) Το από 27-9-2002 Σημείωμα των αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων αυτών σε βάρος του αναιρεσείοντος, η οποία έλαβε χώρα στις 20-9-2002. 7) Την από 13-10-2008 Πράξη του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου με την οποία τάσσεται στον αναιρεσείοντα προθεσμία για την υποβολή προτάσεων επί της αναίρεσης των αναιρεσιβλήτων στο πλαίσιο της δίκης για την κήρυξη της εκτελεστότητας στα ελβετικά δικαστήρια της 476/2002 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. 8) Την υπ' αριθ. 476/2002 απόφαση του Πρωτοδικείου Καστοριάς με την οποία σε συνέχεια αίτησης ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσίβλητων σε βάρος του, η οποία συζητήθηκε στις 20-9-2002 και διατάσσεται σε βάρος του το ασφαλιστικό μέτρο της προσημείωσης υποθήκης επειδή πιθανολογείται ότι δήθεν η Whiteleaf είναι δική του εταιρία και μέσω αυτής υπεξαίρεσε τα επίδικα κεφάλαια.
Ο λόγος αυτός, ως προς την υπ' αριθ. 1 αιτίαση, με την οποία γίνεται αναφορά, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας έμμεσης, κατ' άρθρον 261 ΚΠολΔ, ομολογίας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποιο ισχυρισμό αναφέρεται η ομολογία αυτή, αν ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε ειδικώς από τον αναιρεσείοντα και από ποιο δικόγραφο συνάγεται η επικαλούμενη ομολογία, πέραν του ότι, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας, κατά την ΚΠολΔ 261, από το δικαστήριο της ουσίας να συναγάγει ομολογία ή άρνηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, που δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων.
Περαιτέρω, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού η βραδεία προσκόμισή τους δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια", σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ρητή μνεία, αξιολόγηση και εκτίμηση, όλων των υπό στοιχ. 2-8 εγγράφων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως, ο ερευνόμενος κατά τα λοιπά, από την παραπάνω διάταξη (άρρθρο 559 αρ. 11 περ, γ' ΚΠολΔ) αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (έκτο), κατά το άλλο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει επί της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος εις βάρος των αναιρεσίβητων και της εντεύθεν περιουσιακής και ηθικής ζημίας αυτών από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς απόδειξη, ότι συνέτρεξαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα προαναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση, τα οποία δεν αρνήθηκαν, ούτε και αντέκρουσαν με οποιοδήποτε τρόπο οι αναιρεσίβλητοι (με τις προτάσεις τους ή την προσθήκη σ' αυτές), ούτε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. α` ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" που δεν προτάθηκαν θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, όπως είναι και η ανύπαρκτη βάση της αγωγής ή η λήψη υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της (Ολ. ΑΠ 294/1981). Δεν ιδρύεται όμως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, όταν ο ενάγων προς θεμελίωση της υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ζημιώσαντος αυτόν εναγομένου επικαλείται δόλο του τελευταίου και το δικαστήριο δέχεται, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ότι η υπαιτιότητα αυτού συνίσταται σε ενδεχόμενο δόλο, καθόσον στην έννοια του δόλου εμπεριέχεται και ο ενδεχόμενος, και επομένως στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του πράγματατα μη προταθέντα προς θεμελίωση αγωγικού ισχυρισμού.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ένατος (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 8 α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τέλεσε την εις βάρος των αναιρεσιβλήτων αδικοπραξία, συνισταμένη στο αδίκημα της απάτης, με ενδεχόμενο δόλο, ενώ στην αγωγή αποδίδεται σ' αυτόν ότι τέλεσε το αδίκημα αυτό ενεργώντας με δόλο, χωρίς αναφορά στην ανωτέρω διαβάθμιση.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική". Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) με την από 29-11-2005 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, την οποία απηύθυναν κατά του αναιρεσείοντος (εναγομένου), μόνιμου κατοίκου ..., με την οποία, αφού επικαλέστηκαν την αναφερόμενη σ' αυτήν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου (αδικοπραξία), συνισταμένη στην αξιόποινη πράξη της απάτης, ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός και με προσωπική κράτηση να καταβάλει στον καθένα από αυτούς, ως αποζημίωση, το ποσό των 144.246,51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24-6-1999, άλλως από την επίδοση της αγωγής, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς με την υπ' αριθ. 30/2007 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η αγωγή παραδεκτώς εισήχθη ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, καθόσον αυτά έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την επίλυση της επίδικης διαφοράς, στη συνέχεια, εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, την έκρινε νόμιμη και τη δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 149.246,51 ευρώ (144.246,51 ως αποζημίωση και 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, αφού προηγουμένως απέρριψε την υποβληθείσα από τον εναγόμενο, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, ένσταση πενταετούς παραφραφής της επίδικης αξίωσης, επικαλούμενος ότι οι ενάγοντες έμαθαν την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωσή τους στις 28-6-1999, άλλως στις 7-9-1999, και την ένδικη αγωγή άσκησαν στις 27-3-2006, χρόνο κατά τον οποίο είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 04-10-2007 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ζητώντας για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η εναντίον του αγωγή. Η παραπάνω έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά της εν λόγω δευτεροβάθμιας απόφασης ο αναιρεσείων (εναγόμενος) άσκησε την από 28-4-2009 αίτηση αναιρέσεως και τους από 27-8-2010 πρόσθετους λόγους ενώπιον του Αρείου Πάγου, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 711/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, απέρριψε από τους λόγους αναίρεσης τον πρώτο, με τον οποίο προβάλλετο η αιτίαση για υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το δεύτερο, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνετο ότι το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο στο οποίο περιλαμβάνεται η διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ, με την οποία προβλέπεται πενταετής παραγραφή και όχι το ελβετικό δίκαιο, στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 60 του ελβετικού Κώδικα Ενοχών, στο οποίο προβλέπεται ετήσια παραγραφή για τις ενοχές από αδικοπραξία, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ και τον τρίτο, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνετο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ με το να εφαρμόσει αυτήν ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα και ότι σε κάθε περίπτωση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η ένδικη αξίωση των εναγόντων υπέκυψε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή για τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους.
Ειδικότερα, ως προς τον λόγο αυτό αναιρέσεως έγινε δεκτό με την άνω αναιρετική απόφαση ότι το Εφετείο: "Δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. διά της μη εφαρμογής της διότι με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία κατά τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων (20-9-2002) το πρώτον οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της εκ μέρους του εναγομένου απατηλής συμπεριφοράς σχετικά με τη πραγματική κατάσταση της εταιρίας στην οποία ενέβασαν τα χρήματα τους και τη πραγματική σχέση του εναγομένου με αυτή ήτοι των περιστατικών εκείνων τα οποία ήσαν ικανά να θεμελιώσουν την ένδικη αγωγή σε βάρος του εναγομένου με βάση την αδικοπραξία που διαπράχθηκε από αυτόν με απάτη, με ελπίδες επιτυχίας και μέχρι το χρόνο άσκησης αυτής (27-3-2006) δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της πενταετίας και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος". Τελικώς, η άνω απόφαση του Αρείου Πάγου (711/2011) αναίρεσε την παραπάνω υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της αναίρεσης και του πρώτου των προσθέτων λόγων, κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους είχε προβληθεί από τον αναιρεσείοντα εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ και 386 Π.Κ., όπως οι λόγοι αυτοί συμπληρώθηκαν με την έκθεση του Εισηγητή.
Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση έγινε δεκτό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης διότι: α) δεν διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας του εναγομένου (δόλου) και συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση αν ο εναγόμενος με την απατηλή συμπεριφορά του επεδίωκε την πρόκληση της ζημίας ή αποδέχθηκε την πιθανότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνεπεία της παράνομης συμπεριφοράς του και β) δεν διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προκληθείσας ζημίας και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται πως με την πραγματοποίηση του εμβάσματος του ποσού των 48.000.000 ισπανικών πεσετών ύστερα από σχετική εντολή των εναγόντων στο λογαριασμό της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" υπέστησαν αυτοί ισόποση ζημία ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν μεταξύ της ζημίας και της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.
Ακολούθως δε παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας) συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Μετά την επαναφορά της υπόθεσης στο άνω δικαστήριο προς περαιτερω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος της, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 121/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία, κρίθηκαν και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι λόγοι της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που είχε αναιρεθεί με την προρρηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, σύμφωνα με το προεκτεθέν και αναφερόμενο στη δεύτερη σκέψη της παρούσης περιεχόμενο αυτής, εν συνεχεία του οποίου, δέχθηκε και τα ακόλουθα: " ....
Εξάλλου, ο εναγόμενος προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με την έφεσή του τον επικουρικό ισχυρισμό ότι η (τυχόν) αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στην πεναετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι από τις 28-6-1999, όταν για πρώτη φορά οχλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, άλλως από 7-9-1999, όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ανακοίνωσε σε αυτόν την πρόθεσή του να προχωρήσει σε αγωγή εναντίον του, μέχρι το χρόνο ασκήσεως αυτής, στις 27-3-2006, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμος, διότι όπως αποδείχθηκε, μέχρι τις 20-9-2002, οπότε συζητήθηκε η παραπάνω αναφερομένη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των εναγόντων κατά του ήδη εναγομένου, οι ενάγοντες δεν είχαν καταφέρει να συλλέξουν παρά μόνον την πληροφορία ότι η εταιρία "Whiteleaf FX Management NV" ήταν άγνωστη στη διεύθυνση που αναγραφόταν στα επιστολόχαρτα που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος και πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά την πραγματική κατάσταση για τη μορφή της εταιρίας αυτής, την έδρα της και την σχέση και το ρόλο του ενάγοντος σε αυτήν στις 20-9-2002, κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά του τελευταίου.
Πιο αναλυτικά, οι ενάγοντες, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατάφεραν να φθάσουν σε ουσιαστικό αποτέλεσμα πριν από την παραπάνω ημερομηνία (20-2-2002), διότι ο εναγόμενος απέφευγε συστηματικά να τους δώσει στοιχεία για την εταιρία, την οποία θεωρούσαν προσωπική του επιχείρηση, όπως ο ίδιος τους διαβεβαίωσε τηλεφωνικώς, ή σε κάθε περίπτωση ότι εξυπηρετεί συμφέροντά του.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος αρχικά παρέπεμπε τους ενάγοντες στη Νέα Υόρκη, όπου τους είχε παραστήσει ότι βρισκόταν η έδρα της, και στη συνέχεια, όταν οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι η έδρα της δεν βρίσκεται εκεί, ο εναγόμενος τους προέτρεψε να αναζητήσουν την εταιρία στις Ολλανδικές Αντίλλες, χωρίς όμως και πάλι να τους δώσει λεπτομερή στοιχεία.
Η απατηλή αυτή συμπεριφορά του εναγομένου, συνδυαζόμενη βέβαια με τη συστηματική χρησιμοποίηση από αυτόν, στην μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, εντύπων με προεκτυπωμένη την επωνυμία της εταιρίας "Whiteleaf FX Management NV" και τη διεύθυνση αυτής στη Νέα Υόρκη, καθώς και με την προσωπική ενημέρωση του εναγομένου προς τους ενάγοντες, με τις από 26-9-1997 και 14-1-1998 επιστολές τους, περί της τύχης των κεφαλαίων τους, σε συνδυασμό με την αποδοχή από τον ίδιο των από 10-7-1998 και 10-4-1998 εντολών τους προς ρευστοποίηση της προθεσμιακής καταθέσεώς τους, δημιούργησε στους ενάγοντες πεπλαμημένη αντίληψη των πραγμάτων, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της ζημίας τους και του προς αποζημίωση υποχρέου και αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά ακριβώς κατά τη συζήτηση της αιτήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, όταν οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι η εταιρία, στην οποία ενέβασαν τα κεφάλαιά τους για να τα διαχειριστεί, δεν ήταν προσωπική επιχείρηση του εναγομένου, αλλά εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα όχι τη Νέα Υόρκη, αλλά το Κουρακάο των Αντιλλών, με καταβεβλημένο εταιρικό κεφάλαιο μόλις 6.000 δολαρίων ΗΠΑ, χωρίς άλλη περιουσία και καταστατικό διαχειριστή μία άλλη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Intertrust (Curacao) NY", με έδρα επίσης το Curacao.
Επίσης, τότε αποκαλύφθηκε σ' αυτούς, με επίσημα στοιχεία ο ρόλος του εναγομένου, ότι δηλαδή είχε διατελέσει εξωτερικός ερευνητικός σύμβουλος της εν λόγω εταιρίας κατά τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 1996 έως το Δεκέμβριο του 1999. Επομένως, τότε για πρώτη φορά οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, δηλαδή όλων εκείνων των περιστατικών, τα οποία ήσαν ικανά να θεμελιώσουν εναντίον του την κρινόμενη αγωγή με ελπίδες επιτυχίας.
Συνακόλουθα, οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της (παραπάνω) ζημίας τους και του προς αποζημίωση υποχρέου ( εναγομένου) από 20-9-2002, οπότε και άρχισε, η προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή της αξιώσεώς τους και όχι από τότε που ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Επομένως, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής (27-3-2006) δεν είχε συμπληρωθεί η προτεινόμενη από τον εναγόμενο παραγραφή.
Υπό την παραδοχή αυτή, η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεως των εναγόντων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και μάλιστα την διάταξη του άρθρου 937 του ΑΚ, όπως άλλωστε κρίθηκε, κατά τρόπο δεσμευτικό αναφορικά με το παραπάνω νομικό ζήτημα, με τη με αριθμό 711/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και δεν έσφαλε σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων ".
Με τους έβδομο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλονται αντίστοιχα οι αιτιάσεις της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως του άρθρου 937 του ΑΚ, ότι, αφενός μεν τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό της άνω διατάξεως, αφετέρου δε με ασαφείς ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχεται το Εφετείο ότι οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση του υποχρέου προς αποζημίωσής τους αναιρεσείοντος και της ζημίας τους από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου, συνισταμένη στο αδίκημα της απάτης, την 20-9-2002, ώστε να μην έχει υποκύψει σε παραγραφή η επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση κατά τον χρόνο άσκηση της τελευταίας (27-3-2006), ενώ η ως άνω γνώση υπήρχε από τις 28-6-1999, άλλως από 7-9-1999, ώστε η άνω αξίωση κατά την άσκηση της αγωγής να έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, ανεξάρτητα από την βασιμότητα ή όχι αυτών, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον, η άνω περί παραγραφής ένσταση του αναιρεσείοντος, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αβάσιμη, όπως και ο αντίστοιχος περί τούτου λόγος της έφεσής του είχε κριθεί απορριπτέος με την υπ' αριθ.17/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, οι προβληθέντες δε λόγοι αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής, με τους οποίους είχαν προβληθεί, όμοιες με τις ανωτέρω, ως προς την ένσταση παραγραφής, αιτιάσεις, είχαν ομοίως απορριφθεί ως αβάσιμοι με την υπ' αριθ. 711/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ώστε η παραπάνω προταθείσα περί παραγραφής ένσταση να καλύπτεται από το δεδικασμένο (άρθρο 330 ΚΠολΔ), της προηγηθείσας εφετειακής απόφασης (17/2009), και να μην μπορούν να προταθούν παραδεκτώς οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, εφόσον το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την αναιρεσιβαλλομένη 121/2013 απόφασή του, συμμορφώθηκε με την παραπάνω αναιρετική απόφαση (711/201), παρά την πλεοναστική αιτιολογία του με την οποία επανεκτίμησε το λόγο εφέσεως που αφορούσε την προταθείσα ένσταση παραγραφής καταλήγοντας στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με την υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, αν και ο λόγος αυτός της έφεσης, μετά την αναιρετική απόφαση, ήταν απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 30-12-2013 αίτηση του Ε. Γ. (E. G.) για αναίρεση της υπ' αριθ. 121/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-12-2013 αίτηση του Ε. Γ. (E. G.) για αναίρεση της υπ' αριθ. 121/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1 Δεκεμβρίου 2014 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ