Legislator Case Law & Legislation
2149/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to insufficient reasoning on evidence evaluation.

Case Number 2149/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court relied on contradictory evidence while ignoring clear witness testimonies and prior ownership recognitions. The court rejected this, ruling that the appeal was inadmissible because it challenged the factual evaluation and weighing of evidence, which falls outside the Supreme Court's jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2, 568 § 1, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte if the opposing party was summoned lawfully, but it does not review the factual evaluation, weighing, and assessment of evidence by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation property ownership Supreme Court jurisdiction insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 280 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2149 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2149/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Μιχαήλ Τζεφεράκο.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Πισσάνη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια του αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4905/1996 μη οριστική, 2469/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1921/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η διάταξη του άρθρου αρθρ.280 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία θεωρείται ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο διάδικος που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, καίτοι δεν αναφέρεται στις διατάξεις που παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική (Ολ.ΑΠ 1/1996), ενόψει και του γεγονότος ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (241 ΚΠολΔ).

Ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (576 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Τζεφεράκο, ο οποίος όμως παραστάθηκε μόνον για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από αυτό.

Συνεπώς, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, από την ... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος, προκύπτει ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 07-09-2007 αίτησης για αναίρεση της 1921/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από την αίτηση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23.09.2009) του Δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε με εντολή της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, στον αναιρεσείοντα νομίμως και εμπροθέσμως.

Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. II.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθ.8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι πράξεις νομής στα επίδικα δύο (2) αγροτεμάχια έκανε αρχικώς ο ...

και μετά τον θάνατο του και συνέχεια μέχρι το 1990 η σύζυγός του, ενώ όπως προέκυπτε από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 4905/1996 και 1860/ 2005 τελεσίδικες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με άλλους εναγομένους), πράξεις νομής επ' αυτών έκανε μόνον αυτός πλέον της 50ετίας. Η αιτίαση όμως αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την προδιαλαμβανόμενη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

III.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια, ενώ ως αίτημα νοείται κάθε αίτημα που εισάγεται με αυτοτελή αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι όμως κατά κανόνα η ένσταση και η αντένσταση, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αρχικώς εναγομένης ..., στην δικονομική θέση της οποίας, λόγω θανάτου της, υπεισήλθε ο ήδη αναιρεσίβλητος, και για τα δύο επίδικα ακίνητα, ενώ η προταθείσα από αυτήν ένσταση αφορούσε μόνο έκταση 1.000 τ.μ του δευτέρου ακινήτου, είναι απαράδεκτος, διότι, και αληθής υποτιθέμενη η εν λόγω αιτίαση, δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη .

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα διότι έκανε δεκτή ένσταση ίδιας κυριότητας της αρχικώς εναγομένης και για τα δύο επίδικα ακίνητα (των 357 και 3120,80 τ.μ), ενώ η προταθείσα από αυτήν ένσταση αφορούσε μόνο έκταση 1.000 τ.μ του δευτέρου ακινήτου. 'Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), με αυτήν απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 28-8-1995 διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία στηριζόταν ως προς τον τρόπο κτήσεως κυριότητας των επίδικων ακινήτων στην έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος ασκούσε πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα επί τον απαιτούμενο χρόνο της εικοσαετίας πριν την άσκηση της και όχι κατ' αποδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητας εκ μέρους της ως άνω εναγομένης, η έρευνα της οποίας, άλλωστε, προϋπέθετε ευδοκίμηση του αγωγικού ισχυρισμού περί κτήσεως της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

IV. ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων εκ μέρους του με έκτακτη χρησικτησία, "στηριχθέν στην κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου ...και στα προσκομιζόμενα από τον αντίδικο συμβόλαια, ενώ με αόριστη αιτιολογία δεν έλαβε υπόψη τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων του ...

και ..., που έχουν άμεση αντίληψη και ιδία γνώση της υπόθεσης, επίσης δεν έλαβε υπόψη ότι έναντι των ... και ... είχα αναγνωριστεί κύριος των επιδίκων αγροτεμαχίων τελεσίδικα και αμετάκλητα ως και ότι εγώ έκανα τις πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό τους". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν κατείχε με διάνοια κυρίου τα επίδικα δύο ακίνητα επί μία τουλάχιστον εικοσαετία πριν από την έγερση της αγωγής (28-8-1995) και έτσι δεν απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα κυριότητας, διατυπώνεται χωρίς αντιφάσεις με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμένη απόφαση.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), που υποβλήθηκε κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.200 Ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 07-09-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 1921/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ