2149/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2149/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Full text
Απόφαση 2149 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2149/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, για αναίρεση της ΒΤ 6294/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1951/2005.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 84 παρ.1, 86 παρ.4, 6 και 7 του Κωδικοποιημένου Νόμου 792/1978, όπως οι παρ. 4 και 7 αντικαταστάθηκαν με άρθρα 1 παρ.4 και 5 εδ.α' του Ν. 1711/1987 "που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση της νομοθεσίας για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείου (ΝΑΤ) και άλλες διατάξεις", σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/1967, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 5 εδ.β' του ανωτέρω νόμου 1711/1987 και επί των οφειλόμενων από το Ναυτολόγιο ασφαλιστικών εισφορών, προκύπτει ότι οι υπέχοντες υποχρέωση καταβολής στο ΝΑΤ των οφειλόμενων από το Ναυτολόγιο ή βεβαιούμενων ασφαλιστικών εισφορών πλοιοκτήτες, εφοπλιστές και εν γένει εκπρόσωποι στην Ελλάδα των πάσης φύσεως εταιριών ή επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται πλοία, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, αν δεν καταβάλουν μέσα σε δέκα ημέρες από τη συμπλήρωση τριών μηνών από την έκδοση του Ναυτολογίου, τις βαρύνουσες τους ίδιους εισφορές (εργοδοτικές), καθώς και τις παρακρατούμενες από τους εργαζόμενους σ'αυτούς, με σκοπό αποδόσεως στο ΝΑΤ, ασφαλιστικές εισφορές.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, για τον απαρτισμό της εννοίας των εγκλημάτων της μη καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται, αντικειμενικώς α) οφειλή του εργοδότη από ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και από παρακράτηση από τους εργαζόμενους σ'αυτόν ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τους τελευταίους και β) μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη συμπλήρωση τριών μηνών από την έκδοση του Ναυτολόγιου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της προδιαλφθείσας υποχρεώσεως του και περαιτέρω, τη θέληση ή αποδοχή παραλείψεως εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του αυτής, εντός της παραπάνω προθεσμίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.2408/1996, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών, που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αποτελεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για την καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών στο ΝΑΤ, ότι δεν εκπροσωπούσε την εργοδότρια εταιρεία κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε η υποχρέωση στην εταιρεία προς καταβολή στο ΝΑΤ των ανωτέρω ασφαλιστικών εισφορών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατά το είδος του αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομοτύπως στο ακροατήριο και έγγραφα, που αναγνώστηκαν), αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, όντας εκπρόσωπος της εταιρείας "..." στην πλοιοκτησία της οποίας ανήκε το υπό ελληνική σημαία πλοίο ..., νηολογίου Πειραιά, δεν κατέβαλε, εντός δέκα ημερών από τη λήξη εκάστου εξαμήνου από την έκδοση του υπ'αριθμ. 486/1997 ναυτολογίου λιμένος Πειραιώς, στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο τις εργοδοτικές και εργατικές ασφαλιστικές εισφορές του πληρώματος, του εν λόγω πλοίου, που απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 25-7-1997 μέχρι 23-3-2000, οι οποίες ανήρχοντο στο ποσό των 12.302,42 Ευρώ και 10.767,78 €, αντιστοίχως. Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο των εγκλημάτων της μη καταβολής στο ΝΑΤ των οφειλόμενων κατά τα άνω: α) εργοδοτικών και β)εργατικών ασφαλιστικών εισφορών και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40€ ημερησίως.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου των εγκλημάτων της παραλείψεως καταβολής στο ΝΑΤ των οφειλόμενων εργοδοτικών και εργατικών εισφορών.
Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι δεν εκπροσωπούσε την εργοδότιδα εταιρεία κατά το χρόνο που δημιουργήθηκε η υποχρέωση αυτή προς καταβολή στο ΝΑΤ των ανωτέρω εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, εν όψει του ότι τότε δεν ήταν πρόεδρος αυτής αλλά αντιπρόεδρος, δεν ήταν απαραίτητη, αφού ο ισχυρισμός αυτός συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, άρνηση της κατηγορίας, δεδομένου ότι η ιδιότητα του εκπροσώπου της εγοδότιδας εταιρείας κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των ειρημένων εγκλημάτων.
Τέλος, δεν έχρηζε ιδιαίτερης αιτιολόγησης η απόρριψη του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος ως εκ του ότι "μέρος της αξιώσεως (εγκλήματος) έχει υποκύψει σε παραγραφή, είναι δε απαράδεκτη η συμπλήρωση (διόρθωση) του κλητηρίου θεσπίσματος στο ακροατήριο", αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αοριστία του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, ότι από την έναρξη του χρόνου παραγραφής των ανωτέρω εγκλημάτων πέρασε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της οκταετίας μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξαρτήτως του ότι η ένσταση του κατηγορουμένου περί αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος καλύφθηκε, εφόσον δεν προτάθηκε ως λόγος έφεσης κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας εκκλητής πρωτοβάθμιας απόφασης, όπως αυτό προκύπτει από την έκθεση εφέσεως κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης και ως εκ τούτου, η απόρριψή της, έστω και αναιτιολογήτως δεν μπορεί να ιδρύσει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και μετά ταύτα επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠολΔ.)
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 25 Οκτωβρίου 2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθ. ΒΤ 6294/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ