2148/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2148/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
Full text
Απόφαση 2148 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2148/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. του Α. και 2 Μ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γρηγόριο Γερασίμου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Μ. του Γ., 2 Γ. Μ. του Χ., κατοίκων αμφοτέρων .., αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Παντελή Μήτση, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις και 3. Της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Συνεταιριστική Ασφαλιστική" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 26-5-2010 αγωγή των 1ου και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση: 218/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-12-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 23-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 218/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το μέρος της που απέρριψε την από 21-10-2011 έφεση των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την υπ' αριθ. .../24-5-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες παρά την απουσία της πιο πάνω τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Συνεταιριστική Ασφαλιστική Α.Ε.Ε.Γ.Α.".
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 218/2012 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-8- 2009 και περί ώρα 04:15 π.μ., ο διάδικος Χ. Μ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, του οποίου κύριος ήταν ο διάδικος Γ. Μ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Συνεταιριστική Ασφαλιστική", έβαινε με ταχύτητα περίπου 40 χμ/ω επί της οδού ...
στην …, με κατεύθυνση από το Νοσοκομείο προς το Δικαστικό Μέγαρο. Η ανωτέρω οδός σε όλο το μήκος της, στο ύψος του δημοτικού χώρου στάθμευσης οχημάτων, έχει πλάτος 9 μ., τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή διαχωριστική γραμμή, κατά τις νυκτερινές ώρες φωτίζεται επαρκώς με τεχνητό φωτισμό, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι πενήντα (50) χιλιόμετρα ανά ώρα.
Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, το δεξί ρεύμα πορείας της οδού ήτοι, της πορείας του ανωτέρω οχήματος σε πλάτος περίπου 2,2 μ. ήταν κατειλημμένο από διαφημιστικές πινακίδες των παρακείμενων καταστημάτων και από άλλα οχήματα που είχαν σταθμεύσει μπροστά από αυτές. Έτσι, ο ανωτέρω οδηγός ήταν υποχρεωμένος να κινείται στο εναπομείναν πλάτος του ρεύματος πορείας του, το οποίο, όμως, δεν επαρκούσε και έτσι κινούνταν επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής.
Την ίδια χρονική στιγμή, ο διάδικος Δ. Κ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μοτοποδήλατο, το οποίο ήταν ανασφάλιστο και έβαινε την πάροδο ... προς τη συμβολή της με την οδό ..., με σκοπό να κινηθεί επί της τελευταίας. Πράγματι, όταν έφτασε στη συμβολή των οδών, έστριψε αριστερά επί της οδού ... με κατεύθυνση προς Νοσοκομείο, με ταχύτητα περίπου 40 χμ/ω, και διασχίζοντας διαγώνια το ρεύμα πορείας του, αφού διένυσε απόσταση περίπου 17 μ.
κινήθηκε προς το κέντρο του οδοστρώματος, όπου εκείνη τη στιγμή κινούνταν από την αντίθετη πλευρά το ανωτέρω αναφερόμενο υπ' αρ. κυκλ. ... αυτοκίνητο και επέπεσε με το αριστερό μέρος του μοτοποδηλάτου του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του τελευταίου. Ο οδηγός του τελευταίου οχήματος έως και τη στιγμή της σύγκρουσης δεν είχε αντιληφθεί την πορεία που επρόκειτο να ακολουθήσει το μοτοποδήλατο και έτσι δεν πρόλαβε να τροχοπεδήσει, παρά μόνο μετά τη σύγκρουση.
Από το ατύχημα υπέστησαν υλικές ζημιές αμφότερα τα οχήματα και τραυματίστηκε η διάδικος Μ. Μ., η οποία επέβαινε στο παραπάνω μοτοποδήλατο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι οδηγοί των ανωτέρω οχημάτων είχαν καταναλώσει αλκοόλ, ο μεν οδηγός του αυτοκινήτου 0,70 mg/l, ο δε οδηγός του μοτοποδηλάτου 0,58 mg/l.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το υπό κρίση ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου, καθόσον αυτός επέδειξε αμέλεια κατά την οδήγηση του οχήματος του, αφού, έχοντας καταναλώσει αλκοόλ, οδηγούσε το όχημα του κατά τρόπο επικίνδυνο και, ενώ το ρεύμα πορείας του, πλάτους 4,5 μ.
ήταν ελεύθερο, εκείνος κινήθηκε προς το κέντρο της οδού και ενώ ήδη κινούνταν εκεί άλλο όχημα, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση του οχήματος του με το αντιθέτως κινούμενο όχημα. Ειδικότερα ο παραπάνω οδηγός κινούμενος επί παρόδου της οδού ... και προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά για να εισέλθει στην οδό ...
με κατεύθυνση προς Μαργαρώνα, όταν εισήλθε στην οδό ... δεν κινήθηκε, όπως είχε υποχρέωση προς το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας προς Μαργαρώνα, πραγματοποιώντας τη στροφή όσο μπορούσε κλειστή, αν και στο εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας είχε πλάτος πλέον των 4,50 μέτρων, στo οποίο μπορούσε άνετα να κινηθεί, αλλά αντιθέτως πραγματοποίησε ανοιχτή στροφή προς το κέντρο της οδού ...
και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς το Δικαστικό Μέγαρο. Επομένως ο παραπάνω οδηγός παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 3, 5 παρ. 3 α', 8 α', 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 42 του ΚΟΚ, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος. Αντιθέτως, ο διάδικος Χ.
Μ., δεν παρέβη κάποια διάταξη του Κ.Ο.Κ συμβάλλοντας έτσι στην πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος, αφού αυτός, λόγω των περιστάσεων ήταν υποχρεωμένος να κινείται επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, κατά την ώρα δε της κίνησης του το αντίθετο ρεύμα ήταν ελεύθερο αφού δεν είχε ακόμη εισέλθει σ'αυτό το μοτοποδήλατο.
Επιπλέον, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει κανέναν αποφευκτικό ελιγμό, όπως η τροχοπέδηση ή μετακίνηση του δεξιότερα στο ρεύμα πορείας του, διότι δεν ήταν δυνατό να προβλέψει την πορεία του οδηγού του μοτοποδηλάτου και επίσης διότι το δεξιό άκρο του ρεύματος του ήταν, όπως προαναφέρθηκε, κατειλημμένο από άλλα οχήματα.
Τέλος, η κατανάλωση από αυτόν αλκοόλ δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού δεν επηρέασε την ορθή οδηγητική του συμπεριφορά. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται τόσο από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε το Τμήμα Τροχαίας Πρέβεζας και τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν, ενισχύονται δε και από την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Σ.
Π., ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας, καθώς συνεπέβαινε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο διάδικος Χ. Μ.. Τα αναφερόμενα στην από 21-10-2011 έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων ότι ο εφεσίβλητος Χ. Μ. κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα και ότι εισήλθε στο ρεύμα πορείας του Δ.Κ., παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν.
Αντίθετα από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο αρχικελευστής του Λ.Σ Β. Γ., το σημείο σύγκρουσης των δυο οχημάτων είναι επάνω ακριβώς στην διαχωριστική γραμμή. Για την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως ο μάρτυρας απόδειξης Σ. Π., χημικός - μηχανικός, ο οποίος επέβαινε στο παραπάνω όχημα και ο οποίος κατέθεσε για την ενόψει των περιστάσεων μεγάλη ταχύτητα των 40-50 χιλιομέτρων με την οποία έβαινε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου και για την πτώση του μοτοποδηλάτου επί του ακινητοποιημένου οχήματος του.
Ενόψει των παραπάνω, η κατανάλωση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,70 mg/l από τον διάδικο Χ. Μ., δεν είχε καμιά επίδραση στο ατύχημα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ορθά η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος στο οποίο τραυματίστηκε η επιβαίνουσα στο μοτοποδήλατο Μ. Μ. ήταν ο Δ. Κ., ο οποίος επί πλέον της μη ορθής οδήγησης, δεν είχε την νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης, δεν είχε ασφαλισμένο αυτό και επί πλέον οδηγούσε υπό την επίδραση αλκόολ σε ποσοστό 0,58 mg/l γι' αυτό και ορθά απέρριψε την ένδικη αγωγή των παραπάνω εναγόντων ως αβάσιμη στην ουσία της και καταδίκασε τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων της αγωγής αυτής.
Ενόψει της αποκλειστικής υπαιτιότητας του παραπάνω οδηγού Δ.Κ. στην επέλευση του ατυχήματος, στο οποίο επέβαινε η τραυματισθείσα Μ. Μ., παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων εφέσεων, που περιέχονται στην από 21-10-2011 και αφορούν τα διάφορα αιτούμενα κονδύλια".
Το Εφετείο με το ν' απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος και απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και 4 παρ., 5 παρ. 3α, 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ., καθόσον από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού Δ. Κ. και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η υπαγωγή δε των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και δεν δικαιολογούσε την παραδοχή συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου οδηγού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων πιο πάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η ανυπαρξία οποιουδήποτε βαθμού συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού Χ. Μ. που κατ' αιτιώδη συνάφεια οδήγησε στο ένδικο ατύχημα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας δηλαδή οποιουδήποτε βαθμού συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού Χ.
Μ. και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά του αναιρεσείοντες σε αντίθεση: α) με το ότι το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος που εκινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος επέτρεπε σ' αυτόν βα μην εφάπτεται με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του (επί της οποίας επέπεσε το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων) της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων, β) με το ότι το Εφετείο δικαιολογεί αδυναμία του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, στο να ενεργήσει κατά την πορεία του αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, καίτοι απέμενε μεταξύ της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου που ήταν σταθμευμένο προσωρινά στο ίδιο ρεύμα πορείας και στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος πλάτους 0,50μ.
είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος δεν επέτρεπε στον πρώτο αναιρεσίβλητο οδηγό να πραγματοποιήσει κανένα αποφευκτικό ελιγμό όπως η τροχοπέδηση, ή η μετακίνησή του δεξιότερα στο ρεύμα πορείας του διότι ενόψει της αιφνίδιας και τελείως απρόβλεπτης κινήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατόν ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός να προβλέψει την πορεία του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του μοτοποδηλάτου όταν το ρεύμα πορείας, στο οποίο επρόκειτο να εισέλθει συνολικού πλάτους 4,50μ.
ήταν εντελώς ελεύθερο από άλλα οχήματα, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος ο αναιρεσίβλητος και να απορρίψει τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και την έφεσή τους στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το από 8-8-2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του αρχικελευστή Π.Σ.
Γ. Β. από το οποίο κατά την προβαλλόμενη προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι επάνω ακριβώς στην διαχωριστική γραμμή.
Προβάλλουν ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από το οποίο προκύπτει ότι το σημείο συγκρούσεως είναι πέραν της διαχωριστικής γραμμής δηλ. στο αντίθετο ρεύμα από το οποίο εκκινείτο το αυτοκίνητο. Σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι δεν πρόκειται περί εσφαλμένης αναγνώσεως του πρόχειρου σχεδιαγράμματος, αλλά εξαγωγής εξ αυτής από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα και όχι επί της διαχωριστικής γραμμής πλήττοντας πλέον την ουσιαστική αντίθετη κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείου του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων πρώτου και δευτέρου (άρθρο 186 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 218/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης με τα υπ' αριθ. 1634308 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Πρέβεζας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ