Legislator Case Law & Legislation
2148/2007 AI generated

2148/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2148/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2148/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πρώτη, 457/2006, οριστική απόφασή του, αφού δεν δέχθηκε ότι ο επίμαχος συμβατικός όρος έχει την έννοια, που η αναιρεσείουσα επικαλείται με την αγωγή της, αλλά ότι έχει τη σαφή έννοια, σύμφωνα με την οποία, εάν η κατασκευή από την αναιρεσίβλητη της πολυόροφης οικοδομής στο παρακείμενο της πολυκατοικίας του μισθίου κτήμα .....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2148 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2148/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλάτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΠΑΜΠΗΣ ΒΩΒΟΣ ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που έχει το κέντρο των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων στο Ν. Ψυχικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαννακάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-4-2003 αγωγή και ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας και των Χ2 και Χ3, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3662/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 290/2005 μη οριστική και 457/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 15-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των άλλων λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ.1 περιπτ. β΄ του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι αποφάσεις των Εφετείων, για να μπορεί να προσληφθούν με αναίρεση, πρέπει να είναι οριστικές. Οι μη οριστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο διατάζει την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφηνήσεων σχετικών με την υπόθεση, κατά το άρθρο 245 παρ.1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί μαζί με την οριστική και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτών η αναίρεση αρκεί, βέβαια, να υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά της μη οριστικής απόφασης. (Κ.Πολ.Δ 566 παρ.1). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος, με το οποίο προσβάλλεται αυτοτελώς η 290/2005 απόφαση του Εφετείου, η οποία δεν είναι οριστική, αφού, όπως από αυτή προκύπτει, το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας των συνεκδικασθεισών εφέσεων, αλλά ανέλαβε την οριστική κρίση του και διέταξε την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους για να υποβληθούν ερωτήσεις και να παρασχεθούν διευκρινήσεις επί συγκεκριμένων θεμάτων, χωρίς να προβάλλεται λόγος αναιρέσεως που να αφορά την εν λόγω μη οριστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 556 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως από τον διάδικο, που είχε συμμετάσχει νομοτύπως στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος στο πρόσωπό του, που αναφέρεται σε κάποιο όφελος, που προσδοκά από την εξαφάνιση της παραπάνω αποφάσεως σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται και οι βάσεις της αγωγής και τα θεμελιούντα αυτές και τα επιμέρους αιτήματα τους περιστατικά και συνεπώς η παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτης βάσεως συνιστά πλημμέλεια, που εμπίπτει στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, που επιτρεπτώς επισκοπείται από το δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτή η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη συνδρομή των προϋποθέσεων όρου της συμβάσεως μισθώσεως, που κατάρτισε, με την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τον οποίο, εκτός άλλου σε περίπτωση ματαιώσεως για οποιονδήποτε λόγο της ανταλλαγής του μισθίου διαμερίσματος με άλλο διαμέρισμα της μισθώτριας αναιρεσίβλητης στην πολυόροφη οικοδομή, που αυτή θα κατασκεύαζε στο παρακείμενο κτήμα ....., το μηνιαίο μίσθωμα για την επόμενη της αρχικώς συμφωνημένης διετούς διάρκειας της μισθώσεως διετία, που θα συνομολογούσαν οι συμβαλλόμενοι και σε περίπτωση διαφωνίας τους θα προσδιόριζε το αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, θα ανερχόταν τουλάχιστον στο διπλάσιο του αρχικού συμφωνημένου μισθώματος των 630,96 ευρώ, ήτοι σε 1261,92 ευρώ, ζήτησεί κυρίως να καθοριστεί το μηνιαίο μίσθωμα για τη νέα διετία της μισθώσεως 1-4-2003 έως 31-3-2005 στο ποσό των 2.277 ευρώ και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σ' εκείνη (αναιρεσείουσα) υπόλοιπο του μισθώματος για το μήνα Απρίλιο του 2003 εκ 1.653,50 ευρώ και τη διαφορά της συνομολογηθεισης και σε ένα μηνιαίο μίσθωμα συνισταμένης εγγυήσεως εκ 1,596,40 ευρώ.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πρώτη, 457/2006, οριστική απόφασή του, αφού δεν δέχθηκε ότι ο επίμαχος συμβατικός όρος έχει την έννοια, που η αναιρεσείουσα επικαλείται με την αγωγή της, αλλά ότι έχει τη σαφή έννοια, σύμφωνα με την οποία, εάν η κατασκευή από την αναιρεσίβλητη της πολυόροφης οικοδομής στο παρακείμενο της πολυκατοικίας του μισθίου κτήμα .....

θα συνεχιζόταν και κατά επόμενο της αρχικής διετούς διάρκειας της συμβάσεως διάστημα, το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμοζόταν σε ποσοστό τουλάχιστον 10%, και αφού περιατέρω έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της συμφωνίας αυτής, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, καθόρισε το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα κατά το διάστημα παρατάσεως της μισθώσεως από 1-4-2003 έως 7-3-2005 αυξημένο κατά ποσοστό 20%, ήτοι σε 757,20 ευρώ και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τη διαφορά της εγγυήσεως εξ 128,47 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' ορθή εκτίμηση εκ του αριθμού 8 (και όχι 9, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά το μέρος, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, έλαβε υπόψη βάση της αγωγής και θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, που δεν είχαν προταθεί.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως προτείνεται χωρίς έννομο συμφέρον από την αναιρεσείουσα, αφού, σε περίπτωση παραδοχής του και αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το άνω μέρος, δεν προσδοκά αυτή κανένα όφελος, διότι η ένδικη αγωγή της, ως φερόμενη να μη έχει βάση, εκείνη που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, θα απορρίπτετο στο σύνολό της.

Επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως είχαν προσκομίσει με επίκληση οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή, προκειμένου περί εγγράφων, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση και των ως άνω συγκεκριμένων εγγράφων.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, υπό την έννοια, ότι δεν εκθέτει στην απόφαση του, ούτε γενικώς ούτε ειδικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του αυτού ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό κι έτσι κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό και να παρατίθεται κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο;

που φέρεται ότι δέχτηκε η απόφαση, να μπορεί ο Αρειος Πάγος να κρίνει, αν υπάρχει διαγνωστικό λάθος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση και το έγγραφο της συμβάσεως μισθώσεως αναφορικώς με τη συμφωνία των διαδίκων για την ελάχιστη αύξηση του μισθώματος στο διπλάσιο του καταβαλλομένου κατά την επίδικη χρονική περίοδο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ρητώς βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, άρα και για εκείνο που αφορά την ως άνω συμφωνία των διαδίκων, έλαβε υπόψη και την ένορκη βεβαίωση, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώ από τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση αναφορά στο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η μίσθωση και από την κατά λέξη παράθεση του περιεχομένου του άρθρου 19 του μισθωτηρίου εγγράφου, που αναφέρεται στην παράταση της μισθώσεως και την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε καθεμία από τις μνημονευόμενες περιπτώσεις, συνάγεται σαφώς, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του συλλογισμού αναφορικώς με την επίμαχη συμφωνία αυξήσεως του μισθώματος και το έγγραφο της συμβάσεως μισθώσεως.

Επίσης, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης χωρίς να υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο ρητώς βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι το αποδεικτικό του πόρισμα σχημάτισε από τα κατ' είδος μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένως από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι, την προσδιοριζόμενη ένορκη βεβαίωση και τις ενώπιον του διασαφήσεις των διαδίκων.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως από το αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττεται η ίδια αναιρεσιβαλλόμενη για παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου της συμβάσεως μισθώσεως. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος κι επομένως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο, που δέχτηκε το Εφετείο ότι έχει το μισθωτήριο έγγραφο, ούτε παρατίθεται σε αυτό το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.

Τέλος, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, καθόσον αφορά την εκ του αριθμού 12 του αυτού ως άνω άρθρου πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αόριστος, διότι δεν γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, που να φέρονται ότι τη θεμελιώνουν.

Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, η παρά το νόμο λήψη υπόψη των οποίων χωρίς να προταθούν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως κι έτσι θεμελιώνουν το αίτημα τους. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του αυτού ως άνω άρθρου ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Εν προκειμένω, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση η αιτίαση, ότι αποφάνθηκε πως η γενόμενη από τη μισθώτρια αναιρεσίβλητη καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως ήταν νόμιμη βάσει των κανόνων της καλής πίστεως, καίτοι δεν είχε προταθεί σχετικός ισχυρισμός και δεν είχε υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα.

Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από τις ίδιες ως άνω πλημμέλειες ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι αποφάνθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει υποχρέωση αποζημιώσεως της αναιρεσειούσης για την αθέτηση των προς αυτή υποσχέσεων της, καθόσον δεν είχε συνταγεί περί αυτών συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, καίτοι επίσης δεν είχε προταθεί σχετικός ισχυρισμός και δεν είχε υποβληθεί αντίστοιχη αίτηση.

Οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι δεν προκύπτει από την απόφαση, ότι έκρινε επί των πιο πάνω ζητημάτων, η δε κρίση του Εφετείου, που διαλαμβάνεται στον ως άνω πέμπτο αναιρετικό λόγο, είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στο ότι ο επίμαχος συμβατικός όρος για αναπροσαρμογή του μισθώματος έχει την έννοια, που δέχθηκε το δικαστήριο και όχι εκείνη την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται με την αγωγή της.

Τέλος, οι ίδιοι άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1, 10, 12, 13, 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αόριστοι και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο περιστατικά, που να τις θεμελιώνουν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση των αποφάσεων 457/2006 και 290/2005 του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, τα οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ