2147/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/1/2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2147/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 31-01-2014 αίτηση, η οποία έχει κατατεθεί νομίμως τόσο στη γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων, όσο και στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, την 31-01-2014, ζητείται η αναίρεση της υπ` αριθμ. 363/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και της υπ` αριθμ. 58/2012 οριστικής επίσης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2147 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2147/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Τ. χήρας Δ. Μ., το γένος Δ. Μ., 2) Τ. Β. του Β., κατοίκων ..., 3) Β. Β. του Τ., κατοίκου ..., 4) Θ. συζύγου Κ. Ρ., θυγατέρας Τ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζαφείρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. συζύγου Λ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσεβρενή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/1/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 31/1/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 363/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και την απόρριψη της ίδιας αίτησης ως απαράδεκτης για αναίρεση της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 58/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, για την περίπτωση δε που η αίτηση κριθεί παραδεκτή για αναίρεση της τελευταίας αυτής αποφάσεως, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση που περατώνει οριστικά την όλη δίκη, τούτο δε διότι, αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, κατά τα μεταβιβασθέντα με την έφεση κεφάλαιά της, ενώ αν αυτή απορριφθεί, η πρωτόδικη ενσωματώνεται στη εφετειακή, σφάλματα δε της πρωτόδικης θεωρούνται ως σφάλματα και της εφετειακής (Ολ.ΑΠ 40/1996).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 496/2010).
Από αυτά συνάγεται περαιτέρω ότι σε αναίρεση υπόκειται και η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως προς τις οριστικές της διατάξεις (κεφάλαια) που δεν προσβλήθηκαν με έφεση ή προσβλήθηκαν απαράδεκτα, αλλά όμως μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία περατώνεται η όλη δίκη, για το παραδεκτό δε της αναίρεσης αυτής και κατά της πρωτόδικης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, η κατάθεση του δικογράφου της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την συμπροσβαλλόμενη οριστική (ΑΠ 343/2013, 1823/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 31-01-2014 αίτηση, η οποία έχει κατατεθεί νομίμως τόσο στη γραμματεία του Εφετείου Ιωαννίνων, όσο και στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, την 31-01-2014, ζητείται η αναίρεση της υπ` αριθμ. 363/2013 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και της υπ` αριθμ. 58/2012 οριστικής επίσης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 6-12-2010 (αριθ. κατ. 1705/8-1202010) αγωγή της εναντίον των αναιρεσειόντων, επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά εις βάρος της που συνιστούσε συκοφαντική δυσφήμιση, προσέβαλαν την προσωπικότητά της και την μνήμη των γονέων της, καθόσον με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας προς αντίκρουση της αγωγής που είχε ασκήσει εναντίον τους για διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων τους, ισχυρίσθηκαν ότι δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του πατέρα τους Δ.
Μ., διότι δεν είναι γνήσιο τέκνο αυτού, αφού γεννήθηκε ένα έτος μετά το θάνατό του, από τις εντός του πενθίμου ενιαυτού σχέσεις της μητέρας τους με τρίτο άγνωστο πρόσωπο, γεγονός που ήταν ψευδές και οι εναγόμενοι γνώριζαν την αναλήθειά του, ζήτησε, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, κατά την ειδικότερη διαφοροποίηση που γίνεται στην αγωγή, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά λόγω προσβολή της προσωπικότητάς της και της προσβολής της μνήμης καθενός από τους γονείς της, με την απαγγελία εις βάρος τους και προσωπικής κράτησης λόγω της αδικοπραξίας τους, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης που θα εκδοθεί.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την συμπροσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 58/2012 οριστική απόφασή του, α) απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αιτούμενο από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω της προσβολής εκ μέρους των εναγομένων της μνήμης του τεθνεώτος πατέρα της, β) δέχθηκε εν μέρει κατά τα λοιπά την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα νομιμοτόκως, η πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, οι δε λοιποί, εις ολόκληρον καθένας, το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ και γ) απήγγειλε εις βάρος εκάστου των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασής του.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 5-10-2012 έφεσή τους, προσβάλλοντας αυτήν ως νόμω και ουσία αβάσιμη, απαράδεκτη, αναληθής και αναπόδεικτη για τους ειδικότερα αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, ζητώντας ακολούθως, την εξαφάνιση αυτής ως προς όλα τα κεφάλαια και τις διατάξεις της, επί τω τέλει, όπως απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αντιδίκου τους καθ' όλα τα κεφάλαια και αιτήματά της και επομένως, και ως προς το ειδικότερον κεφάλαιο και αίτημα αυτής, το οποίο αναφέρεται στην απαγγελία προσωπικής κρατήσεως εις βάρος των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης που θα εκδοθεί.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τυπικά την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατά τα ανωτέρω είχε εκκληθεί, ως προς όλα τα κεφάλαια και τις διατάξεις της, και ακολούθως απέρριψε αυτήν κατ' υσίαν. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικό στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και μάλιστα ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο.
Κατ’ακολουθίαν, όταν η διαδικαστική πράξη παρουσιάζει ελαττώματα, είτε κατά το πραγματικό είτε κατά τις έννομες συνέπειες, είτε κατά τη λειτουργία της τελολογικής σχέσης του πραγματικού της με τα αντικειμενικώς επιδιωκόμενα έννομα ή πραγματικά αποτελέσματά της, πρόκειται για ανίσχυρη διαδικαστική πράξη.
Οι διαβαθμίσεις δε του ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων εκτυλίσσονται σε τέσσερις κατά βάση βαθμίδες, και συγκεκριμένα στην πρώτη, κατά την οποία κρίνεται το υποστατό αυτής, στη δεύτερη, κατά την οποία εξετάζεται το ενεργό αυτής, στην τρίτη, κατά την οποία κρίνεται το παραδεκτό, και στην τέταρτη, κατά την οποία κρίνεται το βάσιμο αυτής.
Ειδικότερα, η κρίση για το παραδεκτό σημαίνει ότι η διαδικαστική πράξη παράγει διαδικαστικά αποτελέσματα και είναι προϋπόθεση για να κριθεί στη συνέχεια η διαδικαστική αυτή πράξη και ως προς τη βασιμότητά της. Έτσι, με βάση το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού για μη νόμιμη σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ή η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του χωρίς την τήρηση των νόμιμων προϋποθέων οι οποίες προβλέπονται επί ποινή ακυρότητος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α` του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως, η κακή σύνθεση του πρωτοδικείου δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά της αποφάσεως του εφετείου.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Έτσι ο καθορισμός της συνθέσεως του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή από τριμελές συμβούλιο (άρθρο 15 ν.1756/1988, όπως αντικ.
από άρθρο 2 ν.2172/1993 και έχει αντικ. μεταγενέστερα). Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 3 και 5 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής (11-5-2012), πριν δηλ. από την τροποποίησή τους με το άρθρο 9 του ν. 4055/2012, ορίζονται τα εξής: "3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους η τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του, έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415.
Οφείλει να εξετάσει έναν τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε πλευρά. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο, αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων.......5.
Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Οι υποθέσεις εκφωνούνται με τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αμέσως για τις οποίες δε θα διεξαχθεί εμμάρτυρη απόδειξη. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επιτρέπεται η διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται".
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 300, 301 και 304 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η λήψη της απόφασης από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, δηλαδή η σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της από τον εισηγητή δικαστή και τον πρόεδρο, αποτελεί την ουσιώδη πράξη διαμόρφωσης της βούλησης του δικαστηρίου, με την έννοια ότι οι δικαστές που συγκρότησαν το δικαστήριο δεν δικαιούνται να μεταβάλουν εφεξής γνώμη, ενώ η ανάθεση από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου της εξέτασης των μαρτύρων να γίνει ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή που συμμετέχει στην σύνθεση δεν συνιστά μη νόμιμη σύνθεση, αφού η υπόθεση κατά τα λοιπά συζητήθηκε ενώπιον όλου του δικαστηρίου και η απόφαση λήφθηκε μετά από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των μελών της συνθέσεως του δικαστηρίου, κατά τα οριζόμενα στις άνω διατάξεις.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 109 παρ. 1, 270 παρ. 3 και 5, 301, 302 304 ΚΠολΔ και 15 του κωδ. Ν.1956/1988 (όπως αντικ. από το άρθρ. 2 ν.2172/1993), δεν προκύπτει ότι η εξέταση των μαρτύρων κατ' εντολή του προέδρου μόνο από τον εισηγητή της συνθέσεως του δικαστηρίου, συνεπάγεται, ως κύρωση, την έλλειψη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση.
Τέτοια κύρωση για την αιτία αυτή δεν απαγγέλλεται ούτε από άλλη διάταξη. Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 159 παρ. 3 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία, και ιδίως το τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται την ακυρότητά της, την οποία πάντοτε απαγγέλει το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτό, κρίνει, ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη, στον προτείνοντα διάδικο, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας.
Θεωρείται πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από την σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται, ούτε ήταν δυνατό να επηρεαστεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου, ιδία δε δεν υφίσταται τέτοια βλάβη, αν ο καλούμενος παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντιτάσσει πλήρη υπεράσπιση γι' αυτήν.
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι δεν προκλήθηκε στο διάδικο, που πρότεινε τη βλάβη από την παράβαση των δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο διαδικαστικής πράξεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως αναγόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον προβληθέντα νομίμως και ενώπιον του ισχυρισμό τους, περί ακυρότητας της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω του ότι η εξέταση της μάρτυρος απόδειξης έγινε ενώπιον του εισηγητή δικαστή μόνο και όχι ενώπιον όλων των δικαστών που συγκροτούσαν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3 και 5 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο συζήτηση της ένδικης αγωγής, και πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 9 του ν. 4055/2012, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 109 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν υφίστατο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου και έτσι στερήθηκαν του φυσικού τους δικαστή κατά τη διεξαγωγή της εμμάρτυρης απόδειξης.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον, κατ' ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όπως έκρινε και το Εφετείο, η κατ' εντολήν του Προέδρου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων μόνον από τον εισηγητή της υποθέσεως, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής του νόμιμου δικαστή και συνεπεία αυτού μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, προσάπτεται στο Εφετείο, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, ότι απέρριψε τον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό τους και δεν κήρυξε την ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω μη νομίμου συνθέσεως αυτού, για τον ίδιο ως άνω λόγο, καθώς και την ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως μόνον από τον εισηγητή δικαστή.
Και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ανάθεση από τον Πρόεδρο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της εξέτασης των μαρτύρων ενώπιον μόνον του Εισηγητή Δικαστή δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής του νόμιμου δικαστή και συνεπεία αυτού κακή σύνθεση του Δικατηρίου, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η υπόθεση κατά τα λοιπά, συζητήθηκε ενώπιον ολόκληρου του Δικαστηρίου και η απόφαση λήφθηκε μετά από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 300, 301 και 304 ΚΠολΔ.
Τέλος, με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, προσάπτεται στο Εφετείο, η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, αφενός μεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό τους, περί ακυρότητος της διαδικαστικής πράξης της διεξαγωγής της μαρτυρικής καταθέσεως της μάρτυρος Σ.
Κ. ενώπιον μόνον του Εισηγητή δικαστή, λόγω μη επικλήσεως δικονομικής βλάβης, αφετέρου δε ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει βλάβη των εναγομένων (αναιρεσειόντων), καθόσον από την επικαλούμενη αυτή παράβαση δεν επηρεάστηκε η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας αυτών (εναγομένων), οι οποίοι παραστάθηκαν κατά την εξέταση της μάρτυρος και υπέβαλαν κανονικά τις ερωτήσεις τους.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά μεν το πρώτον μέρος τους είναι αβάσιμοι, εφόσον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν έγινε από τους αναιρεσείοντες επίκληση δικονομικής βλάβης για την ακυρότητα αυτή, η οποία κατά τα προεκτεθέντα συνιστά προϋπόθεση από τον διάδικο που την υφίσταται, κατά δε το δεύτερο μέρος τους απαράδεκτοι, αφού πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν υποστεί δικονομική βλάβη.
Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ.
α`, κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι αποτελεί γνήσιο τέκνο του πατέρα τους Δ.
Μ., ώστε να δικαιούται ίσον μερίδιο προς αυτούς από την κληρονομιαία περιουσία του και ότι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, τους οποίους περιέλαβαν στις προρρηθείσες προτάσεις τους και εκθέτουν γεγονότα περί του αντιθέτου και έλαβαν γνώση τρίτοι συνιστούν συκοφαντική δυσφήμιση εις βάρος της και προσβάλλουν την προσωπικότητά της, καθώς και την μνήμη της μητέρας της, έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Σ.
Κ. που έγινε ενώπιον μόνον του Εισηγητή δικαστή και όχι όλης της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε για τον λόγο αυτό να είναι άκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, και να μην επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη ως μαρτυρική κατάθεση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προεβλήθη ως λόγος εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας 58/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, ούτε προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσειόντων ότι προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός, πέραν του ότι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, ενόψει των ανέλεκτων παραδοχών του Εφετείου, ότι η άνω μαρτυρική κατάθεση δεν συνιστούσε άκυρο αποδεικτικό μέσον, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε δικονομική βλάβη των αναιρεσειόντων, από της, κατά τον άνω τρόπον, λήψης της κατάθεσης αυτής, στοιχείο που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ακυρότητα της διαδικαστικής αυτής πράξεως.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολ.Δ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται για κάθε δικόγραφο (αρθ. 117,118 ΚΠολ.Δ.), πρέπει να περιέχει επί πλέον: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Εξάλλου, η μεν ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ` αυτή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που κατά νόμο θεμελιώνουν την ασκούμενη αξίωση, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ., σε συνδυασμό προς τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, η δε νομική αοριστία της, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ και 926, 480 - 482 ΑΚ, συνάγεται ότι όποιος προσβάλλεται παρανόμως από πρόθεση στην προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψή του, είτε με δυσφημιστικούς (συκοφαντικούς ή απλούς) ισχυρισμούς είτε με εξυβριστική συμπεριφορά, έχει το δικαίωμα να ζητήσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του.
Αν η κατά τα ανωτέρω προσβολή της προσωπικότητας του επήλθε με πράξεις περισσοτέρων, οι οποίες, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, οφείλεται χρηματική ικανοποίηση, συγκεντρούμενη, ως εκ της ταυτότητας του σκοπού της, συνισταμένου στην ικανοποίηση του προσβληθέντος στην προσωπικότητά του για την ενιαία βλάβη, την οποία αυτός υπέστη, δηλαδή στην ικανοποίηση ενός και του αυτού συμφέροντος σε μία παροχή (ενιαίο χρηματικό ποσό), το οποίο ο προσβληθείς στην προσωπικότητά του μπορεί, κατ` επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του (ΑΠ 518/2008).
Σύμφωνα επομένως με τις ανωτέρω διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά περισσοτέρων, αρκεί, λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης των τελευταίων, η αναφορά ενός και μόνον ποσού, το οποίο, καθένας μεν από αυτούς έχει υποχρέωση να το καταβάλει ολόκληρο, ο δε ενάγων δανειστής έχει δικαίωμα να το απαιτήσει κατ` επιλογήν του, διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του μόνο μια φορά.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία επικαλέσθηκε, κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, και ειδικότερα ότι κατά των τελευταίων, από τους οποίους η πρώτη, Τ. Μ., είναι αδελφή της και οι λοιποί κληρονόμοι της αποβιώσασας αδελφής της Γ.
Β., ήτοι σύζυγος ο δεύτερος εναγόμενος και τέκνα της οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας αγωγή διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας των γονέων της, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 11-6-2010 και μετά από αναβολή στη δικάσιμο της 8-10-2010.
Ότι με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου, ισχυρίσθηκαν, προς αντίκρουση της αγωγής διανομής, ότι αυτή (ενάγουσα) δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του πατέρα τους Δ. Μ., γιατί δεν είναι γνήσιο τέκνο αυτού, αφού γεννήθηκε μετά παρέλευση ενός έτους από το θάνατό του, από τις εντός του πένθιμου ενιαυτού σχέσεις της μητέρας τους με τρίτο άγνωστο πρόσωπο.
Ότι με το παραπάνω γεγονός, που ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, το οποίο είναι ψευδές και αυτοί γνώριζαν την αναλήθειά του, προσέβαλαν τόσον την προσωπικότητά της, όσο και την μνήμη των τεθνεώτων γονέων της. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη εις βάρος της αδικοπραξία, η μεν πρώτη εναγομένη το ποσό των 200.000 ευρώ για την προσβολή της προσωπικότητάς της και το ποσό των 40.000 ευρώ για την προσβολή της μνήμης καθενός από τους γονείς της και συνολικά το ποσό των 280.000 ευρώ, οι δε λοιποί εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 200.000 ευρώ για την προσβολή της προσωπικότητάς της και το ποσό των 40.000 ευρώ για την προσβολή της μνήμης καθενός από τους γονείς της και συνολικά το ποσό των 280.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημά της, η ένδικη αγωγή διαλαμβάνει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία, δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για την νομική θεμελίωση της ασκούμενης αξιώσεως, στις προπαρατεθείσες διατάξεις, το δε Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' αυτά που απαιτούν οι διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα δε, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στην αγωγή, το ενιαίο ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας, τόσον για την προσβολή της προσωπικότητας της ίδιας, όσον και για την προσβολή της μνήμης των τεθνεώτων γονέων της, το οποίο ακολούθως νομίμως ζήτησε διαιρετώς από τους εναγόμενους, ως πλείονες εις ολόκληρον ευθυνόμενους, από την κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά τους σε βάρος της, σύμφωνα με την διακριτική ευχέρεια που της παρέχεται, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 926, 480, 481 και 482 του ΑΚ.
Επομένως, οι έκτος και έβδομος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δίκαιου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι` αυτό, καθορίζει ο νόμος και δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία απ' αυτά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ περαιτέρω κατά το άρθρο 441 ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 9 του Π.Δ. 497/2991 ορίζεται ότι " 1. Η εγγραφή στο δημοτολόγιο αποτελεί την απόδειξη της ιδιότητας του δημότη του δήμου ή της κοινότητας. 2. Τα στοιχεία του ονόματος, η οικογενειακή κατάσταση, ο τόπος, η ημερομηνία και το έτος γεννήσεως καθώς και η Ελληνική ιθαγένεια προκύπτουν από το δημοτολόγιο".
Επίσης, στο άρθρο 10 του ίδιου π.δ/τος ορίζονται τα εξής: " 1. Οι δημότες γράφονται στα δημοτολόγια με τη χρονολογία (έτος, μήνα, ημέρα), που σημειώνεται στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως αυτών, εφόσον η πράξη αυτή συντάχθηκε μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη γέννηση. 2. Εφόσον δεν συντάχθηκε ληξιαρχική πράξη γεννήσεως ή αυτή που συντάχθηκε απωλέσθηκε με όλα τα επίσημα αντίγραφά της ή η υπάρχουσα συντάχθηκε μετά τις ενενήντα ημέρες από τη γέννηση, οι μεν άνδρες γράφονται με το έτος που είναι γραμμένοι στα μητρώα αρρένων, οι δε γυναίκες με το έτος που καθορίζεται από το δήμαρχο ή πρόεδρο της κοινότητας. 3.
Το έτος γεννήσεως γυναίκας, με το οποίο γράφτηκε στο δημοτολόγιο, μπορεί, σε περίπτωση εσφαλμένης εγγραφής, να διορθωθεί, ύστερα από αίτηση της ενδιαφερομένης, ομοίως με πράξη του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας. 4. Οι πράξεις του δημάρχου ή προέδρου κοινότητας περί καθορισμού ή διορθώσεως της ηλικίας γυναικών, πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένες, να στηρίζονται σε επίσημα στοιχεία και να εκδίδονται μετά από λεπτομερή έγγραφη εισήγηση του αρμόδιου δημοτικού ή κοινοτικού υπαλλήλου".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Προκειμένου δε περί εγγραφών στο δημοτολόγιο από τον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη τα αναγραφόμενα σ' αυτό σχετικά με την γέννηση προσώπου, μόνο όμως στην περίπτωση που η σχετική εγγραφή βεβαιώνεται από ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί και μάλιστα μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη γέννηση του προσώπου, διαφορετικά, εφόσον δεν έχει συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, ως προς τα αναγραφόμενα στο δημοτολόγιο στοιχεία, χωρεί ανταπόδειξη αυτών, χωρίς να απαιτείται η σχετική εγγραφή του δημοτολογίου να προσβληθεί ως πλαστή.
Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει την αναλήθεια των γεγονότων που οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις στην δίκη κατά την εκδίκαση της αγωγής περί διανομής που είχε ασκήσει εναντίον τους η αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα, ότι αυτή (ενάγουσα) δεν έχει κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του πατέρα τους Δ.
Μ., γιατί δεν είναι γνήσιο τέκνο αυτού, αφού γεννήθηκε μετά παρέλευση ενός έτους από το θάνατό του, από τις εντός του πένθιμου ενιαυτού σχέσεις της μητέρας τους με τρίτο άγνωστο πρόσωπο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: <<.... Τα πραγματικά αυτά περιστατικά που ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν είναι γνήσιο τέκνο του αποβιώσαντος στις 17-2-1935 Δ.
Μ., αλλά γεννήθηκε μετά την 300η ημέρα από το θάνατό του, και, συνεπώς, δεν είχε συλληφθεί από αυτόν, αλλά από άγνωστο τρίτο πρόσωπο, είναι ψευδή. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα η ενάγουσα είχε συλληφθεί πριν από το θάνατο του πατέρα της Δ. Μ. και γεννήθηκε τρεις μήνες περίπου μετά το θάνατό του, χωρίς, ωστόσο, να έχει διακριβωθεί η ακριβής ημερομηνία γέννησής της.
Το γεγονός αυτό προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, Σ. Κ., θυγατέρας της, η οποία κατέθεσε ότι όταν απεβίωσε ο παππούς της Δ. Μ. το έτος 1935, η γιαγιά της Π. Μ., ήταν έξι μηνών έγγυος και η μητέρα της γεννήθηκε τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα της. Επίσης κατέθεσε ότι τα περιστατικά αυτά τα γνώριζε, τόσο από διηγήσεις της γιαγιάς της, η οποία της έλεγε πώς μεγάλωσε τα παιδιά της όταν έμεινε χήρα και ήταν έγγυος στη μητέρα της, όσον και από τις αδελφές της γιαγιάς της, αλλά και άλλους συγγενείς που γνώριζαν την κατάσταση της οικογένειας την εποχή εκείνη.
Επίσης και ο μάρτυρας των εναγομένων Ε. Ν., ανεψιός από πρώτο εξάδελφο της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, που εξετάσθηκε επιμελεία τους κατά τη συζήτηση της από 9-2-2010 αγωγής διανομής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατέθεσε ότι, κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα της ενάγουσας, η τελευταία κυοφορούνταν ήδη από τη μητέρα της και μετά τη γέννησή της έλαβε το όνομά του, καταθέτοντας μάλιστα ότι δεν έχει καμία αμφιβολία περί τούτου και ότι πρώτη φορά άκουσε, κατά τη δίκη εκείνη, την αμφισβήτηση της πατρότητας της ενάγουσας από τους εναγόμενους.
Άλλωστε, και το γεγονός ότι η ενάγουσα έλαβε το όνομα του θανόντος, πριν από τη γέννησή της, πατέρα της, Δ. Μ., ενισχύει την παραπάνω κρίση, όπως και το γεγονός ότι, εάν σε μια μικρή κοινωνία, όπως η Γραμμενίτσα, την εποχή εκείνη, 1935, μια γυναίκα χήρα, όπως η μητέρα της ενάγουσας, είχε συνάψει εκτός γάμου ερωτικές σχέσεις, λίγους μόνο μήνες μετά το θάνατο του συζύγου της, και είχε καταστεί από αυτές έγγυος, όχι μόνο δε θα έμενε κρυφό, αλλά αντίθετα θα γινόταν γνωστό σε όλους και θα το γνώριζε και η ίδια η ενάγουσα.
Επίσης, η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι στην Κοινότητα Γραμμενίτσας Άρτας, όπου γεννήθηκε η ενάγουσα, μέχρι το έτος 1938 δεν τηρούνταν ληξιαρχικά βιβλία γεννήσεων και άρχισαν να τηρούνται αυτά από το έτος 1938 και μετά, οι δε γεννηθέντες πριν από το έτος 1938, όπως και η ενάγουσα, ενεγράφησαν στα βιβλία δημοτολογίου μετά από μία εικοσαετία περίπου, από την ορισθείσα για το σκοπό αυτό ειδική επιτροπή και οι εγγραφές των γεννηθέντων προ του έτους 1938 ήταν ενδεικτικές.
Η μη τήρηση των ληξιαρχικών βιβλίων γεννήσεων πριν από το έτος 1938 προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους διαδίκους 1719/25-5-2010 βεβαίωση του Δημάρχου Βλαχερνών Άρτας, σύμφωνα με την οποία το Ληξιαρχείο Γεννήσεων της Κοινότητας Γραμμενίτσας άρχισε από το έτος 1938 και ότι το βιβλίο Δημοτολογίου της εν λόγω κοινότητας καταρτίσθηκε στις 5-12-1955 από ορισθείσα επιτροπή.
Η αναφορά στην ίδια βεβαίωση ότι, "από τις αρχικές εγγραφές δημοτών στο δημοτολόγιο του Τοπικού Διαμερίσματος Γραμμενίτσας προκύπτει ότι οι περισσότερες εξ αυτών, που αφορούσαν γεννηθέντες προ του έτους 1938, είναι καταχωρημένες μόνο με το έτος γέννησης", δεν συνάγεται ότι η ενάγουσα, η οποία φέρεται στο πιστοποιητικό γέννησης ως γεννηθείσα στις 10-3-1936, είναι γεννημένη την εν λόγω ημερομηνία ή έστω εντός του έτους 1936, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Επίσης, το γεγονός ότι η ημεροχρονολογία γέννησης της ενάγουσας που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα στα τηρηθέντα ληξιαρχικά βιβλία δεν ήταν η πραγματική, αλλά αυτή ήταν ενδεικτική, συνάγεται και από το γεγονός ότι στα υπ' αριθ. .../12-5-2005 και .../19-5-2005 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του πατρός της ενάγουσας και της μητρός αντίστοιχα προκύπτει ότι η μεν πρωτότοκη κόρη των γονέων της Τ.
φέρεται γεννηθείσα την 1-1-1932, η δε δευτερότοκη κόρη τους φέρεται γεννηθείσα την 1-1-1934, ενώ η ενάγουσα φέρεται γεννηθείσα την 1-1-1936. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι στα συνταχθέντα, μεταγενέστερα, πιστοποιητικά γέννησης της ενάγουσας και των αδελφών της φέρονται ως ημερομηνίες γέννησης αυτών η 5-3-1932 για την πρώτη εναγομένη Τ.
Μ., η 1-1-1934, για την Γ. Β. και η 10-3-1936 για την ενάγουσα, αφού αυτά δεν συντάχθηκαν βάσει των αντίστοιχων ληξιαρχικών πράξεων, οι οποίες δεν υπήρχαν πριν από το έτος 1938, αλλά βάσει μεταγενέστερων καταχωρήσεων της ημερομηνίας γέννησης αυτών, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι ενδεικτικές. Και ναι μεν πράγματι από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους εναγόμενους έγγραφα, ήτοι την από 17-12-1935 ληξιαρχική πράξη του Ληξιάρχου Γραμμενίτσας Άρτας και το υπ' αριθ. .../12-4-2010 πιστοποιητικό γεννήσεως της ενάγουσας, προκύπτει ότι ο Δ.
Μ., πατέρας της ενάγουσας, απεβίωσε στις 17-2-1935 και η ενάγουσα φέρεται να γεννήθηκε στις 10-3-1936, με αποτέλεσμα να φέρεται αυτή ότι γεννήθηκε μετά την 300η ημέρα από του θανάτου του Δ. Μ., πλην όμως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η αλήθεια της εν λόγω εγγραφής, ότι δηλαδή η ενάγουσα γεννήθηκε την παραπάνω ημεροχρονολογία (10-3-1936), αλλά ότι γεννήθηκε τρεις μήνες περίπου μετά το θάνατο του πατέρα της.
Τα εν λόγω έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν, σύμφωνα με τα άρθρα 438, 440, και 441 του ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, όχι όμως ως προς όλα όσα περιέχονται σ' αυτά στοιχεία, αλλά μόνον ως προς όσα οι συντάξαντες αυτά αναφέρουν ότι έγιναν από τους ίδιους ή ενώπιόν τους, ενώ ως προς την αλήθεια των όσων βεβαιώνονται σ'αυτά, για τα οποία οι συντάξαντες δεν είχαν δική τους αντίληψη, όπως είναι η ημερομηνία γέννησης της ενάγουσας, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή των εγγράφων ως πλαστών.
Συνεπώς, κατά της προαναφερόμενης ημερομηνίας της γέννησης της ενάγουσας, η οποία αμφισβητείται, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή των εγγράφων αυτών ως πλατών. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της ένδικης έφεσης των εναγομένων, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι η ενάγουσα γεννήθηκε εκτός του κρίσιμου χρόνου σύλληψης των 300 ημερών, όπως τούτο προέκυπτε από τα δημόσια έγγραφα, από τα οποία συνάγεται πλήρης απόδειξη και δεν χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς προσβολής τους ως πλαστών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος>>.
Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στο Εφετείο οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων του π.δ/τος 497/1991, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η ενάγουσα δεν γεννήθηκε στις 10-3-1936, περαιτέρω δε την αναλήθεια του διαδοθέντος ενώπιον τρίτων γεγονότος της γεννήσεώς της μετά την 300η ημέρα από το θάνατο του κληρονομουμένου Δ.
Μ., παρά το γεγονός ότι η σχετική εγγραφή στο δημοτολόγιο του Δήμου Βλαχερνών και το υπ' αριθ. .../12-4-2010 πιστοποιητικό του Δημάρχου Βλαχερνών ως δημόσια έγγραφα αποδεικνύουν την πλήρη αλήθεια ως προς την ανωτέρω ημεροχρονολογία γεννήσεως της ενάγουσας. Όμως, από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά πραγματικά περιστατικά και τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις άνω περί δημοτολογίου διατάξεις του π.δ/τος 497/1991, ως προς την ημεροχρονολογία γεννήσεως της ενάγουσας, κρίνοντας ότι το γεγονός αυτό συνέβη τρεις μήνες μετά τον επισυμβάντα στις 17-2-1935 θάνατο του πατέρα της Δ.
Μ., και ότι, τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την αναφερόμενη σ' αυτά ημεροχρονολογία γέννησης της ενάγουσας (10-3-1936), έστω και αν δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, αφού οι συντάξαντες αυτά δημόσιοι υπάλληλοι δεν είχαν δική τους αντίληψη, ως προς την ημερομηνία γέννησης της ενάγουσας, δεδομένου ότι η εγγραφή της ενάγουσας στο δημοτολόγιο του ήδη δήμου Βλαχερνών έγινε το 1955, μετά από είκοσι περίπου χρόνια από τη γέννηση της και χωρίς να υπάρχει σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης αυτής, βάσει δε της άνω εγγραφής συντάχθηκε το ως άνω πιστοποιητικό με το οποίο φέρεται ως γεννηθείσα στις 10-3-1936, και επομένως χωρεί ανταπόδειξη των ως άνω δημόσιων εγγράφων και χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών, ώστε να μην έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη έναντι των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά του.
Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι πλήττουν την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθ. 58/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και αναφέρονται σε σφάλματα της απόφασης αυτής, τα οποία όμως ενσωματώνονται στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 363/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αποφάνθηκε και ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται οι σχετικές πλημμέλειες, ερευνώνται περαιτέρω ως πλημμέλειες της απόφασης αυτής.
Ειδικότερα:
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β'του ίδιου Κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την υπ' αριθ. 12082/2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 318/β/20-2-2009), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 10 του ν. 2145/1993, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1500 ευρώ.
Με την άνω Υ.Α. αυξήθηκε το τελευταίο αυτό ποσό σε 30.000 ευρώ, και ορίσθηκε ότι η αύξηση αυτή ισχύει για τις δίκες, τα εισαγωγικά δικόγραφα των οποίων θα κατατίθενται από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία (δημοσίευση) έγινε στις 20-2-2009. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, ως εισαγωγικό δικόγραφο από την κατάθεση του οποίου ισχύει το άνω ποσό των 30.000 ευρώ μέχρι του οποίου δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση, είναι το δικόγραφο της αγωγής, με το οποίο εισάγεται η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.
Επομένως, εφόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η επιδικασθείσα εις βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας (εναγομένης) εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της αδικοπραξίας της, ανέρχεται σε 15.000 ευρώ και εις βάρος των λοιπών αναιρεσειόντων, ομοίως σε 15.000, εις ολόκληρον για τον καθένα, η δε ένδικη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 8-10-2010 (όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της), σε χρόνο δηλαδή που είχε εφαρμογή η διάταξη της παρ. 2 εδ.
β'του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε μετά την ως άνω τροποποίησή της με την υπ' αριθ.12082/2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ήταν εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, και ως εκ τούτου το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις αυτές. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για αναίρεση της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 58/2012 τελεσιδίκου αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος συνιστά λόγω αναίρεσης της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 363/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, λόγω ενσωμάτωσης των πληττόμενων σφαλμάτων της πρωτόδικης απόφασης, στην ως άνω τελεσίδικη εφετειακή απόφαση, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 31-01-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθ. 363/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς επίσης η ίδια αίτηση, ως απαράδεκτη, για αναίρεση της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 58/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, εκτός του λόγου αυτής που αναφέρεται στην πλημμέλεια για απαγγελία εις βάρος των αναιρεσειόντων προσωπικής κράτησης λόγω της αδικοπραξίας αυτών, ο οποίος εκτιμάται ως λόγος αναιρέσεως της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης για ευθεία παραβίασης του άρθρου 1047 παρ. 1 και 2 εδ.
β'ΚΠολΔ (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και να αναιρεθεί κατά τούτο η υπ' αριθ. 363/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης που αναφέρονται σε πλημμέλειες ως προς την επιβληθείσα προσωπική κράτηση, αφού η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, καλύπτει τον πυρήνα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατά τούτο.
Ωστόσο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 εδ. α'ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, αναφορικά με την επιβληθείσα στους αναιρεσείοντες προσωπικής κράτησης, ενόψει του ότι δεν απαιτείται ως προς αυτό άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και μετά την παραδοχή της από 5-10-2012 εφέσεως ως προς το προσβληθέν κεφάλαιο της προσωπικής κράτησης να εξαφανισθεί κατά τούτο η ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη από 6-12-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημά της με το οποίο ζητείται να απαγγελθεί προσωπική κράτηση εις βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της απ' αυτούς τελεσθείσας αδικοπραξίας εις βάρος της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιδικασθούν κατά ένα μέρος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εις βάρος των αναιρεσίβλητων, συμψηφιζομένων κατά τα λοιπά, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-01-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθ. 363/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς επίσης την ίδια αίτηση, για αναίρεση της συμπροσβαλλομένης υπ' αριθ. 58/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, εκτός του λόγου αυτής που αναφέρεται στην επιβολή εις βάρος των αναιρεσειόντων προσωπικής κράτησης λόγω της αδικοπραξίας αυτών σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ο οποίος εκτιμάται ως λόγος αναιρέσεως της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης, για ευθεία παραβίαση του άρθρου 1047 παρ. 1 και 2 εδ. β' ΚΠολΔ, αναιρουμένης αυτής κατά το κεφάλαιο τούτο.
Αναιρεί την ανωτέρω τελεσίδικη εφετειακή απόφαση κατά το αμέσως ανωτέρω κεφάλαιο αυτής.
Κρατεί και δικάζει επί της από 5-10-2012 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της.
Εξαφανίζει την προσβληθείσα υπ' αριθ. 58/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατά το μέρος που απαγγέλλεται στους αναιρεσείοντες προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας τους σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Δικάζει επί της από 6-12-2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημά της αυτό.
Απορρίπτει κατά τούτο την αγωγή.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ' αυτούς παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες κατά ένα μέρος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ