Legislator Case Law & Legislation
2147/2013 AI generated

2147/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2147/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 20-6-2002 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 459/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 339/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2147/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2147 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2147/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERICAN Ελληνική Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών Α.Ε." που εδρεύει στο …εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δρακόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Φ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κυριάκο Ροζάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 20-6-2002 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 459/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 339/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 28-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που,, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 339/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 3.9.2000 και περί ώρα 20.00', ο Γ. Μ. οδηγούσε το με αρ. κυκλ. ... ασθενοφόρο αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Γενικού Νοσοκομείου Ιεράπετρας, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική ΑΕΓΑ", στην επαρχιακή οδό Σητείας-Ιεράπετρας με κατεύθυνση προς την έδρα του ανωτέρω νοσοκομείου στην Ιεράπετρα, μεταφέροντας στο εν λόγω νοσοκομείο ανήλικο ασθενή κινδυνεύοντας από πνιγμό που βρισκόταν ήδη σε πλήρη σύγχυση και μη έχοντας καμμία επαφή με το περιβάλλον.

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της μεταφοράς, ο οδηγός του ασθενοφόρου είχε θέσει σε λειτουργία τον ειδικό φάρο και τη σειρήνα του αυτοκινήτου και έχοντας αναμμένα όλα τα φώτα του αυτοκινήτου του, εκινείτο ως άνω. Όταν το εν λόγω ασθενοφόρο έφθασε στο 5° χλμ. της οδού στην οποία εκινείτο, ο Ι.Χ., 72 ετών, οδηγώντας το υπ' αρ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Interamerican (και ήδη αναιρεσείουσα) εισήλθε καθέτως και ανελέγκτως από αγροτική πάροδο στο ρεύμα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού, στο οποίο εκινείτο το ασθενοφόρο, από δεξιά σε σχέση με την πορεία του τελευταίου, αποκλείοντας από μικρή απόσταση την ευθεία πορεία αυτού, με σκοπό στη συνέχεια να εισέλθει στο (αντίθετο) ρεύμα πορεία της ανωτέρω οδού προς Σητεία.

Ο οδηγός του ασθενοφόρου αμέσως πέδησε το όχημά του και πραγματοποίησε συγχρόνως ελαφρό ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το εκ δεξιών του εισερχόμενο στο οδόστρωμα ΙΧΕ αυτοκίνητο. Κατά την πέδηση οι τροχοί του αυτοκινήτου του "έβγαλαν καπνό" (βλ. κατάθεση αυτόπτου μάρτυρα Ν.Μ., προανακριτικώς), ενώ τα ίχνη πέδησης αρχίζουν από απόσταση 34,50 μ.

πριν διακοπούν αποτόμως στο σημείο σύγκρουσης. Αντιθέτως ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Χ. ουδένα αποφευκτικό ελιγμό πραγματοποίησε. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να εισέλθει το ασθενοφόρο επ' ολίγου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του στην πλάγια αριστερή πλευρά και στο ύψος της πόρτας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο αφού είχε ήδη διασχίσει μέρος του ρεύματος πορείας όπου αρχικώς εκινείτο το ασθενοφόρο, είχε αρχίσει να εισέρχεται στο αντίθετο αυτού ρεύμα, προκειμένου να πραγματοποιήσει στροφή αριστερά προς Σητεία.

Εξ αιτίας της ανωτέρω συγκρούσεως το μεν ασθενοφόρο έκανε στροφή περί τον εαυτό του και σταμάτησε στο χωμάτινο έρεισμα της οδού παραπλεύρως του ρεύματος προς Σητεία και σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο εκ της ωθήσεως που δέχτηκε από τη σύγκρουση κατέληξε μέσα σε ελαιόφυτο αγρό σε απόσταση 12 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, επίσης.

Αποτέλεσμα της ως άνω σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Χ., ο τραυματισμός του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσίβλητου) Μ. Φ., που καθόταν στη θέση του συνοδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου, χωρίς να φορά ζώνη ασφαλείας, του Γ.Μ. (οδηγού του ασθενοφόρου) και του Ά. Φ. (νοσηλευτή, μέλους του πληρώματος του ασθενοφόρου), καθώς και η πρόκληση υλικών ζημιών στα συγκρουσθέντα οχήματα.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται απ' όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Η ταχύτητα του ασθενοφόρου προ της συγκρούσεως ανερχόταν στα 100 χλμ/ώρα σύμφωνα με την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν.Μ., ενώ αυτή δεν κατορθώθηκε να μετρηθεί επακριβώς από τα ίχνη πέδησης του εν λόγω αυτοκινήτου, λόγω της διακοπής τους στο σημείο σύγκρουσης.

Στο σημείο εκείνο το όριο ταχύτητας, όπως οριζόταν από τη σήμανση της Τροχαίας ήταν 80 χλμ./ώρα. Επομένως, με τα προαναφερόμενα, αποκλειστικώς υπαίτιος για το ανωτέρω ατύχημα τυγχάνει ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι. Χ. που ήταν ασφαλισμένο (στην ήδη αναιρεσείουσα), ο οποίος από έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, εισήλθε ακαίρως σε δρόμο προτεραιότητας (ήτοι, από αγροτική πάροδο στην ως άνω επαρχιακή οδό), χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο ασφαλώς, δεν αντιλήφθηκε το κινούμενο επί της εν λόγω επαρχιακής οδού ασθενοφόρο αυτοκίνητο, το οποίο λόγω της αποστολής του, ως οχήματος άμεσης ανάγκης τυγχάνει ιδιαίτερης αντιμετώπισης στις οδούς (άρθρο 44 ΚΟΚ), είχε εν πάσει περιπτώσει, το εν λόγω όχημα προτεραιότητα καθώς χειριζόταν επείγον περιστατικό και εκινείτο με πλήρη λειτουργία φωτεινών και ηχητικών προειδοποιήσεων, παρόλα αυτά ο οδηγός του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο ενάγων, εισήλθε στην επαρχιακή οδό, απέκλεισε την ευθεία πορεία του επ' αυτής κινουμένου ασθενοφόρου, το οποίο επέπεσε επί του ιδιωτικού οχήματος με αποτέλεσμα όπως προαναφέρθηκε, το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού ιδιωτικού οχήματος και τον βαρύ τραυματισμό στο κεφάλι του συνεπιβάτη-ενάγοντος, ο οποίος λόγο του ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας συνετέλεσε κατά ποσοστό 30% στο μέγεθος της επελθούσης σωματικής βλάβης του.

Ο ισχυρισμός των κληρονόμων του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου ότι αποκλειστικός υπαίτιος, αλλιώς, συνυπαίτιος στην πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος είναι ο οδηγός του ασθενοφόρου, διότι είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και δη άνω των 120 χλμ/ώρα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι: 1) από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε και 2) και αληθής υποτιθέμενος, μόνη η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν μπορεί να θεμελιώσει υπαιτιότητα αυτού στο ένδικο ατύχημα, διότι, αφενός μεν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν.

ΓΠΝ/1911, σε συνδυασμό με το άρθρο 44 παρ.1 και 2 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) ο οδηγός ασθενοφόρου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του δεν δεσμεύεται από τα άρθρα 12 έως 42 του ΚΟΚ (μεταξύ των οποίων και τα ρυθμίζοντα τα όρια ταχύτητας) και αφετέρου, διότι οι κληρονόμοι του υπαιτίου οδηγού δεν επικαλούνται άλλα στοιχεία καταδεικνύοντα τυχόν αμελή συμπεριφορά αυτού.

Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι έφεσης και των δύο εφέσεων που αφορούν στην υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη έκρινε ως αποκλειστικώς υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι.

Χ. και απέρριψε την από 3.7.2002 υπό στοιχ. Β αγωγή, καταδικάζοντας συγχρόνως, κατ' άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ., τους ενάγοντες αυτής στα δικαστικά έξοδα, δεν έσφαλε. Στη συνέχεια αφού γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσίβλητου) Μ. Φ. που αφορούν στην εσφαλμένη κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την τέταρτη εναγομένη - δεύτερη εφεσίβλητη, πρέπει να γίνει δεκτή η ίδια από 5-4-2004 έφεση ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη-τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία Interamerican ΑΕ, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που σχετίζονται με τα κεφάλαια αυτής ως προς τα οποία υπήρξε εσφαλμένη κρίση (ως προς την ίδια εναγομένη).

Στην συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να δικαστεί η από 5.2.2002 αγωγή (535 Κ.Πολ.Δ.) και γίνει δεκτή εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, καθ'ό μέρος της στρέφεται κατά της τετάρτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας Interamerican ΑΕ για το ποσόν των 104.230,13 ευρώ, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του που είχε ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας, καίτοι με την ίδια εκείνη απόφαση αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είχε κριθεί ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα, ΙΧΕ αυτοκινήτου Ι.

Χ. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ και 42 παρ.2 του ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι δηλαδή το ασθενοφόρο που οδηγούσε ο Γ.Μ., εκινείτο ευθύγραμμα ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι.

Χ. εισήλθε κάθετα και ανέλεγκτα από αγροτική πάροδο στο ρεύμα πορείας που εκινείτο το ασθενοφόρο αποκλείοντας από μικρή απόσταση την ευθεία πορεία του τελευταίου, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και δικαιολογούν την παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου και της αγωγής του, αλλά και την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως συνυπαιτιότητα του οδηγού του ασθενοφόρου αυτοκινήτου, από το γεγονός ότι εκινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε κατά 20 χιλιόμετρα το ανώτατο όριο της περιοχής (80 χιλιόμετρα), αφού κρίθηκε με την απόφαση ανέλεγκτα ότι με βάση τις προπεριγραφείσες συνθήκες του ατυχήματος η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από το ασθενοφόρο δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, (με την οποία καίτοι είχε κριθεί ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και του τραυματισμού του αναιρεσίβλητου στη συνέχεια από παραδρομή, απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσιβλήτου), αφού έκρινε το Εφετείο ανέλεγκτα ότι ο οδηγός του ασθενοφόρου που ενεπλάκη ως τρίτος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν βαρύνεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε υπαιτιότητα, ενώ δεν αποδείχθηκε κατά την ανέλεγκτη επίσης κρίση του, ότι εκινείτο το ασθενοφόρο με ταχύτητα 120 χιλ, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς το λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 333, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η έλλειψη: 1) οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ασθενοφόρου στην ένδικη σύγκρουση αλλά και 2) οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας στην ίδια σύγκρουση από την κίνηση του ασθενοφόρου με ταχύτητα 100 χιλιομέτρων την ώρα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του. Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ασθενοφόρου και της ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πορείας του ασθενοφόρου με ταχύτητα 100 χιλιομέτρων την ώρα και του ένδικου ατυχήματος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 339/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ