2147/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2147/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ και η έλλειψη ακροάσεως, η οποία, κατ' άρθρο 170 του ίδιου κώδικα, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και επέρχεται, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Full text
Απόφαση 2147 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2147/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήττα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρούνια, περί αναιρέσεως της 1645/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20-1-2006 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 18-8-2006 προσθέτους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 230/2006.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ και η έλλειψη ακροάσεως, η οποία, κατ' άρθρο 170 του ίδιου κώδικα, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και επέρχεται, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Τέτοιο δικαίωμα συνιστά η υποβολή αιτήσεως ή αυτοτελούς ισχυρισμού από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, προκύπτουσα από τα πρακτικά κατ' άρθρο 141 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.1645/2005 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα κτηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία του κατηγορουμένου), τα εξής περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, στις 18-2-2003 και περί ώρα 22.15΄στην περιοχή ... και έξω από την ... εργατική πολυκατοικία, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, κατείχε με σκοπό την εμπορία μέσα στο μανίκι του σακακιού του, πλαστικά συσκευασία, η οποία περιείχε συνολικά είκοσι τέσσερις αυτοσχέδιες συσκευασίες, που περιείχαν κοκαΐνη, συνολικού μεικτού βάρους 20,4 γραμμ.
σε μορφή βραχώδη και σκόνης. Επίσης, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος α) σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε, πάντως, κατά το πρόσφατο πριν από τη σύλληψή του στις 18-2-2003 χρονικό διάστημα χωρίς να είναι τοξικομανής (βλ. την από 14-3-2003 ιατροδικαστική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ...), πωλούσε σε άγνωστα άτομα στις περιοχές ..., ...
και ... άγνωστες ποσότητες κοκκαΐνης αντί άγνωστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, εισπράττοντας από τη δραστηριότητά του αυτή άγνωστα χρηματικά ποσά, τουλάχιστον όμως 285 ευρώ και β) στις 18-2-2003 πώλησε στη ... ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 0,6 γραμμ. αντί του χρηματικού ποσού των 65 ευρώ. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είναι χρήστης και ότι τα χρήματα τα εισέπραξε από το Ταμείο Ανεργίας, πλην χωρίς να πείθει, εν όψει του ότι είχε στην οικία του ζυγαριά ακριβείας για να ζυγίζει τα πωλούμενα ναρκωτικά.
Ακολούθως, τον κήρυξε ένοχο των εγκλημάτων κατοχής και πωλήσεως κατ' εξακολούθηση, κοκαΐνης και του επέβαλε ποινή καθείρξεως 10 ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 εδ.β' και ζ' και 2 του Ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του Ν.2161/1933, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα, ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο τελέσεως των ανωτέρω εγκληματικών πράξεων, δεν ήταν τοξικομανής, καθόσον την κρίση του αυτή στηρίζει το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην αναγνωσθείσα και έχουσα βαρύνουσα, ως προς το ζήτημα αυτό σημασία, από 14-3-2003 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ..., θεωρουμένου, κατά το άρθρο 21 παρ.1 εδ.ζ' του Ν.2331/1995, ως τοξικομανούς κατά το χρόνο εισαγωγής του για θεραπεία, του έχοντος βεβαίωση ολοκλήρωσης με επιτυχία εγκεκριμένου κατά νόμο θεραπευτικού προγράμματος ψυχικής απεξάρτησης και όχι του συμμετέχοντος σε τέτοιο πρόγραμμα.
Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα, ότι η κατεχόμενη από τον αναιρεσείοντα ποσότητα κοκαΐνης (20,3 γραμμ.) προοριζόταν για εμπορία, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι το χρηματικό ποσό των 285 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του προερχόταν από την πώληση ναρκωτικών, εν όψει του ότι βρέθηκε στην οικία του ζυγαριά ακριβείας, μάρκας TANITA, για τη ζύγιση των πωλούμενων ναρκωτικών, ενώ δεν ήταν απαραίτητο επί πωλήσεως ναρκωτικών, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται η ταυτότητα των αγοραστών, το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος και η ποσότητα που πωλήθηκε στον καθένα από αυτούς, στοιχεία αδιάφορα για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών, ενόψει του ότι ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση αυτού, αλλ' ούτε και το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των πωληθέντων ναρκωτικών ουσιών.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οφείλει να αιτιολογήσει μόνο την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών που υποβλήθηκαν και αναπτύχθηκαν προφορικώς ενώπιόν του, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από αυτό και όχι εκείνων που είχαν προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκαν παραδεκτώς ενώπιόν του.
Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που παρέλειψε να ασχοληθεί με τους πρωτοδίκως υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν υποβλήθηκαν και δεν αναπτύχθηκαν προφορικώς ενώπιόν του, δεν ήταν υποχρεωμένο να τους απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προβληθηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου οι εκ των άρθρων 84 παρ.2 εδ.δ' και ε' ΠΚ αυτοτελείς ισχυρισμοί της ειλικρινούς μετάνοιας και της επιδείξεως για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, καλής συμπεριφοράς, όπως αβασίμως ισχυρίζεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.β',Δ' και Ε' ΚΠΔ προσβαλλόμενοι με το δικόγραφο των κυρίων και προσθέτων λόγων λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι εν πολλοίς ταυτίζονται, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για: α) ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω ελλείψεως ακροάσεως, β) έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) εσφαλμένη εφαμρογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 5 παρ.1 εδ.β' και ζ΄του Ν.1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιανουαρίου 2006 αίτηση με τους πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1645/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ