Legislator Case Law & Legislation
2146/2013 AI generated

2146/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2146/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2009 και αριθ.κατ. 51315/2113/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3087/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 12-3-2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2146/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2146 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2146/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Φίλανδρο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Καπελλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2009 και αριθ.κατ. 51315/2113/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3087/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 12-3-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 10-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου ως προς όλα τα μέρη του και του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων, και την αναίρεση της υπ' αριθ. 4934/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφ'οσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Επί απλής ομοδικίας (αρθρ.74 ΚΠολΔ) η τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ερευνάται μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα και όχι ως προς τους ομοδίκους του, ενώ επί αναγκαστικής ομοδικίας (αρθρ.76 ΚΠολΔ) πρέπει η απόφαση να είναι τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομαδικούς.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 328 ΚΠολΔ η υπέρ του πρωτοφειλέτου ή εγγυητή απόφαση λόγω ανυπαρξίας του χρέους αποτελεί δεδικασμένο υπέρ του ετέρου. Δεδομένου δε ότι και η περιορισμένη έκταση του δεδικασμένου είναι ικανή να αποτελέσει λόγο αναγκαίας ομοδικίας κατ'αρθρ.76 παρ.1 περ.β του ΚΠολΔ, παρέπεται ότι όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικά κατά του πρωτοφειλέτη και εγγυητή υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθό μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθένα είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντας αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην ερευνώμενη περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους.

Εν όψει αυτών είναι απαράδεκτη η αναίρεση κατ'απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε επί κοινής εναγωγής κατά πρωτοφειλέτη και εγγυητή, αν η απόφαση είναι τελεσίδικη μόνον για έναν απ'αυτούς (τον αναιρεσείοντα), και όχι ως προς τον άλλο (εγγυητή), ο οποίος δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο και δεν προκύπτει η επίδοση προς αυτόν της Εφετειακής απόφασης και η παρέλευση της οριζόμενης προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας προθεσμίας ή παραίτηση αυτού από το δικονομικό δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (ΑΠ 764/2009).

Αυτά δε ενόψει και του ότι ο Άρειος Πάγος όταν ερευνά το παραδεκτό αίτησης αναίρεσης δεν μπορεί να κρίνει παρεμπιπτόντως το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου (ούτε όταν αυτός είναι αναγκαίος, και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους αναγκαίους ομοδίκους), να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ.ΑΠ 15/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης (αρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 30-3-2009 αγωγή του εναντίον του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του μισθωτή και της Ε.

Β. με την ιδιότητα της εγγυήτριας υπέρ του συνεναγομένου μισθωτή ζητώντας: α)την αποβολή του αναιρεσείοντος μισθωτή από το ένδικο μίσθιο ακίνητο λόγω καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως οφειλομένης σε παράβαση ουσιωδών όρων της συμβάσεως αφορώντων τη καταβολή μισθωμάτων και κοινοχρήστων δαπανών και β)τη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και κοινοχρήστων δαπανών εις ολόκληρον από τους συνεναγομένους πρωτοφειλέτη μισθωτή και την υπέρ αυτού εγγυηθείσα.

Η αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, συνεπεία δι ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εκμισθωτή και κατά των δύο εναγομένων (μισθωτή και εγγυήτριας), η αγωγή έγινε δεκτή εν ολόκληρο καθόσον αφορά την καταβολή των οφειλομένων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθ.4934/2012 απόφαση ερημοδίκησε η δεύτερη αρχικά εναγομένη και δεύτερη εφεσίβλητη εγγυήτρια Ε.

Β., για την οποία ορίστηκε και παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και όσα επικαλείται ο αναιρεσείων εκμισθωτής δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ερημοδικασθείσα στο Εφετείο εγγυήτρια η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η παραίτηση αυτής από το δικονομικό δικαίωμα ασκήσεως κατ'αυτής ανακοπής ερημοδικίας ούτε ότι εκδόθηκε οριστική απόφαση απορρίπτουσα τυχόν ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας.

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως ασκήθηκε και πρέπει ν'απορριφθεί να επιβληθεί δε η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος (178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.4934/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ