Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of inheritance claim due to alleged abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision dismissing an inheritance claim. The appellants argued the lower court erred by accepting an abuse of rights defense without sufficient justification regarding the plaintiff's inactivity from 1950 to 1984. The court found the lower court's reasoning insufficient to prove the claimant's conduct violated good faith or social norms, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; Article 559, 562, and 580 of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is considered abusive only if it exceeds limits imposed by good faith or social purpose, requiring specific circumstances beyond mere inactivity to justify such a finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2146 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2146/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5 και 6. Χ6, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, 4. Ψ4 και Ψ5, κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλλιόπη Νταφοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1997 αγωγή της αρχικής διαδίκου ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/1998 μη οριστική, 26/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 344/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 25-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, αφότου μπορούσε vα ασκήσει το δικαίωμά του, επί διεκδικητικής δε αγωγής, αφότου ο διεκδικών απέκτησε την κυριότητά του από τον εναγόμενο κατεχόμενου πράγματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση το δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν αποκλείεται η εφαρμογή της και όταν ασκείται δικαίωμα που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημόσιας τάξης, όπως είναι εκείνες του Αγροτικού Κώδικα (Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 8/2001). Ετσι, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, αποτελούντος τεμάχιο ατομικού ή οικογενειακού κλήρου που παραχωρήθηκε σε δικαιούχο αγροτικής αποκατάστασης.
Η κυριότητα σε τέτοιο ακίνητο, έστω και αν το τελευταίο βρίσκεται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια, αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής των γαιών του αγροκτήματος, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 189 παράγρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, αλλά σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 189, 193, 196, 207, 208 και 211 του εν λόγω Κώδικα, 77του ν.δ. 2185/1952 και 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972 από και με τη μεταγραφή του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου).
Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος - κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας. Σύμφωνα όμως με τη γενική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12-1948), -η οποία καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968 - ο αποκατασταθείς κληρούχος από την εγκατάσταση Του στον κλήρο θεωρείται ως καλής πίστης νομέας (πλασματικός) και προστατεύεται από τα περί νομής παραγγέλματα, υπό την ισχύ δε του ΑΚ με τις περί προστασίας της νομής αγωγές ή αιτήσεις με βάση τα άρθρα 984, 987 και 989 αυτού (Ολ.
ΑΠ 701/197l). Επομένως, κατά το χρονικό διάστημα από την εγκατάσταση του δικαιούχου στον κλήρο και μέχρι τη μεταγραφή του τίτλου, ο κληρούχος που έχει την προσδοκία απόκτησης του δικαιώματος κυριότητας, προστατεύεται έναντι των τρίτων, οι οποίοι παράνομα τον διαταράσσουν ή τον αποβάλλουν από την πλασματική νομή.
Μακρόχρονη συνεπώς αδράνεια του δικαιούχου - κληρούχου να ασκήσει κατά του τρίτου τις προστατευτικές της νομής του εξουσίες, συνδυαζόμενη με ειδικές περιστάσεις, όπως είναι λ.χ. και η οικειοθελής απ' αυτόν παραχώρηση της νομής του κλήρου σε τρίτο, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση, από τον κληρούχο ή τους διαδόχους του, διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά του τρίτου, μετά τη μεταγραφή του τίτλου και τη συνακόλουθη έκτοτε απόκτηση από τον κληρούχο του δικαιώματος της κυριότητας (Ολ.
ΑΠ 7/2002 και 8/2001 ό.π.). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 18/1927 απόφαση της επιτροπής Απαλλοτριώσεων ... αποκαταστάθηκε γεωργικώς ως χήρα του καλλιεργητού συζύγου της, η ΒΒ, μητέρα της αρχικώς εναγούσης ΑΑ και της αρχικώς πρώτης εναγομένης, ΓΓ σε γεωργικό και οικοπεδικό κλήρο, που βρίσκεται στο αγρόκτημα ...
Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. Ε/26256/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, συμπληρώθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 18/1927 απόφαση της Ε.Α. ... και συναποκαταστάθηκε κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου στους ανωτέρω κλήρους μαζί με την μητέρα και η αρχικώς πρώτη εναγομένη ΓΓ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα ως άγαμη θυγατέρα κατά τον χρόνο της αποκατάστασης.
Ακολούθως εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... του Υπουργείου Γεωργίας (Διευθύνσεως Εποικισμού) στο όνομα της ΒΒ και της ΓΓ. Κατά τον χρόνο όμως της άνω αποκατάστασης ανήλικη και άγαμη θυγατέρα ήταν και η αρχικώς ενάγουσα ΑΑ. Για τον λόγο αυτό αυτή με την από 1-3-1984 αίτηση της (εναγούσης) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων ζήτησε την ακύρωση των παραπάνω παραχωρητηρίων.
Το Ειρηνοδικείο έκανε δεκτή την αίτηση με την υπ' αριθμ.187/1984 απόφαση του και ακύρωσε τους τίτλους αυτούς, αφού έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγρ. 1, 2 του Αγρ. Κώδικα έπρεπε να συναποκατασταθεί και η ενάγουσα μαζί με την άνω μητέρα και αδελφή της και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη και μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Ιωαννίνων στον τόμο ...
με αυξ. αριθμό ... Επακολούθησε η υπ' αριθμ. 3253/1996 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Πεδινής, έτους 1929 καθώς και εκείνα της αναμορφώσεως που έγινε τα έτη 1970-1977 ως προς τα στοιχεία των δικαιούχων και έτσι συμπεριλήφθηκε ως δικαιούχος στον επίδικο κλήρο και η αρχικώς ενάγουσα.
Σε εφαρμογή των άνω διορθώσεων εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... παραχωρητήρια της Διεύθυνσης Γεωργίας ..., που μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο ... με α.α. ... το πρώτο και ... με α.α. ... το δεύτερο. Με τα δεδομένα αυτά 1) η αρχικώς ενάγουσα κατέστη κυρία των ακινήτων που συγκροτούν τον κλήρο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και 2) η διόρθωση των ανωτέρω αναφερομένων ...
και ... τίτλων κυριότητας της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3253/28-5-1996 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων, με νέα δηλαδή διοικητική πράξη ακύρωσε τους εσφαλμένους κατά τα άνω τίτλους αναιρώντας έτσι την ισχύ τους έναντι όλων, ενεργεί δε αυτή η ακύρωση αναδρομικά, δηλαδή από το χρόνο έκδοσης των ακυρωμένων ως άνω διοικητικών πράξεων.
Έτσι, εφόσον η αρχικώς ενάγουσα κατέστη κυρία του ως άνω κλήρου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, το υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ν. Ευθυμιάδη, με το οποίο η ΒΒ μεταβίβασε λόγω προικός στον σύζυγο της πρώτης εναγομένης (και υπέρ αυτής) ΔΔ, μεταξύ άλλων και τα υπ' αριθμ. 2, 3, 4, 5 και 6 της αγωγής επίδικα, δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα κατά το μέρος που έθιγε το άνω ποσοστό συγκυριότητας της αρχικώς εναγούσης ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου.
Επίδικα στην εξεταζόμενη υπόθεση είναι τέσσερα ακίνητα που μαζί με άλλα απαρτίζουν τον κλήρο που παραχωρήθηκε κατά τα άνω στην ΒΒ, την αρχικώς πρώτη εναγομένη και την αρχική ενάγουσα ήτοι α) το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο εκτάσεως 1927 τ.μ., β) το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο εκτάσεως 5312 τ.μ., γ) το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 4250 τ.μ.
και δ) το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 5062 τ.μ. Η αρχικώς πρώτη εναγομένη και ο σύζυγός της ΔΔ στηριζόμενοι στην άνω μεταβίβαση των εν λόγω επιδίκων ακινήτων επιλήφθηκαν της κατοχής τους κατά το έτος 1950, σύμφωνα με τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, τα περιέφραξαν, τα καλλιεργούσαν και προέβησαν σε φύτευση αμπέλου.
Με το υπ' αριθμ. ... προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Ευθυμιάδη η ΒΒ παραχώρησε στον γαμβρό της και υπέρ της θυγατέρας της αρχικής εναγούσης ως προίκα επτά (7) ακίνητα στο ... ίσης αξίας σε σχέση με τα επίδικα. Μετά την παραχώρηση η αρχική ενάγουσα δεν είχε κάποια ανάμειξη στην εκμετάλλευση των πιο πάνω επιδίκων ακινήτων, τα οποία σε γνώση και χωρίς καμία εκ μέρους της διαμαρτυρία κατείχοντο και καλλιεργούντο κατά τα άνω από την αρχική πρώτη εναγομένη.
Αυτή εκμεταλλευόταν τα επίδικα για ατομικό και μόνο συμφέρον και είχε την πεποίθηση ότι αυτά ανήκουν σ' αυτήν. Οι πράξεις άλλωστε αυτές γινόταν υπό τα όμματα της αρχικής ενάγουσας, η οποία παρότι γνώριζε και πάντως από το έτος 1950 πως είχε δικαίωμα συναποκαταστάσεως δεν επεδίωξε καμία προστασία. Η ίδια/ η οποία μέχρι το έτος 1984, οπότε και ζήτησε την ακύρωση κατά τα άνω των υπ' αριθμ. ...
και ... παραχωρητηρίων δεν είχε καμία ανάμειξη στα επίδικα, ούτε ποτέ ασχολήθηκε μ' αυτά, ασκεί το δικαίωμα της με κίνητρο ότι κατά τα τελευταία έτη αυξήθηκε σημαντικά η αξία των επιδίκων λόγω ανοικοδόμησης της περιοχής. Με τα δεδομένα αυτά και τη συμπεριφορά που από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1984 έδειχνε απέναντι της αρχικής πρώτης εναγομένης είχε εδραιώσει την πεποίθηση στην τελευταία ότι αυτή ήταν η αδιαφιλονίκητη κυρία, νομεύς και κάτοχος των προαναφερομένων ακινήτων.
Γι αυτό και η προβολή του δικαιώματος συγκυριότητος της αρχικής εναγούσης με την αγωγή είναι καταχρηστική, διότι η διεκδίκηση των επιδίκων συνιστά εκ μέρους της συμπεριφορά αντιφατική, ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη της ίδιας και μεμπτή από πλευράς ηθικής τάξεως". Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων (από τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη αρχικοί εναγόμενοι -δεύτερος και τρίτη-, οι λοιποί δε καθολικοί διάδοχοι της θανούσας κατά τη διάρκεια της δίκης πρώτης εναγομένης), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της αρχικής ενάγουσας, καθολικοί διάδοχοι της οποίας είναι, ενόψει, επίσης, του θανάτου της κατά τη διάρκεια της δίκης, οι ήδη αναιρεσείοντες, ως ουσιαστικά αβάσιμη και είχε δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή εν μέρει ως προς τα με αριθμούς ..., ..., και ..., αντίστοιχα, κληροτεμάχια.
Είχε αναγνωρίσει την αρχική ενάγουσα συγκυρία των εν λόγω κληροτεμαχίων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο καθένα απ' αυτά και είχε υποχρεώσει τους αρχικούς εναγομένους να της τα αποδώσουν κατά το πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό και κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της προαναφερόμενης ένστασης των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή, ως προς τα αμέσως πιο πάνω ακίνητα, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε, μεν α) ότι η αρχική ενάγουσα απέκτησε τη συγκυριότητα των επίδικων, με αριθμούς ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, κληροτεμαχίων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, με βάση τους ...
και ..., αντίστοιχα, οριστικούς τίτλους κυριότητας (παραχωρητήρια) της Διεύθυνσης Γεωργίας Ιωαννίνων, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο ... και με αύξοντες αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, τα οποία εκδόθηκαν μετά τη με αριθμό Πρωτ. 3253/28-5-1996 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ...
έτους 1929, καθώς και εκείνα της αναμόρφωσης της αρχικής διανομής που έγινε τα έτη 1970 - 1977, ως προς τα στοιχεία των δικαιούχων και, έτσι, συμπεριλήφθηκε ως δικαιούχος των αμέσως πιο κάτω μνημονευόμενων κλήρων και η αρχική ενάγουσα, ακολούθως δε ακυρώθηκαν αναδρομικά, δηλαδή από το χρόνο έκδοσής τους οι αρχικοί οριστικοί τίτλοι κυριότητος (...
και ... παραχωρητήρια) της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που είχαν εκδοθεί στο όνομα των ΒΒ, μητέρας της αρχικής ενάγουσας και της αρχικής πρώτης εναγομένης, ενόψει του ότι με τη 18/1927 μεν απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων αποκαταστάθηκε γεωργικώς ως χήρα του καλλιεργητή συζύγου της η πρώτη απ' αυτές -ΒΒ- σε γεωργικό και οικοπεδικό κλήρο που βρίσκεται στο αγρόκτημα ..., (τμήματα του πρώτου από τους οποίους αποτελούν τα ήδη επίδικα ακίνητα), με την Ε/26256/1953 δε απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που συμπλήρωσε τη 18/1927 απόφαση, που προμνημονεύθηκε, συναποκαταστάθηκε κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου στους παραπάνω κλήρους μαζί με τη μητέρα της ΒΒ και η αρχική πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, ως άγαμη θυγατέρα της κατά το χρόνο της αποκατάστασης, β) ότι κατά το χρόνο της αποκατάστασης ανήλικη και άγαμη θυγατέρα υπήρξε και η αρχική ενάγουσα, η οποία, με την από 1-3-1984 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, ζήτησε την ακύρωση των αρχικών παραχωρητηρίων και ότι το εν λόγω Ειρηνοδικείο, με την 187/1984 απόφαση του, που κατέστη αμετάκλητη και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...
και με αύξοντα αριθμό ... του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, δέχθηκε την αίτηση αυτή και ακύρωσε τα εν λόγω παραχωρητήρια, κρίνοντας ότι η αιτούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παράγρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα, έπρεπε να συναποκατασταθεί στους επίμαχους κλήρους μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και γ) ότι η αρχική ενάγουσα, μολονότι γνώριζε από το έτος 1950 και εφεξής πως είχε δικαίωμα συναποκατάστασης δεν επιδίωξε μέχρι το έτος 1984 καμιά προστασία, με δεδομένο όμως ότι η αρχική ενάγουσα απέκτησε τη συγκυριότητα των επίδικων ακινήτων με βάση τα ...
και ... παραχωρητήρια, που μεταγράφηκαν νόμιμα και ότι οι αρχικοί τίτλοι της συγκυριότητας της αρχικής πρώτης εναγομένης και της φερόμενης ως άμεσης δικαιοπαρόχου μητέρας της ΒΒ στα εν λόγω ακίνητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, δηλαδή τα ... και ..., αντίστοιχα, παραχωρητήρια ακυρώθηκαν αναδρομικά και κατέστησαν ανενεργά, μη παρέχοντας σ' αυτές δικαίωμα συγκυριότητας κατά το αμέσως πιο πάνω ποσοστό, το οποίο με τα μεταγενέστερα ...
και ..., αντίστοιχα, παραχωρητήρια περιορίστηκε σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, δεν συντρέχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προϋπόθεση της αδράνειας της αρχικής ενάγουσας για το από το έτος 1950 και μέχρι το έτος 1984 χρονικό διάστημα, όπως δέχθηκε το Εφετείο, εφόσον πριν από το χρόνο της μεταγραφής των πιο πάνω παραχωρητηρίων δεν μπορούσε η ίδια να διεκδικήσει το ιδανικό της μερίδιο στα επίδικα κληροτεμάχια.
Μολονότι, δηλαδή, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αρχική ενάγουσα εξάντλησε όλες τις νόμιμες -δικαστικές και διοικητικές- διαδικασίες, προκειμένου να αναγνωριστεί το νόμιμο δικαίωμα της συγκυριότητάς της στα επίδικα κληροτεμάχια, εν τούτοις, εντελώς αντιφατικά, δέχθηκε, ότι η ίδια δεν επεδίωξε καμιά προστασία" παρότι γνώριζε και πάντως από το έτος 1950 πως είχε δικαίωμα συναποκαταστάσεως", χωρίς μάλιστα καμία αιτιολογία περί του τρόπου της γνώσης της κατά το παραπάνω έτος (1950).
Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι η αρχική εναγομένη και ο σύζυγός της ΔΔ πρόεβησαν σε καλλιέργεια και εκμετάλλευση των επίδικων κληροτεμαχίων, δηλαδή, σε "περίφραξη, καλλιέργεια και φύτευση αμπέλου" από το έτος 1950, οπότε επιλήφθηκαν της κατοχής τους και εφεξής. Μόνη όμως η καλλιέργεια και εκμετάλλευση των πιο πάνω ακινήτων από μέρους της αρχικής εναγομένης και του συζύγου της, χωρίς την παράλληλη παραδοχή του Εφετείου περί της υποβολής των ίδιων σε σημαντικές δαπάνες στα ακίνητα αυτά, που επηρέασαν δυσμενώς την οικονομική τους κατάσταση, -έστω και υπό τα όμματα της αρχικής ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1950 -1984- ή άλλων ειδικών περιστάσεων που προκάλεσαν σ' αυτούς δυσμενείς συνέπειες, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της επίμαχης ένστασης, με την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άσκηση της ένδικης αξίωσης δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και, ακολούθως, δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς (πρόδηλα και αναμφισβήτητα) τα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ οριζόμενα όρια. 'Υστερα απ' αυτά, πρέπει οι συναφείς πρώτος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, ακολούθως δε να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως προς τα επίδικα ακίνητα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, συμπληρούμενοι παραδεκτά, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από την Εισηγήτρια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 344/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ