2146/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2146/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 30 του Αγορανομικού Κώδικα ( ν.δ. 136/1946, όπως ισχύει, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, μεταξύ άλλων¨ και α) όποιοι επιδιώκουν ή επιτυγχάνουν υπερβολικό κέρδος με τέχνασμα ( παρ.2) και β) οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τις αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον εν λόγω νόμο ,καθώς και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα ( παρ.15).
Full text
Απόφαση 2146 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2146/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)..... και 2)....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, για αναίρεση της 9116/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2005 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1640/2005.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι 58/10-9-05 και 59/10-9- 06 αιτήσεις αναιρέσεως των ..... και ....., αντιστοίχως, στρεφόμενες και οι δύο κατά της 9116/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν παραδεκτώς εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1 και 2 του ν. 3346/2005, 2, 114 ΠΚ και 568 ΚΠΔ προκύπτει, ότι οι επιβληθείσες, μέχρι την 17/6/2005 ποινές έως έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν μέχρι την ως άνω ημερομηνία εκτιθεί, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο, ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δέκα οκτώ μήνες από 17-6-2005 σε νέα, από δόλο προερχόμενη, αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, ενώ οι μη εκτελεσθείσες κατά την παρ.1 του άρθρου 32 του ν.3346/2005 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή του δημόσιου κατήγορου κατά περίπτωση, Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή μη των αναιρετικών αιτήσεων , επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 9116/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για την πράξη της μη αναγραφής στις αποδείξεις λιανικής πώλησης των προβλεπομένων από την ΑΔ 14/ 89 ενδείξεων ( παράβαση άρθρου 30 παρ.2 και 15 του Αγορανομικού. Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 387 της ΑΔ 14/89 ), σε ποινή φυλακίσεως δύο μηνών , η οποία δεν είχε εκτιθεί μέχρι στις 17/6/2005, ημερομηνία δημοσιεύσεως του ν.3346/2005 .
Συνεπώς δεν μπορούν να εκδικασθούν ως προς την πράξη αυτή οι προκείμενες αναιρέσεις με τα σημερινά δεδομένα, αφού η υπόθεση έπρεπε κατά νόμο να τεθεί ως προς αυτές στο αρχείο από τον αρμόδιο εισαγγελέα και πρέπει η συζήτηση των πιο πάνω αιτήσεων να κηρυχθεί κατά τούτο απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 30 του Αγορανομικού Κώδικα ( ν.δ. 136/1946, όπως ισχύει, τιμωρούνται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, μεταξύ άλλων¨ και α) όποιοι επιδιώκουν ή επιτυγχάνουν υπερβολικό κέρδος με τέχνασμα ( παρ.2) και β) οι οπωσδήποτε παραβαίνοντες τις αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται από τον εν λόγω νόμο ,καθώς και άλλες αστυνομικές διατάξεις που ρυθμίζουν αγορανομικά αντικείμενα ( παρ.15).
Ειδικότερα με τα άρθρα 388 και 389 της 14/1989 Αγορανομικής Διάταξης (ΑΔ.), όπως το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της ΑΔ 18/1992,(ΥΑ Εμπορίου Φ2-730/9-26.6.1992 ΦΕΚ Β. 409) ορίσθηκαν τα ακόλουθα¨ ¨Αρθρο 388 . Καθορίζεται το ανεκτό όριο σφάλματος των παρακάτω μετρητών υγρών καυσίμων , σε ποσοστό + - 0,5% ( μισό τοις εκατό) επί της ποσότητας υγρών καυσίμων , που παραδίδεται κάθε φορά μέσω του μετρητή ¨ 1) Μετρητές υγρών καυσίμων τα οποία παρέχονται μέσω αντλιών και προορίζονται για τροχοφόρα, όπως βενζίνη super,βενζίνη regular (κοινή), μίγμα τους, αμόλυβδη βενζίνη , μίγμα βενζίνης με ορυκτέλαιο και ακάθαρτο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης. 2) Μετρητές υγρών καυσίμων , τα οποία μεταφέρονται σε βυτιοφόρα αυτοκίνητα και προορίζονται για πρατηριούχους, βιομηχανίες, κατοικίες κλπ, όπως βενζίνη super, βενζίνη regular (κοινή), αμόλυβδη βενζίνη και ακάθαρτο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης.
Άρθρο 389 Η ποσότητα των υγρών καυσίμων, που κάθε φορά υπάρχει στα βυτιοφόρα μεταφοράς και διανομής , πρέπει να είναι ίση με το σύνολο των παραγγελιών του αντιστοίχου δρομολογίου ή μειωμένη κατά τις ποσότητες που παραδόθηκαν μέχρι τη στιγμή του ελέγχου . Τα παραπάνω πρέπει να αποδεικνύονται από τα παραστατικά στοιχεία ( Βιβλίο Διακίνησης Πετρελαίου, δελτία αποστολής, τιμολόγια κλπ), που συνοδεύουν τα καύσιμα κατά τη διακίνησή τους .
Απαγορεύεται να υπάρχει περίσσευμα ή έλλειμμα καυσίμου πέραν των ποσοτήτων που ορίζονται στο άρθρο 388 της παρούσας" Αν όλες οι πιο πάνω παραβάσεις, όπως και όλες εκείνες που προβλέπονται από τα άρθρα 31 και 32 , τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή χρηματική ποινή ( άρθρο 33 Αγορ.Κώδικα).
Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους , χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.. Η ύπαρξη όμως του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος , δεν είναι κατ΄ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων , η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ( πλην της πιο πάνω στην παράγραφο Ι αναφερόμενης πράξεως, για την οποία η συζήτηση κρίθηκε απαράδεκτη)¨ "Στη Θεσσαλονίκη στις 4/12/1999, ο πρώτος κατηγορούμενος ....., ως οδηγός του με αριθμό ...
βυτιοφόρου αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της εταιρείας "..... Ο.Ε.", υπεύθυνος της οποίας είναι ο δεύτερος ....., 1) παρέβησαν την με αριθ. 14/89 (άρθ.388, 389 διάταξη του Υπουργείου Εμπορίου που ρυθμίζει αγορανομικά θέματα και δημοσιεύθηκε νόμιμα, δηλαδή σε γενόμενο έλεγχο διαπιστώθηκε ότι, ενώ το ανεκτό όριο σφάλματος των μετρητών καυσίμων καθορίζεται σε ποσοστό + - 0.5% της ποσότητας υγρών καυσίμων , που παραδίδεται κάθε φορά μέσω του μετρητή, εν τούτοις οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τα δελτία αποστολής, είχαν φορτώσει ποσότητα 6.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, βάσει των αποδείξεων λιανικής πώλησης είχε χορηγηθεί ποσότητα 3372 λίτρα.
Μετρηθέν το υπόλοιπο δια του θεωρουμένου μετρικού κανόνα βρέθηκε ποσότητα 3530 λίτρα, ήτοι περίσσευμα 802 λίτρα. 2) Επεδίωξαν και επέτυχαν υπερβολικό κέρδος με τέχνασμα, συγκεκριμένα ενώ είχαν φορτώσει ποσότητα 6.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, βάσει των αποδείξεων λιανικής πώλησης είχε χορηγηθεί ποσότητα 3530 λίτρα .
Μετρηθέν το υπόλοιπο δια του θεωρημένου μετρικού κανόνα βρέθηκε ποσότητα 3520 λίτρα, ήτοι περίσσευμα 802 λίτρα, επιτυγχάνοντες κατά αυτόν τον τρόπο παράνομο και υπερβολικό κέρδος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες για παραβάσεις του άρθρου 30 παρ.2 και 15 του Αγορανομικού Κώδικα σε συνδυασμό με τα άρθρα 388 και 389 της 14/1989 Αγορανομικής Διάταξης του Υπουργού Εμπορίου και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης 10 μηνών για την πρώτη πράξη, και φυλάκισης δέκα μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ για την δεύτερη πράξη, μετέτρεψε δε τις ποινές αυτές σε χρηματικές, προς 4,4 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης .
Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων , για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ευθέως δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες από δόλο (από πρόθεση) και όχι από αμέλεια τέλεσαν τα προαναφερόμενα δύο πλημμελήματα. Και δεν ήταν αναγκαίο. κατά την προεκτιθέμενη νομική σκέψη, να συμπεριλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το ότι οι πράξεις τελέστηκαν από δόλο, διότι ο δόλος εξυπακούεται ότι υπάρχει , αφού στην απόφαση μνημονεύεται ότι οι κατηγορούμενοι "επεδίωξαν και επέτυχαν υπερβολικό κέρδος δια τεχνάσματος ", δηλαδή, όπως συνάγεται αυτονοήτως από τα εκτιθέμενα στο προαναφερόμενο σκεπτικό, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στο περιγραφόμενο τέχνασμα με σκοπό το κέρδος (κάτι το οποίο αποκλείει την αμέλεια, τόσο για την 1η όσο και για την 2η πράξη).
Το τέχνασμα, όπως σαφώς υπονοείται κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συνίσταται στο ότι, ενώ φόρτωσαν 6.000 λίτρα και φέρεται ότι πούλησαν 3372, δεν βρέθηκε κατά τον γενόμενο έλεγχο το σωστό υπόλοιπο, αλλά επιπλέον ( περίσσευμα), το οποίο προέρχεται από παρακρατήσεις κατά τις γενόμενες παραδόσεις που προηγήθηκαν, και το οποίο οι κατηγορούμενοι- αναιρεσείοντες θα διέθεταν εισπράττοντες επιπλέον τίμημα, που συνιστά και το υπερβολικό κέρδος αυτών.
Για την πληρότητα δε της εν λόγω αιτιολογίας, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν σ' αυτήν και τα στο αναιρετήριο αναφερόμενα στοιχεία, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες .Επίσης οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν αναφέρονται και δεν εξατομικεύονται τα δελτία αποστολής από την άθροιση των οποίων προκύπτει η φόρτωση των 6.000 λίτρων, είναι απορριπτέες , διότι , όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν απαιτείται ειδική αναφορά και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά ή η αξιολογική συσχέτιση των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Ακολούθως, μετά την απόρριψη όλων των ταυτοσήμων κατά το περιεχόμενο τους λόγων και των δύο αναιρέσεων, πρέπει να απορριφθούν αυτές στο σύνολό τους, καθόσον αφορά τις δύο πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση των υπό κρίση 58/10-9-05 και 59/10-9- 06 αιτήσεων των ..... και ....., για αναίρεση της 9116/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς την πράξη της μη αναγραφής στις αποδείξεις λιανικής πώλησης των προβλεπομένων από την Αγορανομική Διάταξη 14/ 1989 ενδείξεων (παράβαση άρθρου 30 παρ.2 και 15 του Αγορανομικού. Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 387 της ΑΔ 14/1989.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις 58/10-9-2005 και 59/10-9- 2006 αιτήσεις των ..... και ....., για αναίρεση της 9116/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ