Legislator Case Law & Legislation
2145/2014 AI generated

2145/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2145/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2008 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

2145/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σκοπός αυτής της επιστολής είναι να ενημερωθείτε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 7§2 του Νόμου 1418/1984, για την πρόθεσή μας να ζητήσουμε πλήρη αποζημίωση για όλα τα επιπρόσθετα έξοδα που έχουν προκύψει. Είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε λεπτομερώς μαζί σας τα σημαντικά αυτά θέματα, εάν θεωρήσετε πως υπάρχει λόγος να γίνει κάτι τέτοιο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2145 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2145/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ BALFOUR BEATTY RAIL SpA - BOMBARDIER TRANSPORTATION Gmbh." πρώην καλουμένης "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΑΒΒ SOLUTIONS SpA - BOMBARDIER TRANSPORTATION Gmbh.", με γραφεία στη Νέα Σμύρνη Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "BALFOUR BEATTY RAIL SpA" πρώην "ΑΒΒ SOLUTION SpA", που εδρεύει στο Μιλάνο, με γραφεία στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "BOMBARDIER TRANSPORTATION Gmbh.", που εδρεύει πρώην στο Μανχάιμ και ήδη στο Βερολίνο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκιβιάδη Οικονόμου που συμπαραστάθηκε κατόπιν χορήγησης μεταπληρεξουσιότητας με τον παρόντα δικηγόρο Ιωάννη Βαρσαγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2008 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 6484/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/8/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 8/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 ν. 1418/1984, κατά την οποία "αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές ζημίες του, που προκαλούνται, μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης οχλήσεως", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημίωσης του αναδόχου, λόγω της υπερημερίας του κυρίου του έργου, απαιτείται σχετική έγγραφη όχληση του τελευταίου από τον ανάδοχο, η οποία, χωρίς να είναι ειδική, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα συνιστώντα την υπερημερία του πραγματικά περιστατικά με τις θετικές ζημίες, που προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η όχληση δε αυτή, ως εκ της φύσεως και του κατά νόμο περιεχομένου της, πρέπει να επιδίδεται στον κύριο του έργου μετά την έναρξη της υπερημερίας του, άλλως είναι πρόωρη και δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της.

Ακολούθως, δύναται ο ανάδοχος να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές ζημίες που προκλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση ,κατά τα ανωτέρω, της έγγραφης όχλησης μέχρι την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως, οι οποίες απορρέουν από το ζημιογόνο γεγονός εξαιτίας της υπερημερίας του κυρίου του έργου και, αν η συγκεκριμένη αίτηση αποζημιώσεως απορριφθεί, δικαιούται, με την τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας, να προσφύγει στο αρμόδιο Εφετείο (ΣτΕ 1814/2010, ΣτΕ 1009/2009, ΣτΕ 900/2009, ΣτΕ 2362/2009, ΣτΕ 2746/2008).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης με εκείνες των άρθρων 351, 358 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση εκτελέσεως δημόσιου έργου, για να γίνει υπερήμερος ο κύριος αυτού, δεν απαιτείται να συντρέχει πταίσμα του τελευταίου αλλά αρκεί η παράλειψή του, που δεν οφείλεται σε προσωρινό κώλυμα, να προβαίνει, μολονότι προσκλήθηκε από τον ανάδοχο του έργου, στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο ανάδοχος να εκπληρώσει την παροχή.

Επομένως, κατά την έννοια του νόμου, ο υπερήμερος κύριος του έργου ευθύνεται απέναντι στον ανάδοχο μόνο για θετικές ζημίες, που υπέστη ο τελευταίος κατά το διάστημα διακοπής των εργασιών από την ημέρα της οχλήσεως, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν απαιτείται να είναι ειδική, αλλά αρκεί να προσδιορίζεται συγκεκριμένα το ζημιογόνο γεγονός, (περιστατικά υπερημερίας) και η ζημία, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά όλων των επιμέρους στοιχείων, που τα εξειδικεύουν (ΣτΕ 651/2006, ΣτΕ 15/1993).

Στις θετικές δε ζημίες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, οι αμοιβές του αναγκαίου επιστημονικού, εργατοτεχνικού προσωπικού, τα μισθώματα των γραφείων του έργου, των εργοταξίων, των αποθηκευτικών κ.λ.π. χώρων, οι δαπάνες των εγγυητικών επιστολών του συγκεκριμένου έργου, οι δαπάνες και τα μισθώματα του μηχανικού εξοπλισμού και γενικά καθετί, που συνιστά μείωση της περιουσίας του ζημιωθέντος αναδόχου, η οποία (μείωση) μπορεί να προέλθει είτε από ελάττωση του ενεργητικού, είτε από αύξηση του παθητικού, είτε από σωρευτική συνδρομή και των δύο, δηλαδή οποιαδήποτε δαπάνη, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το υπόψη έργο και δεν διακόπτεται, παρά τη διακοπή του έργου ή προξενείται ακριβώς λόγω της διακοπής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, και Ολ.ΑΠ 4/2005). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται η παράβαση των διατάξεων που αναφέρονται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος του διαδίκου (ΑΠ 337/200?, Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 326/2009) και όχι μέσω αυτού από το αρ. 14, ο οποίος και ανεξάρτητα του ότι δεν παρέχεται στις υποθέσεις δημοσίων έργων, ιδρύεται όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται στοιχεία που θεμελιώνουν τις παραπάνω διαδικαστικές προϋποθέσεις.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999)].

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1022/13). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 193/2013).

Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 ν. 1418/84 δέχθηκε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό αυτής (διάταξης), ότι η γενομένη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητά της ως αναδόχου εκτέλεσης του περιγραφομένου σ' αυτούς έργου, με το υπ' αριθμ. 1115/εν/αμ/14-12-01 έγγραφο της όχληση αυτής (αναιρεσείουσας), ως κυρίας του έργου, συνιστούσε την απαιτουμένη από την εν λόγω διάταξη, ως προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για της προκληθείσες σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) θετικές ζημίες από την υπερημερία της ίδιας, ως εργοδότριας, αρνουμένης τη σύμπραξή της στην εκτέλεση του παραπάνω έργου, όχληση παρά το γεγονός ότι αυτή δεν περιείχε ούτε τα συνιστώντα την υπερημερία της (αναιρεσείουσας) πραγματικά περιστατικά ούτε λεπτομερή περιγραφή των προκαλουμένων απ' αυτά θετικών ζημιών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης η τελευταία δέχθηκε, ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα τα παρακάτω ... "Περαιτέρω η τελευταία (τρίτη προσφεύγουσα-ανάδοχος Κοινοπραξία), παράλληλα με τις ως άνω ενέργειες της για παράταση της συνολικής προθεσμίας περάτωσης του επίδικου έργου, απέστειλε στην καθ' ης η προσφυγή "ΕΡΓΟΣΕ" (αρ.

πρωτ. 3175828/18-12-2000), την υπ' αριθμ. 908/DR/αμ/Ι5-12-2000 επιστολή της με το εξής περιεχόμενο: "Δεδομένης της αδυναμίας της ΕΡΓΟΣΕ να ανταποκριθεί στις συμβασιακές της υποχρεώσεις, και συγκεκριμένα: α) στην έγκαιρη παράδοση των εργοταξίων των υποσταθμών στον Ανάδοχο, β) στη διάθεση ηλεκτρικού ρεύματος στα διάφορα τμήματα του έργου, γ) στην απομάκρυνση ή παράκαμψη υπαρχόντων γραμμών ρεύματος, έτσι ώστε να εξελιχθεί ομαλά η ολοκλήρωση των εργασιών, αλυσοειδούς γραμμής επαφής (επισυνάπτεται το αποδεικτικό στοιχείο Α, το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του περιορισμού), δ) στην απελευθέρωση και διάθεση εργοταξίου για την ισορροπία των εργασιών προς ολοκλήρωση σε εκείνα τα τμήματα, όπου μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο.

Κατά συνέπεια, η Κοινοπραξία θα επιβαρύνει την ΕΡΓΟΣΕ με τα εξής επιπρόσθετα έξοδα: 1) Γενικά Έξοδα Χρονικής Υπέρβασης Έργου, τα οποία καλύπτουν τη χρονική περίοδο η οποία έχει υπερβεί την αρχική προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου, όπως αυτή καθοριζόταν από τη σύμβαση. Αυτά τα έξοδα περιλαμβάνουν τα άμεσα έξοδα της Κοινοπραξίας και των υπεργολάβων της αναφορικά προς:

Διοίκηση, διαχείριση, μηχανικούς, logistics, επίβλεψη, σχέδιο και εξοπλισμό, άμεσα έξοδα κεντρικού γραφείου, ασφάλεια έναντι παντός κινδύνου, ασφάλεια τρίτων, πρόβλεψη για χρεόγραφα/εγγυήσεις, οικονομικές επιβαρύνσεις και τα συναφή. 2) Επιπρόσθετα έξοδα για διακοπή εργασιών προκειμένου να εκτελεστούν εργασίες που είχαν παραμείνει ανεκτέλεστες και είχαν ανασταλεί λόγω της αδυναμίας της ΕΡΓΟΣΕ να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και για τις οποίες θα ζητηθεί η ανάληψή τους κατά τρόπο σπασμωδικό, ασυνεχή και ασύμφορο οικονομικά, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι ζητούμενες εργασίες.

Σκοπός αυτής της επιστολής είναι να ενημερωθείτε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 7§2 του Νόμου 1418/1984, για την πρόθεσή μας να ζητήσουμε πλήρη αποζημίωση για όλα τα επιπρόσθετα έξοδα που έχουν προκύψει. Είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε λεπτομερώς μαζί σας τα σημαντικά αυτά θέματα, εάν θεωρήσετε πως υπάρχει λόγος να γίνει κάτι τέτοιο.

Εν τω μεταξύ, θα θέλαμε τη θεωρητική παραδοχή εκ μέρους της ΕΡΓΟΣΕ πως η Κοινοπραξία έχει βάσιμους λόγους, που προκύπτουν από τη σύμβαση, να απαιτεί αποζημίωση για τα έξοδα που προαναφέρθηκαν". Το περιεχόμενο της, ως άνω, επιστολής της επανέλαβε, κατά λέξη, η ανάδοχος Κοινοπραξία στο υπ' αριθμ. 1115/ΕV/aμ/14-12-2001 έγγραφό της προς την καθ' ης η προσφυγή (αρ.

πρωτ. 3178551/17-12-2001) ισχυριζόμενη επιπλέον τα ακόλουθα: "Η συμβατική προθεσμία περατώσεως του έργου εξέπνευσε στις 28 Αυγούστου 2001 και παρά την έγγραφη όχληση, που σας υποβάλαμε στις 15 Δεκεμβρίου 2000, εξακολουθείτε να βρίσκεσθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών σας υποχρεώσεων που επισημάναμε στην προαναφερόμενη έγγραφη όχληση, ώστε εκ τούτου να προκαλείται μεγάλη ζημία στην Κοινοπραξία μας και στις εταιρείες, που τη συναποτελούν.

Αναφερόμαστε στην προαναφερόμενη όχλησή μας της 15ης Δεκεμβρίου 2000, δηλαδή στο περιεχόμενο του εγγράφου μας 908/DR/αμ/15-12-2000, το οποίο έχει επί λέξει ως εξής: "...". Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουμε τύχει οποιασδήποτε απάντησης από μέρους σας επί του τόσο σημαντικού αυτού θέματος. Συνοψίζοντας και ανακεφαλαιώνοντας τονίζουμε ότι έχετε περιέλθει και ήδη βρίσκεσθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των ακόλουθων συμβατικών υποχρεώσεών σας:

Α) ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΤΗΛΕΔΙΟΙΚΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟΣΤΑΘΜΩΝ Για το τμήμα Αχαρναί- Οινόη (Τ/Υ Αχαρναί) μέχρι το Μάρτιο 1999. Για το τμήμα Οινόη-Τιθορέα (Τ/Υ Οινόη, Σισσός) μέχρι το Σεπτέμβριο 1997. Για το τμήμα Λιανοκλάδι-Δομοκός (Τ/Υ Καλλιπεύκη) μέχρι τον Οκτώβριο 1998. Για το τμήμα Δομοκός-Ευαγγελισμός (Τ/Υ Παλαιοφάρσαλος και Λάρισα) μέχρι τον Απρίλιο 1998.

Για το τμήμα Ευαγγελισμός-Λεπτοκαρυά (Τ/Υ Ραψάνη) μέχρι τον Αύγουστο 2000. Για το τμήμα Λεπτοκαρυά-Θεσσαλονίκη (Τ/Υ Μαυρονέρι και Σίνδος) μέχρι τον Αύγουστο 1999. Μέχρι σήμερα η ΕΡΓΟΣΕ έχει παραδώσει μόνο το γήπεδο για τον Τηλεδιοικούμενο Υποσταθμό Λάρισας, τον Ιούλιο του 2000, δηλαδή με 27 μήνες καθυστέρηση Β) ΠΑΡΟΧΗ ΙΣΧΥΟΣ 150 KV ΓΙΑ ΤΗΛΕΔΙΟΙΚΟΥΜΕΝΟΥΣ ΥΠΟΣΤΑΘΜΟΥΣ.

Για το τμήμα Αχαρναί-Οινόη (Τ/Υ Αχαρναί) μέχρι τον Απρίλιο 2000. Για το τμήμα Οινόη-Τιθορέα (Τ/Υ Οινόη, Σφνγξ και Κηφισσός) μέχρι το Φεβρουάριο 1999. Για το τμήμα Λιανοκλάδι-Δομοκός (Τ/Υ Καλλιπεύκη) μέχρι το Φεβρουάριο 2000. Για το τμήμα Δομοκός-Ευαγγελισμός (Τ/Υ Παλαιοφάρσαλος και Λάρισα) μέχρι το Σεπτέμβριο 1999.

Για το τμήμα Ευαγγελισμός-Λεπτοκαρυά (Τ/Υ Ραψάνη): Δεν υπάρχει πρόβλεψη στο Συμβατικό Χρονοδιάγραμμα, αφού δεν περιελήφθη στην Αρχική Σύμβαση. Για το τμήμα Λεπτοκαρυά-Θεσσαλονίκη (Τ/Υ Μαυρονέρι και Σίνδος) μέχρι το Νοέμβριο 2000. Μέχρι σήμερα η ΕΡΓΟΣΕ δεν έχει δώσει ισχύ για κανένα Τηλεδιοικούμενο Υποσταθμό.

Γ) ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΩΝ ΓΡΑΜΜΗΣ ΟΣΕ - Έγκριση του τελικού σχεδίου εφαρμογής για το τμήμα Αχαρνές- Οινόη, το οποίο υποβλήθηκε από την Κοινοπραξία από την 28η Μαΐου 2001. Παράδοση βασικού σχεδίου γραμμής για εργασίες αλυσοειδούς που είναι ακόμη ανεκτέλεστες στα: Σ. Σ. Κατερίνη (βλ. επιστολή Κ/Ξ 968/03.04.01) Τμήμα Αλίαρτος-Αλαλκομενές (Km 127,700 έως Km 129,700) - Γέφυρα Αξιού, Δ) ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ Ή ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΕΜΠΟΔΙΩΝ ΚΑΤΑ ΜΗΚΟΣ ΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ.

Μέχρι σήμερα κάποια εμπόδια εξακολουθούν να επηρεάζουν την ολοκλήρωση των εργασιών αλυσοειδούς στις ακόλουθες περιοχές: Αχαρνές-Οινόη (βλ. επιστολή Κ/Ξ 860/18.10.00) - Οινόη - Τιθορέα (βλ. επιστολές Κ/Ξ 966/23.03.01 και 1101/22.11.01) - Σ. Σ. Μεζούρλος (βλ. επιστολή Κ/Ξ 838/08.08.00) Σ. Σ. Λάρισα (βλ. επιστολή Κ/Ξ 838/08.08.00). Ε) ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΕΥΘΥΝΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΓΙΑ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΣΗΣ.

Τις προηγούμενες εβδομάδες το συνολικό πρόγραμμα κατασκευής αλυσοειδούς επηρεάστηκε σημαντικά από την αδυναμία της ΕΡΓΟΣΕ να παράσχει υπευθύνους αντιπροσώπους σύμφωνα με τους όρους και τις συνθήκες της Σύμβασης έτσι ώστε να επιτραπεί στην Κοινοπραξία να προχωρήσει με την εκτέλεση των εργασιών (Επιστολές μας 1094/09.11.01, 1102/22.11.01 και 1106/ 28.11.01).

Συνεπώς σας καλούμε με την παρούσα να εκπληρώσετε αμέσως τις προαναφερόμενες συμβατικές υποχρεώσεις σας. Επίσης με την παρούσα, επιφυλασσόμενοι κάθε δικαιώματος μας, σας δηλώνουμε για μία ακόμη φορά ότι εκ της υπερημερίας σας αυτής προκαλούνται θετικές ζημίες σε βάρος μας από πρόσθετες δαπάνες στις οποίες υποβαλλόμαστε για τις ακόλουθες αιτίες, για τις οποίες θα ζητήσουμε αποζημίωση:

α) Για το μη παραγωγικό και βασικό παραγωγικό προσωπικό μας παραμένον δεσμευμένο στο έργο και/ή για το έργο επί χρόνο περισσότερο του αρχικώς αναμενόμενου και προϋπολογισθέντος κατά τη Σύμβαση, β) Για το κατασκευαστικό και άλλο μηχανολογικό εξοπλισμό, εργαλεία και μέσα, περιλαμβανομένων αυτοκινήτων και άλλων οχημάτων, όπως επίσης ηλεκτρονικών μέσων, παραμένοντα δεσμευμένα στο έργο και/ή για το έργο επί χρόνο περισσότερο του αρχικώς αναμενόμενου και προϋπολογισθέντος κατά τη Σύμβαση, γ) Για διατήρηση των εγγυητικών επιστολών και των συμβάσεων ασφάλισης σε ισχύ επί χρόνο περισσότερο από όσο αρχικώς προβλεπόταν και είχε προϋπολογισθεί κατά τη Σύμβαση.

δ) Για λειτουργία των εργοταξιακών μας γραφείων και εγκαταστάσεων, καθώς επίσης των γραφείων μας στην Αθήνα (Νέα Σμύρνη) επί χρόνο περισσότερο του αρχικώς αναμενόμενου και προϋπολογισθέντος κατά τη Σύμβαση. ε) Για όλες ης ζημίες που υπέστη η εγκατεστημένη γραμμή επαφής από βανδαλισμούς και κλοπές διαπραχθείσες από τρίτους, καθώς επίσης για όλες μας τις δαπάνες προς αμοιβή φυλάκων και εταιρειών ασφαλείας για την προστασία της γραμμής επαφής, που παραμένουσα χωρίς παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, γίνεται εύκολο αντικείμενο βανδαλισμών και κλοπής, αφού στην επισήμανση από εμάς αυτού του κινδύνου, σεις επιμείνατε στην τοποθέτηση της μεταλλικής γραμμής χωρίς να μας δίνετε τη δυνατότητα παροχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος σ' αυτήν.

στ) Για τη μείωση της παραγωγικότητας του παραγωγικού μας προσωπικού και μέσων, λόγω της αναστάτωσης που προκλήθηκε εκ μέρους σας στην εκτέλεση της Σύμβασης από εμάς. ζ) Για πρόσθετο κόστος χρηματοδότησης, το οποίο υπέστημεν επί πλέον του αρχικώς αναμενόμενου και προϋπολογισθέντος κατά τη Σύμβαση. η) Για γενικά έξοδα (όπως πρόσθετες μελέτες, πρόσθετες διοικητικές δαπάνες, έξοδα ταξιδιών) στα οποία υποβληθήκαμε επί πλέον των αρχικώς αναμενόμενων και προϋπολογισθέντων κατά τη Σύμβαση.

θ) Για αντίστοιχες αξιώσεις των υπεργολάβων μας". Ενόψει, όμως, των νομικών και πραγματικών δεδομένων, που προαναφέρθηκαν, το υπ' αριθμ. πρωτ. 908/DR/αμ/15-12-2000 έγγραφο της αναδόχου προσφεύγουσας Κοινοπραξίας, με το πιο πάνω αόριστο και ασαφές περιεχόμενο, όσον αφορά την περιγραφή των επικαλούμενων πραγματικών υπερημερίας της "ΕΡΓΟΣΕ", καθώς και την επισήμανση των προκαλούμενων απ' αυτά θετικών ζημιών της, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι αποτελεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 παρ.2 ν. 1418/1984 όχληση και, επομένως, ουδεμία των οριζόμενων σε αυτό εννόμων συνεπειών παρήγαγε [πρβλ.

Α.Π. 1511/2000). Αντίθετα, τέτοια όχληση διαλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 1115/ΕV/αμ/14-12-2001 έγγραφο της αναδόχου Κοινοπραξίας προς την "ΕΡΓΟΣΕ", που κοινοποιήθηκε στην τελευταία την 17η-12-2007 και, συνακόλουθα, πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητά του". Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την επικαλουμένη διάταξη του άρθρου 7 παρ 2 ν. 1418/1984 δεχθείσα, ορθώς και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι η διαλαμβανομένη στο υπ' αριθ. 1115/ΕV/αμ/14-12-2001 έγγραφο της αναιρεσίβλητης όχληση περιείχε, κατ' αντίθεση προς αυτή (όχληση) του 908/DR/αμ/15-12-00 εγγράφου, που κρίθηκε ενδεής της επαρκούς εκθέσεως των περιστατικών υπερημερίας της αναιρεσείουσας και του προσδιορισμού των εξ αυτής προκαλουμένων θετικών ζημιών, όλα τα από την προδιαληφθείσα διάταξη του αρθ. 7 παρ 2 ν. 1418/84 απαιτούμενα για την εγκυρότητά της στοιχεία και ειδικότερα τόσο τα θεμελιωτικά της επικαλουμένης υπερημερίας (της εργοδότριας αναιρεσείουσας) πραγματικά περιστατικά με ακριβή αναφορά των συμβατικών υποχρεώσεων αυτής, στις οποίες αναφέρεται η χωρήσασα υπερημερία, όσο και λεπτομερή, κατ' είδος και τομέα, προσδιορισμό και περιγραφή των προκληθεισών από την εν λόγω υπερημερία θετικών ζημιών, η παράλειψη του αριθμητικού, επί μέρους και ολικού προσδιορισμού του ύψους αυτών δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της γενομένης οχλήσεως, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η τελευταία δεν απαιτείται να είναι ειδική, αλλά να διαλαμβάνει επίκληση των συνιστώντων την υπερημερία πραγματικών περιστατικών και των προκαλουμένων απ' αυτή θετικών ζημιών σε βαθμό επιτρέποντα την άμυνα του κυρίου του έργου, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες οι προβαλλόμενες με τους παραπάνω λόγους αιτιάσεις.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 36 π.δ. 609/85: "1. Σε κάθε σύμβαση δημοσίου έργου, εκτός από την προθεσμία για την περάτωση του συνόλου του έργου (συνολική προθεσμία) ορίζονται και προθεσμίες για τη συμπλήρωση ορισμένων τμημάτων του έργου (τμηματικές προθεσμίες). 2. Όλες οι προθεσμίες αρχίζουν από την υπογραφή της σύμβασής, έκτος αν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτήν. 3.

Μέσα στη συνολική προθεσμία πρέπει να έχουν τελειώσει όλες οι εργασίες κατασκευής και να έχουν γίνει και οι δοκιμασίες του έργου, αν προβλέπονται δοκιμασίες από την σύμβαση. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται ανάλογα και για τις τμηματικές προθεσμίες. 6. Παράταση της συνολικής ή των τμηματικών προθεσμιών εγκρίνεται, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ 4 του άρθρου 5 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 10 του ν. 1418/84:, α) Είτε "με αναθεώρηση", όταν η καθυστέρηση του συνόλου των εργασιών του έργου ή του αντίστοιχου τμήματος δεν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου (άρθρ. 5 παρ. 4 του ν. 1418/84) ή προκύπτει από αύξηση του αρχικού συμβατικού αντικειμένου (αρθρ. 8 παρ. 1 του ν. 1418/84).

β) Είτε "χωρίς αναθεώρηση" (για το σύνολο ή μέρος των υπολειπόμενων εργασιών), όταν η παράταση κρίνεται σκόπιμη για το συμφέρον του έργου, έστω και αν η καθυστέρηση του συνόλου ή μέρους των υπολειπομένων εργασιών οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου (άρθρ. 10 παρ. 2 και 3 του ν. 1418/84). 8. Η έγκριση παρατάσεων προθεσμιών γίνεται από την Προϊσταμένη Αρχή, ύστερα από αίτηση του αναδόχου.

Παράταση προθεσμίας μπορεί να εγκριθεί και χωρίς αίτηση του αναδόχου, αν η εγκρινόμενη παράταση δεν υπερβαίνει την οριακή προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 4 εδάφιο τρίτο του ν. 1418/84". Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ 4 ν. 1418/84: 4. Σε κάθε σύμβαση κατασκευής έργου ορίζεται προθεσμία για την περάτωσή του, στο σύνολο και κατά τμήματα.

Παράταση των προθεσμιών γίνεται μόνο ύστερα από έγκριση του φορέα κατασκευής του έργου, αν οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου. Σε κάθε περίπτωση ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει την κατασκευή του έργου για επιπλέον χρονικό διάστημα ίσο προς το ένα τρίτο της συνολικής προθεσμίας του έργου και πάντως όχι μικρότερο των τριών μηνών (οριακή προθεσμία).

Με τις προθεσμίες, συνολική και τμηματικές, συνδυάζεται το χρονοδιάγραμμα των εργασιών. Σε κάθε περίπτωση μεταβολών των προθεσμιών ή του αντικειμένου του έργου αναπροσαρμόζεται το χρονοδιάγραμμα".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, ο ανάδοχος, ο οποίος, κατόπιν αιτήσεώς του, πέτυχε να παραταθεί η προθεσμία εκτελέσεως του έργου, δεν αποκλείεται, χωρίς προηγουμένως να έχει ασκήσει, υπό τους όρους του νόμου, το δικαίωμα διαλύσεως της συμβάσεως, το οποίο ενδεχομένως είχε, να ζητήσει την αποκατάσταση των θετικών ζημιών, που τυχόν υπέστη, λόγω της υπερημερίας του κυρίου του έργου περί την εκπλήρωση των συμβατικών ή νόμιμων υποχρεώσεων του, εφόσον, βεβαίως, συντρέχουν προς τούτο οι οριζόμενες στο άρθρο 7 παρ, 2 του ν. 1418/1984 προϋποθέσεις, που προαναφέρθηκαν (ΣτΕ 4243/2005, ΣτΕ 4/2001, ΣτΕ 2386/1996).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 4 ν. 1418/1984 και 36 παρ 6 π.δ. 609/1985 επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη ανάδοχο κοινοπραξία το ποσό των 133.817 ευρώ ως αποζημίωσή της για θετική ζημία προκληθείσα κατά το από 17-12-2001 μέχρι 31-8-2003 χρονικό διάστημα, δεχθείσα υπερημερία αυτής (αναιρεσείουσας) να συμπράξει στην εκτέλεση των απαραιτήτων για την περαίωση του έργου εργασιών κατά το διάστημα αυτό, παρόλο που δεν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση (υπερημερίας) καθόσον η χορηγηθείσα από την ίδια ως εργοδότρια, ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης παράταση της συνολικής προθεσμίας περάτωσης του έργου κατά 52 μήνες ήτοι μέχρι 28-12-15 απέκλειε την περιέλευσή της σε κατάσταση υπερημερίας κατά το προγενέστερο της παραπάνω καταληκτικής προθεσμίας περατώσεως χρονικό διάστημα.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δικαιολογητικός λόγος της επιδικασθείσας αποζημίωσης είναι η υπερημερία της αναιρεσείουσας αναφορικά με το συνολικό χρόνο περάτωσης του έργου, η οποία όμως (προϋπόθεση), δεν συντρέχει, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και ιδίως από την παραδοχή αυτής κατά την οποία "περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι η συστηματική καθυστερημένη σταδιακή και χωρίς πρόγραμμα παράδοση των γηπέδων (οικοπέδων) κατασκευής των τηλεδιοικουμένων υποσταθμών του επίδικου έργου σε χρόνους μεταγενέστερους του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος τούτου, όπως προαναφέρθηκε, περιήγαγε την καθής η προσφυγή (αναιρεσείουσα) σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη έναντι της αναδόχου κοινοπραξίας (αναιρεσίβλητης), επηρέασε δυσμενώς την πλήρη ενεργοποίηση της διαδικασίας ανάπτυξης, διαχείρισης και εκτέλεσης των εργασιών ...

με αποτέλεσμα να ζημιώνεται η ανάδοχος (αναιρεσίβλητη) ... υποβαλλόμενη σε δαπάνες απολύτως αναγκαίες για την ομαλή και προσήκουσα κατά τη σύμβαση λειτουργία της αναδόχου", προκύπτει ότι, η καταλογισθείσα υπερημερία της αναιρεσείουσας (αφορά στην τμηματική προθεσμία του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης των εργασιών, που αναφέρεται στην παράδοση των γηπέδων (οικοπέδων) κατασκευής των τηλεδιοικουμένων υποσταθμών, την οποία δεν αποκλείει η χορηγηθείσα παράταση της συνολικής προθεσμίας περατώσεως του έργου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 7 παρ 2 ν. 1418/84, η οποία παρέχει στον ανάδοχο αξίωση αποζημίωσης για την προκληθείσα σ' αυτόν θετική ζημία εξαιτίας της υπερημερίας του κυρίου του έργου αναφορικά όχι μόνο με τη συνολική προθεσμία περάτωσης του έργου αλλά και με τις επί μέρους τμηματικές προθεσμίες του καταρτισθέντος χρονοδιαγράμματος.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου παράβασης από την προσβαλλομένη απόφαση της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 7 παρ 2 ν. 1418/1984, συντελεσθείσας με την παράλειψη αυτής, κατά τη διαλαμβανομένη στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) της παραπάνω διάταξης εκτίμηση των αποδείξεων, να εκτιμήσει το συνδυασμό της παράτασης της συνολικής προθεσμίας περατώσεως του έργου προς το χρονοδιάγραμμα των εργασιών του καθώς και τις επιπτώσεις της μεταβολής της συνολικής προθεσμίας περατώσεως του έργου επί των προθεσμιών που βαρύνουν τον εργοδότη".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 1/99, ΑΠ 1301/08, ΑΠ1202/08), αφού, στην αντίθετη περίπτωση, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της από το άρθ. 559 αρ 19 ΚΠολΔ αιτίασης θα επλήττετο, απαραδέκτως, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα (ΑΠ 657/09).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1. ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του από τη διάταξη αυτή προβλεπομένου λόγου αναίρεσης της παραβίασης των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υπό τη μορφή της μη προσφυγής σ' αυτούς κατά την πραγματοποιηθείσα από το δικαστήριο της ουσίας ερμηνεία όρου της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο εκτός από:

α) τις παραδοχές (της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, β) την έννομη συνέπεια που, βάσει αυτών, καταγνώστηκε (ΟλΑΠ 18/2005, 28/98), γ) το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, [στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωση όλων των μορφών παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 28/98, ΑΠ 901/10 ΑΠ 495/10)], και, επιπλέον, δ) την επίκληση αφενός διαπιστώσεως ευθέως ή εμμέσως από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή αμφιβολίας στην εφαρμοσθείσα σύμβαση με παράθεση, για την περίπτωση της έμμεσης διαπίστωσης, των αποδεικνυόντων αυτήν (έμμεση διαπίστωση) παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και αφετέρου της, παρά τη συνδρομή της παραπάνω διαπίστωσης, μη προσφυγής σ' αυτούς (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 604/11, ΑΠ 2197/2007, ΑΠ 1210/2008).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της παραβίασης από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων καταρτισθείσας σύμβασης έργου των ερμηνευτικών των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στους οποίους η τελευταία δεν προσέφυγε παρά το γεγονός ότι "από όσα δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, κατά το μέρος που αφορά τις δικές μας υποχρεώσεις, φαίνεται ότι κατά τις παραδοχές του Εφετείου η επίδικη σύμβαση παρουσιάζει ασάφεια ή κενό ως προς τον αναφερόμενο στο χρόνο παράτασης της προθεσμίας εκτέλεσης του έργου και του χρονοδιαγράμματος όρου αυτής (σύμβασης)", πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε η σχετική κρίση της, ούτε η βάσει αυτών, καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια αλλά, και κυρίως οι παραδοχές αυτής (απόφασης) από τις οποίες κατά την αναιρεσείουσα προκύπτει η από το δικαστήριο της ουσίας (έμμεση) διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς τον επικαλούμενο όρο της σύμβασης, η συνδρομή της οποίας (έμμεση διαπίστωση) απαιτείται, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, για τη θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου.

Με το άρθρο 12 παρ.1, 2, 3, 4, 7 και 8 του Ν. 1418/1984 "περί δημοσίων έργων", όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της παρ. 1 από το άρθρο 3 του Ν. 2940/2001 και 15 του Ν. 3212/2003, της παρ. 3 από το άρθρο 3 παρ.1 του Ν. 2229/1994 και της παρ. 8 από το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 2229/1994, ορίζονται τα εξής: "1. Κατά των πράξεων ή παραλείψεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, χωρεί ένσταση.

Η ένσταση ασκείται με κατάθεση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δεκαπέντε ημερών, από την κοινοποίηση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης, εκτός αν σε ειδικές περιπτώσεις ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν ή τα προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του. 2. Η ένσταση απευθύνεται στην προϊσταμένη αρχή εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Η αρμόδια αρχή υποχρεούται να εκδώσει την απόφαση της μέσα σε δύο μήνες από την κατάθεση της ένστασης. 3. Αν η ένσταση απορριφθεί στο σύνολο της ή μερικώς ή αν παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο ανάδοχος μπορεί να ασκήσει αίτηση θεραπείας σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης ή από την άπρακτη πάροδο του διμήνου.

Η έκδοση ή κοινοποίηση απόφασης επί της ενστάσεως μετά την πάροδο του διμήνου δεν μεταθέτει την έναρξη της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση αίτησης θεραπείας. 4. Αίτηση θεραπείας ασκείται επίσης και κατά αποφάσεων ή πράξεων της προϊσταμένης αρχής ή του κυρίου του έργου εφόσον με τις αποφάσεις ή πράξεις αυτές δημιουργείται για πρώτη φορά διαφωνία.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν απαιτείται να προηγηθεί ένσταση και η τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για την άσκηση της αίτησης θεραπείας αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης η της πράξης στον ανάδοχο. Η αίτηση θεραπείας απευθύνεται στον Υπουργό Δημοσίων Έργων (εκτός από τις αιτήσεις θεραπείας του αναδόχου που ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1418/198.4, για τις οποίες κατά το άρθρο 6 του Π.Δ. 413/1981 αποφασίζει ο Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου της Εταιρείας). ... 7.

Σε κάθε αίτηση θεραπείας αποφασίζει Υπουργός Δημοσίων Έργων ύστερα από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της αίτησης θεραπείας. 8. Αν η αίτηση θεραπείας απορριφθεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ή αν ο Υπουργός δεν εκδώσει και κοινοποιήσει την απόφασή του μέσα σε τρίμηνη προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, δικαιούται αυτός που υπέβαλε την αίτηση θεραπείας να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του επόμενου άρθρου.

Η κοινοποίηση της απόφασης γίνεται μέσα στην ανωτέρω τρίμηνη προθεσμία ...". Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 1, 3 και 6 του ίδιου Ν. 1418/1984, όπως οι παρ. 1 και 3 τροποποιήθηκαν από το άρθρο 4 παρ.3α του N.3481/2006, ορίζονται τα εξής: "Ι. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.

Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου. 2. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο. 3.

Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγούμενου άρθρου.

Εάν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, η αίτηση για τον καθορισμό του αρμόδιου εφετείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλεται μέσα στην ίδια δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή ή δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για άσκηση προσφυγής αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου.

Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης ...". Από τις ανωτέρω διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο που ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή και οι οποίες ρύθμιζαν την ακολουθητέα προδικασία (ήδη ισχύουν οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 76 και 77 παρ. 3 του Νόμου 3669/2008 "περί Κώδικα Κατασκευής Δημοσίων Έργων") και οι οποίες παρά την προβλεπόμενη από την μη τήρηση τους κύρωση του απαραδέκτου είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ιδιωτικού δικαιώματος (βλ.

Α.Π. 1432/2007, 873/1992), συνάγεται ότι, ενώπιον του Εφετείου φέρεται η προκαλούμενη διαφορά από πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και Προϊσταμένης Αρχής εκτελούμενου δημόσιου έργου, που προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, με προσφυγή του τελευταίου, αφού προηγουμένως τηρηθεί η διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία, δηλαδή, αφού ασκηθούν, επί ποινή απαραδέκτου, τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές δύο επάλληλα ενδικοφανή μέσα της ενστάσεως και της αιτήσεως θεραπείας, ενώ δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στα επόμενα ενδικοφανή μέσα ή στην προσφυγή αιτήματα διαφορετικά η περισσότερα από εκείνα που περιελήφθησαν στα προηγούμενα ενδικοφανή μέσα και τα οποία το αρμόδιο να αποφανθεί επ' αυτών όργανο απέρριψε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με την πάροδο άπρακτης της προβλεπομένης σχετικής προθεσμίας, ενώ κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, για τη νόμιμη άσκηση προσφυγής στρεφόμενης κατά τεκμαιρομένης απορρίψεως ενδικοφανούς μέσου (αιτήσεως θεραπείας) δεν απαιτείται να έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία εντός της οποίας υποχρεούται να αποφανθεί το αρμόδιο όργανο επί του ενδικοφανούς μέσου, αλλ' αρκεί να συμπληρωθεί η προθεσμία αυτή μέχρι της συζητήσεως της προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή να εκδοθεί η επί του ενδικοφανούς μέσου απόφαση (βλ.

ΣτΕ 4138/19984499/1996, 4194/1996, 1913/1993, 1163/1992). Εξάλλου, το π.δ. 609/85 "Κατασκευή Δημοσίων Έργων" (ΦΕΚ Α' 223) σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 12 του άρθρου 12 του ν. 1418/1984, ορίζει στο άρθρο 57 παρ. 1 τα εξής: Η αίτηση θεραπείας δεν είναι απαραίτητο να έχει συνταχθεί με ορισμένο τύπο, πρέπει όμως να περιλαμβάνει μνεία της πράξης ή της παράλειψης κατά της οποίας στρέφεται, σύντομο ιστορικό της σύμβασης και της διαφωνίας, τους λόγους στους οποίους στηρίζει τις απόψεις του αυτός που υποβάλλει την αίτηση και τέλος συγκεκριμένα και με σαφήνεια τη διαφωνία και τα αιτήματα που στηρίζονται σ αυτήν".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του ν. 1406/1984 ΦΕΚ Α 182), Γ19 παρ. 3 και 4 του π.δ. 341/1978 (ΦΕΚ Α' 71) και 13 παρ. 4 του ν. 1418/1984, συνάγεται ότι ενώπιον του διοικητικού εφετείου προσφυγή, με την οποία εισάγονται διαφορές από σύμβαση περί εκτελέσεως δημοσίων έργων βάσει του ν. 1418/1984, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εάν είτε δεν ασκηθεί καθόλου προηγουμένως αίτηση θεραπείας από τον προσφεύγοντα, είτε ασκηθεί μεν αίτηση θεραπείας, αλλά κατά παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών, τύπων προβλεπομένων από τις ανωτέρω διατάξεις, (όλως αόριστη), διότι, και στην περίπτωση αυτή, η αίτηση θεραπείας είναι τύποις απορριπτέα και, συνεπώς, αποκλείεται η κατ' ουσίαν επανεξέταση των παραπόνων του ενδιαφερομένου μέσα στους κόλπους της διοικήσεως, λαμβανομένου υπ' όψη ότι στην επανεξέταση αυτή αποσκοπεί η θέσπιση του ενδικοφανούς αυτού μέσου πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο (ΣτΕ1778/2002, 246/1992, 1975/2000).

Με τους έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ν. 1418/84, δέχθηκε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) αυτών, την παραδεκτή άσκηση της ένδικης προσφυγής παρά τη μη τήρηση της διαγραφομένης από τις παραπάνω διατάξεις διοικητικής προδικασίας, την οποία συνεπάγεται η, λόγω αοριστίας, απόρριψη, με τις 6222/2006 και 6097/2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, των ασκηθέντων στο πλαίσιο αυτής (διοικητικής προδικασίας) ενδικοφανών μέσων της ένστασης και της αίτησης θεραπείας.

Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση της απόρριψης των ενδικοφανών μέσων της ενστάσεως και της αιτήσεως θεραπείας ως αορίστων με τις παραπάνω αποφάσεις, με τις οποίες όμως απορρίφθηκαν, καθ' ομολογία και της ίδιας της αναιρεσείουσας, οι προγενεστέρως της ένδικης προσφυγής ασκηθείσες [από 6-12-2004 και 2-10-08] προσφυγές της αναιρεσίβλητης και όχι τα εν λόγω ενδικοφανή μέσα, τα οποία απορρίφθηκαν σιωπηρώς, λόγω απράκτου παρόδου της, τασσομένης προς έκδοσης απόφασης επί αυτών, προθεσμίας, λόγος ο οποίος δεν δικαιολογεί την αβασίμως επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παράλειψη τήρησης της διοικητικής προδικασίας και συνακολούθως το απαράδεκτο της ασκηθείσας προσφυγής.

Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος κρίνεται και ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ 9 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ως παραδεκτή την ένδικη προσφυγή αφήνοντας αδίκαστη την περί απαραδέκτου λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας ένσταση αυτής, αφού ο παρών λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται επί παραλείψεως του δικαστηρίου είτε να ερευνήσει ζήτημα αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο (ΑΠ 545/93) είτε να ερευνήσει προβληθείσα ένσταση καθόσον, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ 9 ΚΠολΔ, ως αίτηση νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης όχι δε και το κατά το άρθ. 262 ΚΠολΔ αίτημα ενστάσεως (ΑΠ 255/93, ΟλΑΠ 25/03, ΑΠ 1665/08).

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζομένης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.

Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο, με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 § 1β ΚΠολΔ, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας, όμοιας, αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (ΑΠ 190/08).

Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ 16 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατά παράβαση του νόμου η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον προβληθέντα από την ίδια ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου απορρέοντος από τις υπ' αριθμ. 6222/2006 και 6097/2008 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών με τις οποίες απορρίφθηκαν ως αόριστες οι ασκηθείσες από τις αναιρεσίβλητες δυο προηγούμενες προσφυγές αυτών και εμποδίζοντος (δεδικασμένου) την εκδίκαση της ένδικης προσφυγής "αφού αυτή είχε το ίδιο αίτημα με τις παλαιότερες".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από τη μη προσκομιδή των αποφάσεων από τις οποίες κατά την αναιρεσείουσα απορρέει το επικαλούμενο απ' αυτή δεδικασμένο (ΑΠ 152/07), ως αόριστος αφού η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει σε τι συνίστατο η καταγνωσθείσα με τις επικαλούμενες τελεσίδικες αποφάσεις αοριστία αλλά ούτε και επικαλείται ότι το αίτημα της ένδικης (τρίτης) προσφυγής υποβάλλεται με τις διαγνωσθείσες από τις παραπάνω απορριπτικές τελεσίδικες αποφάσεις (ίδιες) ελλείψεις, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, μόνο τότε καθίσταται δυνατή η ευδοκίμηση του περί του δεδικασμένου ισχυρισμού, τον οποίο δεν μπορεί να θεμελιώσει μόνη η ταυτότητα του αιτήματος των τρίτων προσφυγών, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, χωρίς την περαιτέρω προϋπόθεση της ταυτότητας των καταγνωσθεισών με τις προηγούμενες αποφάσεις ελλείψεων, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα σε σχετική μείζονα σκέψη, δεν εμποδίζεται από την αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου η υποβολή του ίδιου αιτήματος με διαφορετική όμως από τις καταγνωσθείσες έλλειψη, συνεπαγόμενη την απόρριψη της αγωγής, προσφυγής κλπ ως αόριστης και όχι ως απαράδεκτης λόγω δεδικασμένου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου [αναιρετικού] λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 4954 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 13-8-2013 και με αριθμ. καταθ. 603/2013, αίτηση αναίρεσης της 6484/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ