Legislator Case Law & Legislation
2145/2009 AI generated

2145/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2145/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2145/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2145 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2145/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Σκούλα.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Καλαϊτζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 536/1998 μη οριστική, 3143/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 3-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τους παραπάνω, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται φυσική εξουσία του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, ακίνητο δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Για την κτήση, επίσης, κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, απαιτείται άσκηση νομής επί μια εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον ίδιο χρόνο νομής αυτού και εκείνο της με τα ίδια προσόντα νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση δε νομής, η οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 976 και 979 ΑΚ, απαιτείται για την κτήση της κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν, ειδικότερα, πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές της εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση του νομέα να το έχει δικό του.

Τις υλικές αυτές πράξεις οφείλει ο ενάγων να επικαλεστεί στην αγωγή του, που στηρίζεται στη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, να αποδεικνύονται απ' αυτόν. Η απλή αναφορά ότι ο ενάγων ή ο δικαιοπάροχός του νέμονταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου και με τα λοιπά απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία χωρίς μνεία των συγκεκριμένων υλικών πράξεων που ενήργησαν στο ακίνητο, δεν αρκεί, καθιστά δε αόριστη την αγωγή και απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, όπως το δικόγραφό της παραδεκτά (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού αρχικά εκθέτουν, ότι η άμεση δικαιοπάροχός τους ΑΑ είχε κατασκευάσει στο επίδικο επιχείρηση χοιροτροφείου, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1965 έως το έτος 1989, στη συνέχεια, επικαλέστηκαν, προς θεμελίωσή της -αγωγής-, επικουρικά και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, τα ακόλουθα: "Τόσο οι δικαιοπάροχοί μας όσο και εμείς ασκούσαμε και ασκούμεν αδιάλειπτα, αδιατάρακτα και με τη διάνοια κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στις ιδιότητές μας, χωρίς καμμία ενόχληση από κανένα τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ...

Εντελώς δε επικουρικά και σε διαφορετική περίπτωση προκύπτει πρωτότυπος τρόπος κτήσης των δικαιωμάτων μας αυτών από την, με τα προσόντα της χρησικτησίας, ανεπίληπτη και αδιατάρακτη από μας κατοχή των προπεριγραφόμενων τμημάτων του ακινήτου μας τόσο από μας όσο και από τη δικαιοπάροχό μας, όσο και από τον απώτερο δικαιοπάροχό μας με τη διάνοια κυρίων και επικαρπωτών για διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα ετών ...", δεν επικαλέστηκαν όμως και συγκεκριμένες υλικές πράξεις που διενήργησαν οι ίδιοι στο επίδικο ακίνητο.

Η παράλειψη αναφορά στην ένδικη διεκδικητική αγωγή των προσιδιαζουσών στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου υλικών και εμφανών διακατοχικών πράξεων των ίδιων των αναιρεσειόντων καθιστά αόριστη την εν λόγω αγωγή κατά τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων στο διεκδικούμενο ακίνητο επικουρική της βάση και απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Το Εφετείο, επομένως, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την υπό κρίση αγωγή, κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό αντίθετο τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια (και όχι εκείνη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή η ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική ακινήτου αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία, ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί με τις προτάσεις του ή καθ' υποφοράν με την αγωγή και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση - χρησικτησία-.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, η από τον αριθμό 14 (και όχι 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο επικουρική βάση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής λόγω μη αναφοράς σ' αυτή συγκεκριμένων υλικών διακατοχικών πράξεων αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, αφού, ενόψει της ρητής από μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου αμφισβήτησης του παράγωγου τρόπου κτήσης της συγκυριότητας των αντιδίκων του στο πιο πάνω ακίνητο, οι τελευταίοι, με τις προτάσεις τους, προσδιόρισαν τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του εν λόγω ακίνητου από τους δικαιοπαρόχους τους, "αναφέροντας λεπτομερώς τις πράξεις νομής που είχαν ενεργήσει επί του ακινήτου".

Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, όπως το δικόγραφο της παραδεκτά (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι οι τρίτη και τέταρτη απ' αυτούς είναι ψιλές κυρίες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, αντίστοιχα, ενώ οι πρώτος και δεύτερη επικαρπωτές, κατά το ίδιο πιο πάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ενός αγροτεμαχίου άρτιου και οικοδομήσιμου που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης στη θέση "...", της περιφέρειας του Δήμου ..., εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 4,5 περίπου στρεμμάτων, ο οποίος περιήλθε σ' αυτούς με βάση το με αριθμό ...

πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Μαυρέτας Πολίτη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί από αγορά του από την ΑΑ, στην οποία είχε περιέλθει, επίσης, από αγορά του από το ΒΒ με βάση το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Νατσούλη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, και στον τελευταίο από αγορά του σε μεγαλύτερη έκταση από τον Οργανισμό Διοίκησης Εκκλησιακής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), με βάση το με αριθμό ...

πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Κων/νου Οικονομοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Ότι τόσο οι άμεση και απώτερος δικαιοπάροχοί, τους, όσο και οι ίδιοι κατέχουν και νέμονται το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίων και επικαρπωτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα ετών και έτσι έχουν αποκτήσει το δικαίωμα της ψιλής συγκυριότητας και της επικαρπίας και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Επικαλούμενοι, στη συνέχεια, οι ενάγοντες αποβολή τους από τμήμα του πιο πάνω αγροτεμαχίου, εμβαδού 442,80 τετρ. μέτρων, από τον εναγόμενο, που έλαβε χώρα το έτος 1995, ο οποίος και εξακολουθεί να το κατέχει, ζήτησαν να αναγνωριστούν επικαρπωτές οι δύο πρώτοι απ' αυτούς και ψιλές συγκύριες οι τρίτη και τέταρτη από τους ίδιους αντίστοιχα, του επίδικου αγροτεμαχίου.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες επικαλέστηκαν, προς θεμελίωση της ένδικης αγωγής επικουρικά και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, τα ακόλουθα: "Από το έτος 1965 η δικαιοπάροχός μας ΑΑ προέβη στην κατασκευή εκτεταμένων εγκαταστάσεων χοιροστασίου στο νοτιοδυτικό τμήμα του αγροτεμαχίου, η δε επιχείρησή της λειτούργησε μέχρι το 1989 όταν δηλαδή η προπεριγραφόμενη έκταση μεταβιβάσθηκε σ' αυτούς -ενάγοντες-.

Τόσο οι δικαιοπάροχοί μας όσο και εμείς ασκούσαμε και ασκούμε αδιάλειπτα, αδιατάρακτα και με τη διάνοια κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στις ιδιότητές μας, χωρίς καμμία ενόχληση από κανένα τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ... Εντελώς δε επικουρικά και σε διαφορετική περίπτωση προκύπτει πρωτότυπος τρόπος κτήσης των δικαιωμάτων μας αυτών από την με τα προσόντα της χρησικτησίας ανεπίληπτη και αδιατάρακτη από μας κατοχή των προπεριγραφόμενων τμημάτων του ακινήτου μας τόσο από μας όσο και από τη δικαιοπάροχό μας, όσο και από τον απώτερο δικαιοπάροχο μας με τη διάνοια κυρίων και επικαρπωτών για διάστημα μεγαλύτερο των πενήντα ετών ...".

Εκτός, δηλαδή, από τη γενική αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής, όλων των διακατοχικών πράξεων που προσιδιάζουν στις ιδιότητές τους", οι ενάγοντες επικαλέστηκαν και συγκεκριμένες υλικές πράξεις που διενήργησε η άμεση δικαιοπάροχός τους στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή εκείνες της κατασκευής εκτεταμένων εγκαταστάσεων χοιροστασίου στο νοτιοδυτικό τμήμα του το έτος 1965 και της λειτουργίας του τελευταίου εφεξής και μέχρι το έτος 1989.

Επικαλούνται έτσι οι ενάγοντες συμπλήρωση στο πρόσωπο της άμεσης δικαιοπαρόχου τους ΑΑ έκτακτης χρησικτησίας και, συνακόλουθα, απόκτησης από εκείνη κυριότητας επί του επιδίκου, η οποία και μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες (και, ειδικότερα, στον πρώτο και δεύτερο απ' αυτούς κατά την επικαρπία, στην τρίτη δε και τέταρτη απ' αυτούς, αντίστοιχα, κατά ψιλή συγκυριότητα) με το πιο πάνω (...) πωλητήριο συμβόλαιο.

Όμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους που επικαλούνται οι ενάγοντες, δηλαδή, ούτε στο ... συμβόλαιο που προμνημονεύθηκε, ούτε στο ... συμβόλαιο, με το οποίο, κατά τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων, η άμεση δικαιοπάροχός τους ΑΑ είχε αγοράσει το εν λόγω ακίνητο από το ΒΒ, καταλήγοντας στο πόρισμά του, ότι "αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος ο παράγωγος τρόπος κτήσης των επικαλουμένων από τους ενάγοντες δικαιωμάτων επί του επιδίκου".

Με τα δεδομένα αυτά, έστω και αν η άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκε το τελευταίο από το έτος 1965 έως το έτος 1989, η τρίτη και τέταρτη από τους ενάγοντες δεν απέκτησαν τη ψιλή συγκυριότητα του εν λόγω ακινήτου, από αγορά του με βάση το ...

πωλητήριο συμβόλαιο, για το λόγο ότι το ακίνητο αυτό δεν περιλαμβάνεται στο παραπάνω συμβόλαιο. Ενόψει, επομένως, του ότι ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες παράγωγος τρόπος κτήσης της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, με τις αμέσως πιο πάνω διακρίσεις, δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης, ο ήδη εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αυτό ίσχυε πριν από το ν. 2915/2001, γιατί το Εφετείο απέρριψε ρητά το παραδεκτά υποβαλλόμενο με λόγο έφεσης αίτημα των αναιρεσειόντων περί επανάληψης της πραγματογνωμοσύνης, που είχε διαταχθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας αυτών, καθώς και των δικαιοπαρόχων τους.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η συμπλήρωση των αποδείξεων με την επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 368 παρ.1 ΚΠολΔ, στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της επανάληψης του πιο πάνω αποδεικτικού μέσου και δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ.

στις καταθέσεις των μαρτύρων-, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Εξάλλου, τα δημόσια έγγραφα, δηλαδή τα έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητάς του, αποτελούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του.

Ο αμέσως, όμως, πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του (δημόσιου ή ιδιωτικού) εγγράφου, κρίνει ότι αυτό δεν περιέχει στοιχεία που άγουν σε απόδειξη του (αποδεικτέου) θέματος. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, που απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της ψιλής κυριότητας και επικαρπίας τους, αντίστοιχα, στο επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι το τελευταίο δεν περιλαμβάνεται στους επικαλουμένους απ' αυτούς τίτλους ιδιοκτησίας τους, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση την αποδεικτική δύναμη των αμέσως παρακάτω δημοσίων εγγράφων, δηλαδή:

της ... άδειας λειτουργίας χοιροτροφείου του Α.Τ. ..., της 6/1967 απόφασης του Υπουργείου Κοιν. Πρόνοιας, της ... βεβαίωσης του Υπουργείου Κοιν.Υπηρεσιών, της ... οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου ... και του ... εγγράφου του Δήμου ..., αντίστοιχα, αφού, ως προς την κρίση του, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν διατηρούσε χοιροστάσιο μέσα στο επίδικο ακίνητο και ότι δεν υφίστανται μέσα σ' αυτό κτίσματα και περιφράξεις, τις οποίες ανήγειραν αυτοί με τις πιο πάνω οικοδομικές άδειες, προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στις καταθέσεις των μαρτύρων και σε άλλα ιδιωτικά έγγραφα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2007 αίτηση των Χ1, κ.ά. για αναίρεση της 590/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ