Supreme Court dismisses appeal for violation of substantive law regarding vague tort claims against a postal company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's rejection of her tort claim against ELYTA. The appellant argued the lower court incorrectly rejected her claims as legally vague, while the postal company contended the claims lacked sufficient legal basis. The court ruled that the lower court properly evaluated the vagueness of the claims and did not violate substantive law, thus rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly assessed the legal vagueness of claims without making a substantive law error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2144 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2144/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Έ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαλετσέλλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Α.Ε. με την επωνυμία "Ελληνικά Ταχυδρομεία ΕΛΤΑ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αγαθής Γιαννούση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1655/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4489/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Η νομική δε αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ.1 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. ΑΠ 18/1998).
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β\ 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της, έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέραν των αξιώσεων από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, μόνο αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως (Ολ.ΑΠ967/1973, ΑΠ 1741/2008, ΑΠ 1494/2008).
Εξάλλου, η ευθύνη του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", που ορίζεται από το άρθρο 19 του ν.2668/1998 ως ο φορέας παροχής καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, ρυθμίζεται από το νόμο αυτόν, το ν.841/1948 και την υπ' αριθμ.29030/816 της 2-6-2000 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης ίσχυε και η Παγκόσμια Ταχυδρομική Σύμβαση που κυρώθηκε με το ν.3048/2002, νόμος που καταργήθηκε, στη συνέχεια, με το άρθρο 2 ν. 3738/2009. Η ευθύνη των ΕΛΤΑ ρυθμίζεται και από τον Χάρτη Υποχρεώσεων ΕΛΤΑ - Καταναλωτή που η κατάρτιση του προβλέπεται από το άρθρο 18 ν.2668/1998 στο πλαίσιο της γενικότερης διάταξης για τις ΔΕΚΟ του άρθρου 9 παρ.2 ν.2414/1996.
Οι ως άνω ρυθμίσεις ως ειδικές αποκλείουν τις γενικές περί ευθύνης διατάξεις του αστικού δικαίου η εφαρμογή των οποίων είναι δυνατή μόνο συμπληρωματικά και εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικότερες διατάξεις του ταχυδρομικού δικαίου. Ειδικότερα στις παρακάτω διατάξεις ν. 2668/1998 "Οργάνωση του τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών" ορίζονται τα εξής:
α) φορέας παροχής ^καθολικής υπηρεσίας είναι τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ). Για την παροχή της καθολικής υπηρεσίας ο ΕΛΤΑ εγκαθιστά, λειτουργεί και εκμεταλλεύεται κατ* αποκλειστικότητα δημόσιο ταχυδρομικό δίκτυο.... Και υποχρεούται στην παροχή της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας σε ποιότητα που προσδιορίζεται στο άρθρο 4 του παρόντος (άρθρο 19 παρ. 1 και 2 εδ.
α), β) χρήστης της ταχυδρομικής υπηρεσίας είναι κάθε πρόσωπο στο οποίο ως αποστολέα ή παραλήπτη παρέχεται η ταχυδρομική υπηρεσία (άρθρο 1 παρ. 8 εδ. ιη), γ) στους χρήστες ταχυδρομικών υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το σημείο της ελληνικής επικράτειας, παρέχονται μονίμως και σε προσιτές τιμές υπηρεσίες συγκεκριμένης ποιότητας....
Οι χρήστες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν καθολικές ταχυδρομικές υπηρεσίες και το δικαίωμα αυτό εξασφαλίζεται, με τον καθορισμό της πυκνότητας των σημείων επαφής, πρόσβασης και περισυλλογής με βάση τις ανάγκες των χρηστών, με την πραγματοποίηση μιας περισυλλογής και μιας κατ' οίκον διανομής για κάθε πρόσωπο για όλες τις εργάσιμες ημέρες και τουλάχιστον για πέντε ημέρες την εβδομάδα-πλην εξαιρετικών περιπτώσεων ή γεωγραφικών συνθηκών.... (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 εδ.
β), δ) η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων έχει για τον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών την υποχρέωση να μεριμνά ώστε οι διαδικασίες διερεύνησης παραπόνων των χρηστών να είναι διαφανείς, απλές και ανέξοδες στις περιπτώσεις απώλειας, φθοράς, κλοπής ή μη τήρησης των ποιοτικών προδιαγραφών και σε ορισμένες δικαιολογημένες περιπτώσεις να καθιερώνει σύστημα επιστροφής χρημάτων ή και αποζημίωσης.
Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να προσφύγει για την επίλυση της διαφοράς στα αρμόδια δικαστήριο (άρθρο 7 παρ. 4 εδ. 1β), ε) τα ταχυδρομικά αντικείμενα για τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί ούτε ο παραλήπτης ούτε ο αποστολέας περιέχονται στην κατηγορία των αζήτητων η διαχείριση των οποίων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών (άρθρο 23) και στ) 1.
Η πλημμελής παροχή υπηρεσιών ή αδικαιολόγητη διακοπή υπηρεσίας προς τους χρήστες γεννά δικαίωμα αποζημίωσης σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της γενικής και ειδικής άδειας. 2. Οι διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν σε όσες περιπτώσεις με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, που εκδίδεται μετά γνώμη της ΕΕΤΤ, καθορίζεται κατ' αποκοπή αποζημίωση. 3.
Αστικές διαφορές που γεννώνται κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και αξιώσεις αποζημιώσεως εκδικάζονται ανεξαρτήτως ποσού από το Μονομελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 648-661 του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 24). Κατ' εξουσιοδότηση από το εν λόγω άρθρο 24 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 29030/816/2000 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β 683/2000), με την οποία καθορίζεται ελάχιστη αποζημίωση των χρηστών για πλημμελή παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών.
Ειδικότερα στα άρθρα 1 περ.α, 2 και 3 της απόφασης αυτής καθορίζεται ως ελάχιστη κατ' αποκοπή αποζημίωση για πλημμελή παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών προς το χρήστη για αποδεδειγμένη απώλεια ταχυδρομικού αντικειμένου με βεβαιωθείσα αποστολή ποσό 12.000 δρχ., διευκρινίζεται ότι με απώλεια εξομοιώνεται και η ολική καταστροφή του ταχυδρομικού αντικειμένου, περιλαμβάνεται ότι οι αποζημιώσεις των αναφερομένων περιπτώσεων καταβάλλονται στον αποστολέα ή αν αυτός παραιτηθεί των δικαιωμάτων του, στον παραλήπτη του ταχυδρομικού αντικειμένου και ακόμη ότι ουδεμία αξίωση αποζημίωσης που προβλέπεται στα άρθρα 1 και 2 μπορεί να προβληθεί κατά ταχυδρομικής επιχείρησης μετά την παρέλευση έξι μηνών από την κατάθεση του ταχυδρομικού αντικειμένου.
Η κατ' αποκοπή αποζημίωση έχει την έννοια ότι περιορίζει την αξίωση του χρήστη για μεγαλύτερη αποζημίωση και ταυτόχρονα απαλλάσσει αυτόν από την υποχρέωση να αποδείξει το ύψος της ζημίας του. Ο περιορισμός της ευθύνης του φορέα καθολικής υπηρεσίας έναντι του αποστολέα του ταχυδρομικού αντικειμένου με τον οποίο ο φορέας καθολικής υπηρεσίας ταχυδρομικής επιχείρησης συνήψε τη σύμβαση ταχυδρομικής αποστολής, συνδέεται με τη διασφάλιση της υπηρεσίας αυτής που είναι ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και λόγω της φύσης του έργου του είναι εκτεθειμένος σε αυξημένους επιχειρηματικούς κινδύνους, καθώς ο όγκος της διακινούμενης αλληλογραφίας είναι ιδιαίτερα μεγάλος και η καθολική υπηρεσία παρέχεται στο σύνολο της επικράτειας.
Κίνδυνοι που μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο με τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του εν λόγω φορέα. Στο άρθρο 34 του ν.3048/2002 ορίζεται ότι αν ένα δέμα χαθεί, κλαπεί ή καταστραφεί ολοκληρωτικά, ο αποστολέας θα νομιμοποιείται να εισπράξει σαν αποζημίωση ένα ποσό που ορίζεται στους Κανονισμούς των Ταχυδρομικών Δεμάτων και ακόμη ότι επακόλουθες ζημίες ή απώλεια κερδών δεν θα λαμβάνονται υπόψη.
Στο Χάρτη Υποχρεώσεων ΕΛΤΑ - Καταναλωτή ορίζεται ρητά (εκτός άλλων περιπτώσεων που αφορούν το επιστολικό ταχυδρομείο) ότι ο ΕΛΤΑ ευθύνεται για απώλεια ή βλάβη συνήθους δέματος εσωτερικού μέχρι 235 ευρώ. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 330, 297,298,361, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, βάσει της καταρτιζόμενης μεταξύ των ΕΛΤΑ και του αποστολέα σύμβασης, με την παράδοση προς αποστολή, έναντι αμοιβής, των ταχυδρομικών αντικειμένων, ο ΕΛΤΑ υποχρεούται έναντι του αποστολέα να μεταφέρει και παραδώσει στην οικία του παραλήπτη τα αποστελλόμενα ταχυδρομικά αντικείμενα, η μη εκπλήρωση δε ή η πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης από το ΕΛΤΑ γεννά υπέρ του αποστολέα αξίωση αποζημίωσης για παράβαση της σύμβασης με το προαναφερόμενο περιορισμένο όριο αποζημίωσης ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε αξιώσεις που προέκυψαν στο πρόσωπο του παραλήπτη του αποστελλόμενου αντικειμένου, που δεν υπόκεινται στις προαναφερθείσες εδικές ρυθμίσεις (ΑΠ 1384/2009).
Όμως το καθοριζόμενο με τις πιο πάνω ένδικες διατάξεις περιορισμένο ποσό αποζημίωσης για τον αποστολέα, δεν αποκλείει αξιώσεις του τελευταίου για περαιτέρω ζημία και χρηματική ικανοποίηση με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες όταν τα επικαλούμενα περιστατικά δόλιας συμπεριφοράς προστηθέντων της ταχυδρομικής επιχείρησης και χωρίς τους όρους της σύμβασης συνιστούν αυτοτελώς τους όρους της αδικοπραξίας και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη γένεση της εξ αδικοπραξίας αξίωσης.
Με την από 10-11-2006 (αριθ. κατ. δικογρ. 6984/2006) αγωγή της η ενάγουσα, που διατηρεί στην πόλη της …ιδιωτικό εκπαιδευτήριο εκμάθησης ξένων γλωσσών και συστημάτων πληροφορικής, εκθέτει ότι, δυνάμει συμβάσεως συνεργασίας με την ανώνυμη εταιρεία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην .., αυτή (η τελευταία εταιρεία) ανέλαβε να παρέχει στο εκπαιδευτήριό της υποστήριξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εκπαίδευση προσωπικού και παροχή τεχνογνωσίας στο πλαίσιο του συστήματος με την ονομασία "FUTUREKIDS".
Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας και δυνάμει του από 1-4-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού με την παραπάνω εταιρεία, απέκτησε το δικαίωμα να παράσχει αποκλειστικά στη νήσο …τις υπηρεσίες του παραπάνω συστήματος και προέβη στην υπογραφή σχετικής έγγραφης τριετούς σύμβασης συνεργασίας, λήγουσας την 30-6-2005. Παράλληλα, με την από 1-8-2002 σύμβαση με την ίδια εταιρεία έλαβε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το πρόγραμμα απονομής πιστοποιητικού πληροφορικής του "University of Cambridge Local Examination Syndicate" και να διενεργεί τις σχετικές εγκεκριμένες εξετάσεις που προβλέπονταν δύο φορές το χρόνο, τον Ιανουάριο και τον Ιούνιο εκάστου έτους.
Επιπρόσθετα, μετά την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβάσεων προχώρησε σε συνεργασία με το Κέντρο Ξένων Γλωσσών της Σ. Γ. στην …με την οποία προέβη σε συνεργασία μέχρι τις 30-4-2008 και ακόμη δημιούργησε σχετικό παράρτημα- φροντιστήριο στην …, όπου μίσθωσε κατάλληλη αίθουσα. Υπάρχουσας μεγάλης προσέλευσης μαθητών στις προαναφερόμενες πόλεις της άνω νήσου, αφού ήταν εγνωσμένης ποιότητας το σύστημα FUTUREKIDS, διενεργήθηκε μεγάλος αριθμός εξετάσεων, καθώς όλοι οι μαθητές των κέντρων επιθυμούσαν να αποκτήσουν τον άνω έγκυρο τίτλο πιστοποίησης Cambridge.
Προς τούτο οργάνωσε τρεις αποστολές δεμάτων από γραπτά μαθητών προς αξιολόγηση στην Αθήνα μέσω ΕΛΤΑ, ήτοι τον Ιούλιο του 2003, στις 18-3-2004 με δέμα αριθμού κατάθεσης ...18-3-2004, βάρους 3.290 χιλιόγραμμων και στις 16-6-2004 με δέμα αριθμού κατάθεσης .../16-6-2004, βάρους 3.750 χιλιόγραμμων. Ότι οι αποστολές αυτές ποτέ δεν έφθασαν στον προορισμό τους, για την πρώτη δεν υπάρχει παραστατικό στοιχείο λόγω της παρόδου πολλών ετών από τις 10-12-2004, οπότε το πρώτο πληροφορήθηκε τη μη άφιξη των γραπτών, σημειωτέο, προηγούμενη αποστολή με ταχυμεταφορά τον Ιανουάριο του 2003 έφθασε κανονικά στον προορισμό της.
Ότι συνεπεία της απώλειας των γραπτών των μαθητών της από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου ν.π.ι.δ., κατέστη αδύνατη η αξιολόγηση τους από το φορέα του Cambridge International Examinations λόγω ελλιπούς υλικού, με αποτέλεσμα οι μαθητές να μην αποκτήσουν τους τίτλους σπουδών τους. Ότι η απώλεια αυτή των τριών δεμάτων από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου, δημιουργεί όχι απλώς υπόνοιες αλλά βεβαιότητα ότι τα δέματα απωλέσθηκαν με προφανή στόχο να πληγεί η επιχείρησή της διότι είναι ασύνηθες να χάνονται, από τα ΕΛΤΑ όλα τα γραπτά των εξετάσεων και τούτο οφείλεται στην υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου που δια των οργάνων του απώλεσε οριστικά τα δέματα κάτω από περίεργες συνθήκες, καθώς αυτό δεν θα συνέβαινε εάν κάποιος από τους υπαλλήλους δεν "φρόντιζε" να μην φθάσουν στον προορισμό τους με άμεση και αιτιώδη συνέπεια να αμαυρωθεί το επαγγελματικό κύρος της, να πληγεί καίρια η αξιοπιστία των παρεχομένων από τα φροντιστήρια της υπηρεσιών και εν τέλει να μειωθεί και σχεδόν εκμηδενιστεί η προσέλευση μαθητών στα φροντιστήρια της για να παρακολουθήσουν τα προγράμματα κατάρτισης ηλεκτρονικών υπολογιστών, στο κέντρο δε της Αγιάσου ήδη κατά το σχολικό έτος 2004-2005 δεν ενεγράφη κανένας μαθητής ώστε να αναγκαστεί να παύσει τη λειτουργία του.
Αποτέλεσμα της άνω υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου υπήρξε η καταγγελία των συμβάσεων συνεργασίας εκ μέρους της εταιρείας "Εκπαίδευση Μέλλοντος ΑΕ," στις 10-5-2005, όπως και η απώλεια σημαντικών εσόδων της επιχείρησης της, τα οποία θα απεκόμιζε , μετά βεβαιότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, που αποτελούν τη ζημία της, αν δεν συνέβαινε το γεγονός της απώλειας των δεμάτων, ενώ λόγω της υπαίτιας ως άνω συμπεριφοράς του εναγομένου που την εξέθεσε έναντι των μαθητών της και των γονέων της, διαμορφώθηκε στην τοπική κοινωνία κλίμα δυσπιστίας και δυσαρέσκειας εις βάρος της και κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των μαθητών και των γονέων τους στο πρόσωπό της.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και όσα εκθέτει στη συνέχεια στο δικόγραφο της αγωγής της, ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 286.757 ευρώ ως αποζημίωση από διαφυγόντα κέρδη των επιχειρήσεων της, καθώς και ποσό 400.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη ως επαγγελματίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή με διπλή επάλληλη σκέψη ως απαράδεκτη διότι η αγωγή κατατέθηκε μετά την παρέλευση της εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την κατάθεση των απωλεσθέντων ταχυδρομικών δεμάτων και ως μη νόμιμη διότι δεν αποκαθίσταται τέτοια αποζημίωση από απώλεια κερδών και επειδή τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν αδικοπραξία.
Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα παραπονέθηκε με την έφεσή της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζήτησε δε την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κρίνοντας επί των λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας δέχθηκε τ' ακόλουθα: "Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, μετά την ορθή εκτίμηση της από το Δικαστήριο τούτο, επιδιώκει να στηρίζεται σε συρροή ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης των ΕΛΤΑ ως φορέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά η μη τήρηση των υποχρεώσεων των ΕΛΤΑ προς παράδοση των αποστελλομένων ταχυδρομικών αντικειμένων (δεμάτων) με βεβαιωθείσα αποστολή επιφέρει τη διαγραφόμενη ελάχιστη ειδική αποζημίωση των διατάξεων των άρθρων 24 παρ.2 ν.2668/1998 και 1 περ. α ΥΑ 29030/816/2000 του Υπουργού Μεταφορών υπέρ των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών όταν αυτές παρέχονται πλημμελώς ή αμελώς ή διακόπτονται αδικαιολόγητα και δεν φθάνουν στον προορισμό τους. Με την αγωγή αυτή η ειδική αποζημίωση δεν ζητείται, άλλωστε και στο δικόγραφο της έφεσης η εκκαλούσα εκφράζεται με απαξία ως προς τον ποσοτικό περιορισμό με ευτελή και συμβολικά ποσά, υπέρ των ΕΛΤΑ, της προβλεπόμενης αποζημίωσης. Ανεξαρτήτως τούτου, ο ορισμός στην προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση αποκλειστικής προθεσμίας έξι μηνών για αυτή την αναζήτηση έγινε καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 24 ν.2668/1998, διάταξη η οποία διαγράφει μόνο τον ορισμό σχετικής αποζημίωσης (βλ. άρθρο 43 παρ.2 Συντάγματος).
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα περιστατικά, ζητείται αποζημίωση για περαιτέρω ζημία από διαφυγόντα κέρδη για τα οποία ρυθμίζεται, κατά τις άνω σκέψεις, ότι δεν αναζητούνται (άρθρο 34 ν. 3048/2002). Κατά τα ίδια περιστατικά του δικογράφου της αγωγής, η μη παράδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων στον παραλήπτη τους συνιστά μόνο αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης του ταχυδρομικού φορέα - εναγομένου και όχι αδικοπραξία υπό την έννοια των άρθρων 299, 932, 914 Α.Κ.
διότι η υπαίτια παράλειψη του οφειλέτη ΕΛΤΑ ή των προοτηθέντων υπαλλήλων του να εκπληρώσει την ως άνω συμβατική του υποχρέωση δεν νοείται χωρίς την καταρτισθείσα σύμβαση ταχυδρομικών υπηρεσιών και επομένως δεν παρέχεται στον αποστολέα αξίωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, ενώ η μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης του εναγομένου δεν αποκλείει την αξίωση του αποστολέα για περαιτέρω αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση με βάση την αδικοπραξία προς αποκατάσταση τυχούσας ζημίας του και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, όπως στις σκέψεις που προηγήθηκαν αναλύεται, εδώ, ανεξαρτήτως της ενδοσυμβατικής ευθύνης, δεν υπάρχουν στο δικόγραφο καθόλου σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να μπορεί να θεμελιωθεί τέτοια (εξωσυμβατική) ανεξάρτητη ευθύνη του εναγομένου φορέα καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, ώστε να ζητηθεί η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης Η αναφορά στο δικόγραφο ότι η απώλεια των ταχυδρομικών αντικειμένων με τα γραπτά των μαθητών είχε στόχο να πληγεί η φήμη της επιχείρησης της ενάγουσας και ότι κάποιος προστηθείς υπάλληλος του εναγομένου "φρόντισε" να μην φθάσουν αυτά στον προορισμό τους, αποτελεί απλό υπαινιγμό για ενδεχόμενη δόλια συμπεριφορά, διηγηματικά προστιθέμενο στο κείμενο του δικογράφου, που δεν συνδέεται με τα υπόλοιπα περιστατικά της αγωγής και δεν δύναται να αξιολογηθεί.
Κατόπιν αυτών, η αγωγή στερείται νομίμου βάσεως, κατά τη βάση της σύμβασης και κατ' αυτή της αδικοπραξίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δε που με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη επειδή ασκήθηκε πέραν της αποκλειστικής προθεσμίας των έξι μηνών (ως προς τη βάση της σύμβασης) έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, ενώ δεν έσφαλε, κατά τις παραδοχές του με την απόφαση ότι η αγωγή με την οποία ζητούνται διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, είναι μη νόμιμη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 534 και 536 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το Εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ορθά ή όχι με βάση τα παράπονα που περιλαμβάνονται στην έφεση και στους πρόσθετους λόγους και δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, επέρχεται δε βλάβη του διαδίκου όταν το εντεύθεν παραγόμενο δεδικασμένο δεν έχει την ίδια έκταση (Α.Π. 1686/2010, Α.Π.298/2010).
Η εκκαλουμένη κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη αντί του μη νομίμου δεν επιδέχεται αντικατάσταση αιτιολογιών, λόγω διαφόρου εκτάσεως του δεδικασμένου, ούτε πρέπει να καταστεί χειρότερη η θέση της εκκαλούσας με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, αφού το νόμω αβάσιμο είναι δυσμενέστερο του απαράδεκτου και δεν εξαφανίστηκε η απόφαση λόγω κστ' ουσίαν έρευνας.
Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί ο σχετικός (δεύτερος) λόγος της έφεσης, διότι το Δικαστήριο δεν δύναται ούτε να εξαφανίσει την απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό, ούτε να αντικαταστήσει την αιτιολογία με την ορθή κατά τα παραπάνω. Όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους λοιπούς (πρώτο και τρίτο) λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα κατ' ουσία και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολό της.
Το Εφετείο με το να απορρίπτει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα προεχόντως ως καταληφθείσα από την εξάμηνη παραγραφή της υπ' αριθ. 29030/816/2000 απόφασης του Υπουργού Μεταφορών & Επικοινωνιών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ 24 §1 και 3 του ν.2668/1998 και 34 του ν.3048/2002, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν καθόσον αφορά την ενδοσυμβατική από ταχυδρομική μεταφορά και εξ αδικοπραξίας λόγω δόλιας συμπεριφοράς των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης εταιρείας ευθύνη της τελευταίας, κρίνοντας ότι: 1) σε βάρος της αναιρεσίβλητης ταχυδρομικής Εταιρείας μπορεί να καθιδρυθεί ευθύνη ενδοσυμβατική από τη σύμβαση μεταφοράς με τον αναφερόμενο ποσοτικό περιορισμό της από την αιτία αυτή αξιώσεως αποζημιώσεως, την οποία δε διώκει η αναιρεσείουσα, αλλά και εξωσυμβατική, την οποία δεν θεμελιώνει μόνη η παραβίαση της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης, αλλά εκείνη της δόλιας συμπεριφοράς προστηθέντων της αναιρεσίβλητης, 2) ότι η ένδικη αγωγή νομικά ήταν ενδεής καθόσον αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης λόγω της μη επίκλησης πραγματικών περιστατικών συγκεκριμένης δόλιας συμπεριφοράς προστηθέντων της αναιρεσίβλητης και 3) ότι η εξαφάνιση της κύριας απορριπτικής λόγω παραγραφής αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης και ως προς την συρρέουσα εξ αδικοπραξίας αγωγική βάση, που κρίθηκε νομικά αόριστη θα οδηγούσε σε βλάβη της αναιρεσείουσας και εκκαλούσας ανεπίτρεπτης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο κατά το ένα μέρος του, δεύτερο και τρίτο όπως εκτιμώνται λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, περί των οποίων σχετικώς διαλαμβάνει και η εισηγητική έκθεση έστω και μη αριθμητικά συγκεκριμένα αναφερόμενη στο αναιρετήριο.
ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρόταση του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ. ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για τη θεμελίωση εξ αδικοπραξίας ευθύνης της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως νομικά αόριστους και τους απέρριψε ως μη νόμιμους είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο καρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Με τον δεύτερο κατά το ένα μέρος του και τον τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της και τους λόγους της έφεσής της με τους οποίους επαναφέρθηκαν στο Εφετείο οι ίδιοι αγωγικοί ισχυρισμοί για τη θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας ευθύνης της αναιρεσίβλητης.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο με τις προαναφερθείσες σε προηγούμενη παράγραφο αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του έλαβε υπόψη, εκτίμησε και έκρινε ως μη νόμιμους λόγω νομικής αοριστίας τους αντίστοιχους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4489/31-8-2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας που ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ