2144/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένων του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών), Μιχαήλ Δέτση και Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2144/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 480/1998 ΠοινΧρ ΜΗ σελ. 1093, ΑΠ 718/1982 ΠοινΧρ ΛΓ σελ. 139, ΑΠ 337/1986 ΠοινΧρ ΛΣΤ σελ. 589, ΑΠ 446/1970 Ποιν Χρ ΚΑ σελ. 21, ΑΠ 740/1998 ΠοινΧρ ΜΘ σελ. 331, ΑΠ 372/1999 ΠοινΧρ Ν σελ. 26, ΑΠ 1307/2002 ΠοινΧρ ΝΓ σελ. 497).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2144 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2144/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένων του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών), Μιχαήλ Δέτση και Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθέριου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένουΧ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 81/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 615/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 201/04.5.2006 έγγραφη πρότασή του στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ με την σχετική δικογραφία την υπ΄αρ. 8/2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ, την οποία άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κέρκυρας Χρήστου Μάνθου, κατά του υπ΄αρ. 81/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και εκθέτω τα εξής:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε στην ουσία η υπ΄αρ. 4/2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ΄αρ. 183/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για κακουργηματική τοκογλυφία (αρ. 13 στ., 404 παρ. 2β και 3 ΠΚ).
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς και με αναιρετικό λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τη διάταξη της παρ. 2α του αρ. 404, που ορίζει "Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου....", προκύπτει, ότι το έγκλημα αυτό της τοκογλυφίας θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως και δεν απαιτείται κατ΄ανάγκη λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων.
Η μεταγενέστερη της συνομολογήσεως των τοκογλυφικών ωφελημάτων επιδίωξη αυτών αποτελεί αξιόποινη πράξη και όχι στοιχείο αυτής, με την οποία συρρέει αληθώς. Ως λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων θεωρείται όχι μόνο η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, στα οποία ενσωματώνονται τοκογλυφικοί τόκοι, χωρίς να απαιτείται και η είσπραξη του ποσού που αναφέρεται σ΄αυτά (βλ.
ΑΠ 604/2000 ΠοινΧρ ΝΑ σελ. 17, ΑΠ 480/98 ΠοινΧρ ΜΗ σελ. 1093, ΑΠ 1647/1999 ΠοινΧρ Ν σελ. 734, ΑΠ 718/1982 ΠοινΧρ ΛΓ σελ. 139). Κατά την παρ. 3 του άνω άρθρου, όπως αντικ. με άρ. 14 Ν. 2721/1999, επιβαρύνεται η πράξη της τοκογλυφίας, όταν τελείται κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια "αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.".
Κατά τη διάταξη του άρ. 13 στοιχ. στ΄ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρ. 13 στοιχ. στ΄ εδ. α΄ ΠΚ, προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ΄επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορές, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Στο κατ΄εξακολούθηση έγκλημα (άρ. 98 ΠΚ), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις, ενυπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος. Επίσης κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (βλ.
ΑΠ 480/1998 ΠοινΧρ ΜΗ σελ. 1093, ΑΠ 718/1982 ΠοινΧρ ΛΓ σελ. 139, ΑΠ 337/1986 ΠοινΧρ ΛΣΤ σελ. 589, ΑΠ 446/1970 Ποιν Χρ ΚΑ σελ. 21, ΑΠ 740/1998 ΠοινΧρ ΜΘ σελ. 331, ΑΠ 372/1999 ΠοινΧρ Ν σελ. 26, ΑΠ 1307/2002 ΠοινΧρ ΝΓ σελ. 497).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με δικές του σκέψεις δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ΄αυτό αποδεικτικών μέσων τα επόμενα: Ο μηνυτής Ψ από πολλών ετών και με εταιρική μορφή της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με επωνυμία "...
ΟΕ" εμπορευόταν οπωροκηπευτικά, διατηρώντας για τη δραστηριότητά του κατάστημα στο χώρο της λαϊκής αγοράς στην .... Πριν από το έτος 1989 η εμπορία αυτή του απέδιδε σημαντικά κέρδη και είχε δοθεί σαυτόν η οικονομική δυνατότητα να αγοράσει σημαντικής αξίας οικόπεδο στη θέση "..." της τοποθεσίας ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ..., εμβαδού 2860 τ.μ.
στο οποίο στη συνέχεια κατασκεύασε ισόγειο κατάστημα 563 τ.μ. και ισόγεια αποθήκη 193 τ.μ. Το έτος 1989 λόγω της ανωτέρω εμπορικής του δραστηριότητας γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο Χ ο οποίος ήταν χονδρέμπορος και λειτουργούσε την επιχείρησή του στο υπόστεγο ...της Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών. Από τότε λόγω της κοινής καταγωγής τους από την ...
ανέπτυξαν στενότερες σχέσεις. Κατά τις συζητήσεις τους σχετικά με την πορεία της επιχείρησης και την οικονομική τους κατάσταση ο Ψ ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα στα κεφάλαια κίνησης, λόγω και της κατασκευής των οικοδομημάτων στο πιο πάνω ακίνητο. Ο κατηγορούμενος Χ δήλωσε τότε σαυτόν πως είχε τη δυνατότητα να τον διευκολύνει.
Η διευκόλυνση θα συνίστατο στο δανεισμό χρημάτων με την προεξόφληση αξιογράφων πελατών των οποίων αυτός ήταν κομιστής ή και του ιδίου. Κατά την πρώτη τους συναλλαγή ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο δύο επιταγές ποσού 1.000.000 δραχμών καθεμία εκδόσεώς του και ο κατηγορούμενος μετά δύο ημέρες του απέστειλε ποσό 1.750.000 δραχμών, παρακρατώντας εκ των προτέρων για τόκους 250.000 δραχμές, για τρεις μήνες δανεισμού του συνολικού ποσού, ήτοι τόκους που υπερέβαιναν το νόμιμο ποσοστό τόκου.
Συζήτηση και συμφωνία για το ποσοστό τόκου του δανεισμού δεν είχε γίνει, προφανώς λόγω των σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί και της ανάγκης του μηνυτή για την ανεύρεση χρημάτων, αλλά η παρακράτηση του ανωτέρω ποσού από τον κατηγορούμενο υποδήλωνε την απόφασή του να δανείζει στο μηνυτή με επιτόκιο 5 % μηνιαίως.
Αυτού του είδους η συνεργασία μηνυτή και κατηγορουμένου διήρκεσε μέχρι τις αρχές του έτους 1996. Στα πλαίσια αυτής υπήρξαν εκτός των άλλων και οι ακόλουθες πράξεις: 1) Την 20-9-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ' αριθ. ... επιταγή εκδόσεως του πελάτη του ... από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής 20-1-1996 ποσού 1.483.000 δραχμών.
Ο κατηγορούμενος αφού αφαίρεσε 300.000 δραχμές ως τόκο των τεσσάρων μηνών με υπολογισμό επιτοκίου 5 % μηνιαίως παρέδωσε σαυτόν 1.180.000 δραχμές. Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την ημέρα πληρωμής αλλά ανανεώθηκε με νέα ημερομηνία πληρωμής την 20-4-1996 και για τους τρεις μήνες ο κατηγορούμενος ζήτησε τόκο ποσού 225.000 δραχμών.
Και κατά τη νέα ημέρα πληρωμής της η επιταγή δεν πληρώθηκε και με την κατάρτιση την 11-9-1996 του αναφερομένου κατωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος ζήτησε τόκο για το διάστημα αυτό (20.4.1996 - 11-9-1996) 333.675 δραχμών, τους οποίους ενσωμάτωσε στις κατά το συμφωνητικό αυτό οφειλές του μηνυτή 2) Την 20.9.1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ' αριθ. ...
επιταγή εκδόσεως του πελάτη του ... από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής 23.12.1995 ποσού 1.385.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος αφού παρακράτησε ως τόκο προεξόφλησης της επιταγής το ποσό των 210.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5 % μηνιαίως, παρέδωσε στο μηνυτή 1.170.000 δραχμές. Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία πληρωμής της και για την παράταση της εξόφλησης του ποσού της συμφωνήθηκαν τόκοι 70.000 δραχμών το μήνα.
Την 29.6.1996 η επιταγή είχε παραδοθεί στον κατηγορούμενο Ζ και ο τελευταίος εξανάγκασε το μηνυτή να αποδεχθεί για το εξ αυτής χρέος τρεις συναλλαγματικές εκδόσεώς του, λήξεως 30.7.1996, 30.8.1996 και 30.10.1996, ποσού 500.000 δραχμών καθεμία στις οποίες ενσωματώθηκαν οι τόκοι που κατά τα ανωτέρω είχαν συμφωνηθεί και μέρος του κεφαλαίου, το υπόλοιπο του οποίου συνυπολογίστηκε στις οφειλές του μηνυτή στο προαναφερόμενο συμφωνητικό.
Οι δύο πρώτες εκ των συναλλαγματικών εξοφλήθηκαν ενώ με την τρίτη τούτων, ύστερα από σχετική αίτηση του κατηγορουμένου Ζ εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 592/1996 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Κέρκυρας με την οποία υποχρεώνεται ο μηνυτής και η εταιρεία του να καταβάλουν το ποσό αυτής. Συνολικά για το ποσό της ανωτέρω επιταγής συνομολογήθηκαν τόκοι 910.000 δραχμών, εκ των οποίων οι 210.000 δραχμές είχαν παρακρατηθεί κατά την εξόφληση της επιταγής και το υπόλοιπο ποσό υπολογίστηκε στις οφειλές με το από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό. 3) Την 10-8-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ την υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή του πελάτη του ... από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής την 12-12-1995 ποσού 1.768.500 δραχμών. Κατά την παράδοση ο κατηγορούμενος παρακράτησε ως τόκο του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της ποσό 360.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως και του κατέβαλε το υπόλοιπο.
Η επιταγή δεν πληρώθηκε την αναγραφόμενη ημερομηνία πληρωμής και παρατείνονταν η εξόφλησή της μέχρι την 11-9-1996 που καταρτίστηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό. Για το χρονικό διάστημα που παρήλθε υπολογίστηκαν τόκοι με επιτόκιο 5% μηνιαίως και συνολικά 810.000 δραχμών που ενσωματώθηκαν στις οφειλές του ιδιωτικού συμφωνητικού. 4) Την 29-11-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ την υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή, εκδόσεως του ίδιου πιο πάνω πελάτη του από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής 29-11-1995 και ποσό 250.000 δραχμές. Συμφωνήθηκε να καταβληθεί το ποσό αυτής μετά από τέσσερις μήνες και παρακρατήθηκε για το διάστημα αυτό ως τόκος το ποσό των 50.000 δραχμών, ήτοι υπολογίστηκε επιτόκιο 5% μηνιαίως, παραδόθηκε δε στο μηνυτή ποσό 200.000 δραχμών.
Το ποσό της επιταγής δεν πληρώθηκε την ημερομηνία που είχε συμφωνηθεί και παρατάθηκε η εξόφλησή του με συμφωνηθέντα τόκο 12.500 δραχμών το μήνα, με υπολογισμό ίδιου επιτοκίου, μέχρι τη σύνταξη του από 11-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οφειλή δε του μηνυτή που αναγράφεται σ΄αυτό περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των τόκων τούτων από 125.000 δραχμές. 5) Την 1-12-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ την υπ΄αριθμ. ...
επιταγή εκδόσεως του ίδιου πιο πάνω πελάτη του από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία 10-3-1996 ποσού 1.790.000 δραχμών. Ο τελευταίος κατέβαλε σ΄αυτόν ποσό 1500.000 δραχμών παρακρατώντας το υπόλοιπο ποσό των 270.000 δραχμών του ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως. Η επιταγή δεν πληρώθηκε την ημέρα πληρωμής της και η εξόφλησή της παρατείνονταν μέχρι την 11-9-1996 με μηνιαίο τόκο 90.000 δραχμών, υπολογιζόμενο με επιτόκιο 5% το μήνα, το δε συνολικό ποσό των τόκων από 540.000 δραχμές συνυπολογίστηκε στις οφειλές της ομόρρυθμης εταιρίας του μηνυτή του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού. 6) Την 2-4-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον κατηγορούμενο Χ η υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή εκδόσεως της ... από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 10-8-1995 ποσού 2.750.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος κατέβαλε σ΄αυτόν 2.190.000 δραχμές και παρακράτησε ως τόκους του ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος ποσό 560.000 δραχμών υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως. Για την επιταγή αυτή πληρώθηκε κατά την ημερομηνία πληρωμής της ποσό 1.500.000 δραχμών και στη συνέχεια η πληρωμή της παρατάθηκε μέχρι τη σύνταξη του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού την 11-9-1996 , οπότε υπολογίστηκαν τόκοι 62.500 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 812.500 δραχμών, που ενσωματώθηκαν στις οφειλές του συμφωνητικού. 7) Την 20-4-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον κατηγορούμενο Χ η υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή της ... από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 25-9-1995 ποσού 2.500.000 δραχμών. Κατά την παράδοση ο κατηγορούμενος παρακράτησε ως τόκο του χρονικού διαστήματος που μεσολαβούσε μέχρι την ημέρα πληρωμής της ποσό 625.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% και του κατέβαλε 1.875.000 δραχμές. Από το ποσό της άνω επιταγής δεν καταβλήθηκαν κατά την ημερομηνία πληρωμής 1.000.000 δραχμές και η εξόφλησή της παρατάθηκε μέχρι την 11-9-1996, οπότε κατά τη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές υπολογίστηκε το υπόλοιπο ποσό, αλλά και τόκοι 50.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 600.000 δραχμές, λαμβάνοντας υπόψη ως επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Κατά τη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού η επιταγή αυτή επιστράφηκε στο μηνυτή. 8) Την 25-4-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον ίδιο πιο πάνω κατηγορούμενο η υπ΄ αριθμ. ... επιταγή της ... από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 29-7-1995 ποσού 2.000.000 δραχμών. Κατά την παράδοση αυτής ο κατηγορούμενος παρακράτησε ως τόκο του χρονικού διαστήματος μέχρι την πληρωμή της ποσό 300.000 δραχμών και κατέβαλε στο μηνυτή 1.700.000 δραχμές, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Κατά την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής καταβλήθηκαν έναντι του ποσού αυτής 800.000 δραχμές και η εξόφλησή της παρατάθηκε μέχρι την κατάρτισή του από 11-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά τη σύνταξη δε αυτού στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές υπολογίστηκαν, εκτός του υπολοίπου του κεφαλαίου, τόκοι 60.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 840.000 δραχμών με επιτόκιο 5% το μήνα.
Κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού αυτού η επιταγή επιστράφηκε στο μηνυτή. 9) Την 30-6-1995 παραδόθηκαν από το μηνυτή στον ίδιο πιο πάνω κατηγορούμενο δύο συναλλαγματικές εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "... Ο.Ε." αποδοχής του πελάτη της ... ποσού 350.000 δραχμών καθεμιάς και λήξης 30-9-1995 και 30-10-1995, αντίστοιχα. Κατά την παράδοσή τους ο κατηγορούμενος κατέβαλε στο μηνυτή 297.500 δραχμές για την πρώτη και 280.000 δραχμές για τη δεύτερη, παρακρατώντας για τόκους του χρονικού διαστήματος που μεσολαβούσε, με επιτόκιο 5% μηνιαίως, το ποσό των 52.500 δραχμών και 70.000 δραχμών, αντίστοιχα.
Από το ποσό αυτών καταβλήθηκαν μόνο 100.000 δραχμές για την πρώτη και 50.000 δραχμές για τη δεύτερη, η εξόφλησή τους δε παρατείνονταν μέχρι την 11-9-1996, οπότε κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού ενσωματώθηκαν στις οφειλές προς τον κατηγορούμενο το υπόλοιπο ποσό αυτών, καθώς και τόκοι 12.500 δραχμών και 15.000 δραχμών μηνιαίως για την πρώτη και τη δεύτερη συναλλαγματική, αντίστοιχα, ήτοι συνολικό ποσό 150.000 δραχμών και 165.000 δραχμών, υπολογίζοντας τους τόκους με επιτόκιο 5% μηνιαίως. 10) Την 15-10-1994 παραδόθηκαν από το μηνυτή στον ίδιο κατηγορούμενο τρεις συναλλαγματικές εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "...
Ο.Ε." αποδοχής της εταιρίας "... Ο.Ε." ποσού 500.000 δραχμών καθεμιάς και λήξης 10-2-1995, 20-2-1995 και 18-2-1995. Κατά την παράδοσή τους ο κατηγορούμενος παρακράτησε τόκους, με επιτόκιο 5% μηνιαίως, ποσού 125.000 δραχμών για κάθε συναλλαγματική και συνολικά 375.000 δραχμών. Οι συναλλαγματικές δεν εξοφλήθηκαν και κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού την 11-9-1996 στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές συνυπολογίστηκαν, εκτός από το κεφάλαιο των συναλλαγματικών και τόκοι 25.000 δραχμών μηνιαίως για κάθε συναλλαγματική, συνολικά δε 1.425.000 δραχμών, με επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού επιστράφηκαν στο μηνυτή οι παραπάνω συναλλαγματικές. 11) Την 25-12-1994 παραδόθηκε από το μηνυτή στον παραπάνω κατηγορούμενο η υπ΄αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως της ... από λογαριασμό στην Ιονική Τράπεζα, ποσού 1.800.000 δραχμών. Κατά την παράδοση αυτής ο κατηγορούμενος κατέβαλε στο μηνυτή 1.530.000 δραχμές.
Παρακρατώντας για τόκους του χρονικού διαστήματος μέχρι την πληρωμή της το ποσό των 270.000 δραχμών, υπολογίζοντας αυτούς με επιτόκιο 5% μηνιαίως. Η επιταγή δεν πληρώθηκε και κατά την κατάρτιση του από 11-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού στις προς τον κατηγορούμενο απ΄ αυτήν οφειλές συνυπολογίστηκαν, εκτός από το κεφάλαιο και τόκοι 90.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 1.620.000 δραχμών, με το προαναφερόμενο επιτόκιο.
Κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού η επιταγή επιστράφηκε στον μηνυτή. 12) Την 30-6-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον ίδιο πιο πάνω κατηγορούμενο μια συναλλαγματική εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "... Ο.Ε." αποδοχής ..., ποσού 500.000 δραχμών και λήξης 20-10-1995. Κατά την παράδοση αυτής ο κατηγορούμενος κατέβαλε στο μηνυτή 400.000 δραχμές, παρακρατώντας τόκους, με επιτόκιο 5% μηνιαίως, 100.000 δραχμών.
Η συναλλαγματική δεν πληρώθηκε και κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού την 11-9-1996 ενσωματώθηκαν στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές το ποσό αυτής καθώς και τόκοι 25.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 275.000 δραχμών. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο δανεισμός του κατηγορουμένου προς το μηνυτή είτε με την προεξόφληση των αξιογράφων είτε κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του χρέους, ενείχε συνομολόγηση και λήψη περιουσιακών ωφελημάτων προφανώς δυσανάλογων προς την παροχή του, αφού το επιτόκιο που απαιτούσε ο κατηγορούμενος και συνομολογούσε με το μηνυτή εκμεταλλευόμενος την ανάγκη αυτού λόγω των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησής του, και στη συνέχεια το ποσό των τόκων, που με βάση αυτό το επιτόκιο, έπαιρνε, ανερχόταν σε 5% μηνιαίως.
Ενώ το νόμιμο επιτόκιο είχε καθοριστεί α) Για το χρονικό διάστημα από 31-7-1995 έως 21-4-1996 με την ΠΔ/ΤΕ 2365/27-7-1995 σε 27% ετησίως (2,25% μηνιαίως), β)για το χρονικό διάστημα από 22-4-1996 έως 22-8-1996 με την ΠΔ/ΤΕ 2386/19-4-1996 σε 26% ετησίως (2,1% μηνιαίως) και γ) για το χρονικό διάστημα από 23-8-1996 έως 11-9-1996 με την Π.Υ.Σ. 261/20-8-1996 σε 23% ετησίως (1,9% μηνιαίως).
Βέβαια, εκτός των ανωτέρω είχαν παραδοθεί από το μηνυτή στον ίδιο κατηγορούμενο προς προεξόφληση με παρακράτηση κάθε φορά τόκου με επιτόκιο 5% μηνιαίως, και άλλα αξιόγραφα κατά το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους και οι αντίστοιχες συναλλαγές ανερχόταν σε πολλά εκατομμύρια δραχμές, όμως ενόψει της πληθώρας τούτων της μη ύπαρξης τελικά απαιτήσεως απ΄ αυτά είτε λόγω εξοφλήσεως είτε λόγω ανανέωσης και της μη δυνατότητας ύπαρξης των συγκεκριμένων στοιχείων τους, δεν γίνεται σαφής αναφορά περί αυτών.
Από τις αρχές του έτους 1996 διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Ψ και Χ και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους αποφάσισαν να διευθετήσουν τις οικονομικές τους διαφορές από τις υποχρεώσεις του μηνυτή προς τον κατηγορούμενο. Προς τούτο συντάχθηκε το από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με το οποίο μετά από κεφαλαιοποίηση στην πραγματικότητα των ανωτέρω χρεών από τα ποσά των αξιογράφων τα οποία έπρεπε να πληρωθούν και δεν καταβλήθηκαν και που ανέρχονται σε 14.476.500 δραχμές, αλλά και του ποσού των 6.938.175 δραχμών από τους τόκους που κατά τα ανωτέρω υπολογίστηκαν, οΨ, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." , αποδεχόμενος την ύπαρξη των χρεών, όπως αυτά αναλύονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό, έτσι ώστε να εμφανίζεται ως νόμιμη οφειλή χρημάτων, αποδέχθηκε 85 συναλλαγματικές λήξης από 30-4-1997 έως 30-4-2001, ποσού 500.000 δραχμών καθεμιάς, εκτός της τελευταίας που ήταν ποσού 560.000 δραχμών, ήτοι συνολικού ποσού 27.460.000 δραχμών, συνυπολογίζοντας και τόκους μέχρι τη λήξη κάθε συναλλαγματικής.
Στο ιδιωτικό συμφωνητικό κατά το κεφάλαιο "Α" αυτού αναγράφεται ότι τα αναφερόμενα σ΄ αυτό ποσά οφείλονται για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος Χ είχε εξαρχής εγγυηθεί την πληρωμή τους και ειδικότερα αναφέρονται χρέη προς τον Ζ, το ... και τον ..., κατά δε το κεφάλαιο "Β" τούτου αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος τα ποσά των ειδικά αναφερομένων αξιογράφων είχε καταβάλει σε τρίτους δανειστές της ομόρρυθμης εταιρίας καθόσον είχε εγγυηθεί την πληρωμή τους.
΄Όμως οι αναφορές αυτές γίνονται στο πλαίσιο της συγκάλυψης της τοκογλυφικής σχέσης που ενείχαν οι συναλλαγές τους δεδομένου ότι τα αξιόγραφα αυτά είχαν παραδοθεί απ΄ ευθείας στον άνω κατηγορούμενο για προεξόφληση και όχι σε δανειστές της εταιρίας γι΄ αυτό εξάλλου και δεν έφεραν οπισθογράφηση από οποιοδήποτε τρίτο δανειστή της ομόρρυθμης εταιρίας με τον οποίο αυτή είχε αναπτύξει εμπορικές συναλλαγές σχετικές με τη δραστηριότητά της, αλλά σε μερικές περιπτώσεις συνεργατών του πιο πάνω κατηγορουμένου, όπως του ....
που διατηρούσε πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ και λοιπών παιχνιδιών στην Αθήνα και τουΖ, αντιπροσώπου της εταιρίας ΔΕΛΤΑ, με τους οποίους ο μηνυτής δεν είχε σχέση ούτε τους γνώριζε. Εξάλλου, το από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγκάστηκε ο Ψ να υπογράψει λόγω της πίεσης και των απειλών του παραπάνω κατηγορουμένου που ήταν κομιστής των ανωτέρω αξιογράφων.
Εξαιτίας δε της εκμετάλλευσης της ανάγκης του μηνυτή για την εξεύρεση χρημάτων και με το σκοπό χρησιμοποιήσεώς της στη συγκάλυψη της τοκογλυφικής σχέσης, ο κατηγορούμενος είχε υποχρεώσει αυτόν να υπογράψει δήλωση για χρέος του προς τον κατηγορούμενο ύψους 60.000.000 δραχμών, το γνήσιο δε της υπογραφής του στη δήλωση θεωρήθηκε την 15-6-1993 από το Τμήμα Τάξης ....
Στα οφειλόμενα κατά το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό χρηματικά ποσά συμπεριελήφθη και το ποσό των τοκογλυφικών ωφελημάτων που υπερέβαινε το ποσό των νόμιμων τόκων και αυτό το ποσό αποτέλεσε μέρος των διαλαμβανομένων σ΄ αυτό 85 συναλλαγματικών που αποδέχθηκε ο μηνυτής ως εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας.
Επειδή δεν πληρώθηκαν οι συναλλαγματικές που έληγαν από την 30-4-1997 έως και την 30-12-1999, ήτοι 54 συναλλαγματικές ποσού συνολικού είκοσι επτά εκατομμυρίων δραχμών, ο κατηγορούμενος με την από 11-1-2000 αίτησή του ζήτησε και εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 16/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας και της ...
συζ.Ψ, συζύγου του μηνυτή, που είχε τριτεγγυηθεί υπέρ της ομόρρυθμης εταιρίας, με την οποία υποχρεώνονται αυτοί να καταβάλουν το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο του ποσού κάθε συναλλαγματικής από τη λήξη αυτής. Απόγραφο εκτελεστό της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε από τον κατηγορούμενο στους υπόχρεους προς καταβολή.
Με την έκδοση της διαταγής πληρωμής και την επίδοση του απογράφου ο κατηγορούμενος επιδίωξε την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Ενόψει δε του ότι το κεφάλαιο του χρέους το οποίο οφείλονταν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανέρχονταν σε 14.476.500 δραχμές, το υπόλοιπο ποσό των 12.523.500 δραχμών αποτελεί τόκους μεταξύ των οποίων και οι παράνομοι που κατ΄ απαίτηση του κατηγορουμένου είχαν συνομολογηθεί με επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Το γεγονός ότι με τους ανωτέρω εκτιθέμενους τρόπους ο κατηγορούμενος συνομολογούσε και λάμβανε παράνομα τοκογλυφικά ωφελήματα, απαιτούσε παράνομους τόκους και ενσωμάτωνε αυτούς στα αξιόγραφα και εν τέλει στο από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκύπτει σαφώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων είτε ενώπιον των δικαστικών αρχών είτε σε ένορκες βεβαιώσεις.
Μάλιστα δε οι περί τούτων καταθέσεις του μηνυτή και των μελών της οικογενείας του ενισχύονται και από τις καταθέσεις ατόμων που είχαν φιλικές σχέσεις μ΄αυτόν ή ήταν συνεργάτες ή είχαν οικονομικές ή εμπορικές συναλλαγές και από την αρχή της εκτεθείσας συνεργασίας μηνυτή και κατηγορουμένου και όχι από της διαταράξεως των σχέσεων αυτών, γνώριζαν για την τοκογλυφική μορφή των συναλλαγών τους.
Επίσης, ενισχύονται και από καταθέσεις ατόμων από τα οποία ο κατηγορούμενος με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο είχε λάβει τοκογλυφικά ωφελήματα, όπως είναι οι ... και ... Εκ τούτων προκύπτει εξάλλου η κατ΄ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σαφώς σκοπός πορισμού εισοδήματος από τη διάπραξη αυτής.
Η κατ΄ επάγγελμα δε τέλεση αυτής, προσδίδει στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη κακουργηματική μορφή για τη δίωξη της οποίας δεν απαιτείται υποβολή έγκλησης, ούτε το αξιόποινο αυτής υπέκυψε σε παραγραφή, όπως αβάσιμα είχε ισχυριστεί ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ που στηρίζουν κατηγορία εναντίον του για την αξιόποινη πράξη για την οποία με το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ΄ ύλη και κατά τόπο δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας) να δικαστεί.
΄Ετσι το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ΄ αρ. 8/2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ, κατά του υπ΄αριθ. 81/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας".
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην ως άνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 1 και 2, εδ. α΄ του Π.Κ. σαφώς προκύπτει ότι σε αυτές προβλέπονται δύο αυτοτελείς και διακεκριμένες πράξεις τοκογλυφίας. Ειδικότερα, στην πρώτη παράγραφο προβλέπεται η υπό στενή έννοια αισχροκέρδεια ή καταπλεονέκτηση, η οποία συνίσταται, πλην άλλων, στην κατά τη σύναψη πιστωτικής δικαιοπραξίας εκμετάλλευση της ανάγκης εκείνου που λαμβάνει την πίστωση, ως πιστωτικής δικαιοπραξίας νοουμένου και του δανείου διαφόρων αντικαταστατών πραγμάτων, όχι όμως και χρημάτων, διότι η περίπτωση αυτή υπάγεται στην δεύτερη παράγραφο.
Στη δε παράγραφο 2 εδ. α΄ προβλέπεται η κυρίως τοκογλυφία, η οποία συνίσταται στη συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά τη σύναψη, παράταση προθεσμίας ή ανανέωση συμβάσεως δανείου χρημάτων και όχι άλλης πιστωτικής δικαιοπραξίας, χωρίς να προσαπαιτείται στην περίπτωση αυτή η εκμετάλλευση της ανάγκης κ.λ.π.
εκείνου που λαμβάνει το δάνειο, γιατί απαιτείται αυτή μόνο κατά τη συνομολόγηση της αισχροκερδούς πιστωτικής δικαιοπραξίας της πρώτης παραγράφου. Περαιτέρω το έγκλημα της κυρίως τοκογλυφίας, όπως συνάγεται από το άρθρο 404 παρ. 2 εδ. α΄ και β΄ του Π.Κ., μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη συνομολόγηση τοκοφλυφικών ωφελημάτων, με τη λήψη τοιούτων, την οποία αποτελεί και η παραλαβή από το δράστη αξιογράφων (συναλλαγματικών, επιταγών) που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, ή με την επιδίωξη της εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί και με την κατάθεση αιτήσεως από το δράστη στο αρμόδιο Δικαστήριο για την έκδοση, βάσει συναλλαγματικών που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, διαταγής πληρωμής σε βάρος του παθόντος.
Οι παραπάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον πραγματωθούν, σε αληθή πραγματική, και όχι φαινόμενη, συρροή. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (404), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 14 παρ. 8β του Ν.2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ΄ του Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.2408/1996, κατ΄ επάγγελμα διαπράττεται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον απ΄ αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα και χωρίς να είναι απαραίτητη η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση.
Η άνω δε αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως, όταν από το νόμο ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση της τελευταίας και το Συμβούλιο τη δέχεται ως συντρέχουσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ΄αριθ. 81/2005 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με δικές του σκέψεις δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στο ίδιο βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ από πολλών ετών και με εταιρική μορφή της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "...
ΟΕ" εμπορευόταν οπωροκηπευτικά, διατηρώντας για τη δραστηριότητά του κατάστημα στο χώρο της λαϊκής αγοράς στην .... Πριν από το έτος 1989 η εμπορία αυτή του απέδιδε σημαντικά κέρδη και είχε δοθεί σ΄αυτόν η οικονομική δυνατότητα να αγοράσει σημαντικής αξίας οικόπεδο στη θέση "..." της τοποθεσίας ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ..., εμβαδού 2860 τ.μ.
στο οποίο στη συνέχεια κατασκεύασε ισόγειο κατάστημα 563 τ.μ. και ισόγεια αποθήκη 193 τ.μ. Το έτος 1989 λόγω της ανωτέρω εμπορικής του δραστηριότητας γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενοΧ, ο οποίος ήταν χονδρέμπορος και λειτουργούσε την επιχείρησή του στο υπόστεγο ... της Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών. Από τότε λόγω της κοινής καταγωγής τους από την Κέρκυρα ανέπτυξαν στενότερες σχέσεις.
Κατά τις συζητήσεις τους σχετικά με την πορεία της επιχείρησης και την οικονομική τους κατάσταση ο Ψ ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα στα κεφάλαια κίνησης, λόγω και της κατασκευής των οικοδομημάτων στο πιο πάνω ακίνητο. Ο κατηγορούμενος Χ δήλωσε τότε σ' αυτόν πως είχε τη δυνατότητα να τον διευκολύνει.
Η διευκόλυνση θα συνίστατο στο δανεισμό χρημάτων με την προεξόφληση αξιογράφων πελατών, των οποίων αυτός ήταν κομιστής, ή και του ιδίου. Κατά την πρώτη τους συναλλαγή ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο δύο επιταγές, ποσού 1.000.000 δραχμών καθεμία, εκδόσεώς του, και ο κατηγορούμενος μετά δύο ημέρες του απέστειλε ποσό 1.750.000 δραχμών, παρακρατώντας εκ των προτέρων για τόκους 250.000 δραχμές, για τρεις μήνες δανεισμού του συνολικού ποσού, ήτοι τόκους που υπερέβαιναν το νόμιμο ποσοστό τόκου.
Συζήτηση και συμφωνία για το ποσοστό τόκου του δανεισμού δεν είχε γίνει, προφανώς λόγω των σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί και της ανάγκης του μηνυτή για την ανεύρεση χρημάτων, αλλά η παρακράτηση του ανωτέρω ποσού από τον κατηγορούμενο υποδήλωνε την απόφασή του να δανείζει στο μηνυτή με επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Αυτού του είδους η συνεργασία μηνυτή και κατηγορουμένου διήρκεσε μέχρι τις αρχές του έτους 1996. Στα πλαίσια αυτής υπήρξαν, εκτός των άλλων, και οι ακόλουθες πράξεις: 1) Την 20-9-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ' αριθ. ... επιταγή εκδόσεως του πελάτη του ... από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης, με ημερομηνία πληρωμής 20-1-1996, ποσού 1.483.000 δραχμών.
Ο κατηγορούμενος, αφού αφαίρεσε 300.000 δραχμές ως τόκο των τεσσάρων μηνών με υπολογισμό επιτοκίου 5 % μηνιαίως, παρέδωσε σ΄αυτόν 1.180.000 δραχμές. Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την ημέρα πληρωμής αλλά ανανεώθηκε με νέα ημερομηνία πληρωμής την 20-4-1996 και για τους τρεις μήνες ο κατηγορούμενος ζήτησε τόκο ποσού 225.000 δραχμών.
Και κατά τη νέα ημέρα πληρωμής της η επιταγή δεν πληρώθηκε και με την κατάρτιση την 11-9-1996 του αναφερομένου κατωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος ζήτησε τόκο για το διάστημα αυτό (20.4.1996 - 11-9-1996) 333.675 δραχμών, τους οποίους ενσωμάτωσε στις κατά το συμφωνητικό αυτό οφειλές του μηνυτή, 2) Την 20.9.1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο την υπ' αριθ. ...
επιταγή εκδόσεως του πελάτη του ... από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής 23.12.1995, ποσού 1.385.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος, αφού παρακράτησε ως τόκο προεξόφλησης της επιταγής το ποσό των 210.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5 % μηνιαίως, παρέδωσε στο μηνυτή 1.170.000 δραχμές. Η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε κατά την αναγραφόμενη ημερομηνία πληρωμής της και για την παράταση της εξόφλησης του ποσού της συμφωνήθηκαν τόκοι 70.000 δραχμών το μήνα.
Την 29.6.1996 η επιταγή είχε παραδοθεί στον κατηγορούμενο Ζ και ο τελευταίος εξανάγκασε το μηνυτή να αποδεχθεί για το εξ αυτής χρέος τρεις συναλλαγματικές εκδόσεώς του, λήξεως 30.7.1996, 30.8.1996 και 30.10.1996, ποσού 500.000 δραχμών καθεμία, στις οποίες ενσωματώθηκαν οι τόκοι που κατά τα ανωτέρω είχαν συμφωνηθεί και μέρος του κεφαλαίου, το υπόλοιπο του οποίου συνυπολογίστηκε στις οφειλές του μηνυτή στο προαναφερόμενο συμφωνητικό.
Οι δύο πρώτες εκ των συναλλαγματικών εξοφλήθηκαν, ενώ με την τρίτη τούτων, ύστερα από σχετική αίτηση του κατηγορουμένουΖ, εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 592/1996 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, με την οποία υποχρεώνεται ο μηνυτής και η εταιρεία του να καταβάλουν το ποσό αυτής. Συνολικά για το ποσό της ανωτέρω επιταγής συνομολογήθηκαν τόκοι 910.000 δραχμών, εκ των οποίων οι 210.000 δραχμές είχαν παρακρατηθεί κατά την εξόφληση της επιταγής και το υπόλοιπο ποσό υπολογίστηκε στις οφειλές με το από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό. 3) Την 10-8-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ την υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή του πελάτη του ... από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής την 12-12-1995, ποσού 1.768.500 δραχμών. Κατά την παράδοση ο κατηγορούμενος παρακράτησε ως τόκο του χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της ποσό 360.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως, και του κατέβαλε το υπόλοιπο.
Η επιταγή δεν πληρώθηκε την αναγραφόμενη ημερομηνία πληρωμής και παρατείνονταν η εξόφλησή της μέχρι την 11-9-1996 που καταρτίστηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό. Για το χρονικό διάστημα που παρήλθε υπολογίστηκαν τόκοι με επιτόκιο 5% μηνιαίως και συνολικά 810.000 δραχμών που ενσωματώθηκαν στις οφειλές του ιδιωτικού συμφωνητικού. 4) Την 29-11-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ την υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή, εκδόσεως του ίδιου πιο πάνω πελάτη του από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία πληρωμής 29-11-1995 και ποσό 250.000 δραχμές. Συμφωνήθηκε να καταβληθεί το ποσό αυτής μετά από τέσσερις μήνες και παρακρατήθηκε για το διάστημα αυτό ως τόκος το ποσό των 50.000 δραχμών, ήτοι υπολογίστηκε επιτόκιο 5% μηνιαίως, παραδόθηκε δε στο μηνυτή ποσό 200.000 δραχμών.
Το ποσό της επιταγής δεν πληρώθηκε την ημερομηνία που είχε συμφωνηθεί και παρατάθηκε η εξόφλησή του με συμφωνηθέντα τόκο 12.500 δραχμών το μήνα, με υπολογισμό ίδιου επιτοκίου, μέχρι τη σύνταξη του από 11-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, στην οφειλή δε του μηνυτή που αναγράφεται σ΄αυτό περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των τόκων τούτων από 125.000 δραχμές. 5) Την 1-12-1995 ο μηνυτής παρέδωσε στον κατηγορούμενο Χ την υπ΄αριθμ. ...
επιταγή εκδόσεως του ίδιου πιο πάνω πελάτη του από λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης με ημερομηνία 10-3-1996, ποσού 1.790.000 δραχμών. Ο τελευταίος κατέβαλε σ΄αυτόν ποσό 1.500.000 δραχμών, παρακρατώντας το υπόλοιπο ποσό των 270.000 δραχμών του ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως. Η επιταγή δεν πληρώθηκε την ημέρα πληρωμής της και η εξόφλησή της παρατείνονταν μέχρι την 11-9-1996 με μηνιαίο τόκο 90.000 δραχμών, υπολογιζόμενο με επιτόκιο 5% το μήνα, το δε συνολικό ποσό των τόκων από 540.000 δραχμές συνυπολογίστηκε στις οφειλές της ομόρρυθμης εταιρίας του μηνυτή του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού, 6) Την 2-4-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον κατηγορούμενο Χ η υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή εκδόσεως της ... από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 10-8-1995, ποσού 2.750.000 δραχμών. Ο κατηγορούμενος κατέβαλε σ΄αυτόν 2.190.000 δραχμές και παρακράτησε ως τόκους του ενδιάμεσου χρονικού διαστήματος ποσό 560.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως. Για την επιταγή αυτή πληρώθηκε κατά την ημερομηνία πληρωμής της ποσό 1.500.000 δραχμών και στη συνέχεια η πληρωμή της παρατάθηκε μέχρι τη σύνταξη του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού την 11-9-1996 , οπότε υπολογίστηκαν τόκοι 62.500 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 812.500 δραχμών, που ενσωματώθηκαν στις οφειλές του συμφωνητικού, 7) Την 20-4-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον κατηγορούμενο Χ η υπ΄ αριθμ. ...
επιταγή της ... από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 25-9-1995, ποσού 2.500.000 δραχμών. Κατά την παράδοση ο κατηγορούμενος παρακράτησε ως τόκο του χρονικού διαστήματος που μεσολαβούσε μέχρι την ημέρα πληρωμής της ποσό 625.000 δραχμών, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% και του κατέβαλε 1.875.000 δραχμές. Από το ποσό της άνω επιταγής δεν καταβλήθηκαν κατά την ημερομηνία πληρωμής 1.000.000 δραχμές και η εξόφλησή της παρατάθηκε μέχρι την 11-9-1996, οπότε κατά τη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές υπολογίστηκε το υπόλοιπο ποσό, αλλά και τόκοι 50.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 600.000 δραχμές, λαμβάνοντας υπόψη ως επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Κατά τη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού η επιταγή αυτή επιστράφηκε στο μηνυτή, 8) Την 25-4-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον ίδιο πιο πάνω κατηγορούμενο η υπ΄ αριθμ. ... επιταγή της ... από λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 29-7-1995, ποσού 2.000.000 δραχμών. Κατά την παράδοση αυτής ο κατηγορούμενος παρακράτησε ως τόκο του χρονικού διαστήματος μέχρι την πληρωμή της ποσό 300.000 δραχμών και κατέβαλε στο μηνυτή 1.700.000 δραχμές, υπολογίζοντας επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Κατά την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής καταβλήθηκαν έναντι του ποσού αυτής 800.000 δραχμές και η εξόφλησή της παρατάθηκε μέχρι την κατάρτισή του από 11-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά τη σύνταξη δε αυτού στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές υπολογίστηκαν, εκτός του υπολοίπου του κεφαλαίου, τόκοι 60.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 840.000 δραχμών με επιτόκιο 5% το μήνα.
Κατά τη σύνταξη του συμφωνητικού αυτού η επιταγή επιστράφηκε στο μηνυτή, 9) Την 30-6-1995 παραδόθηκαν από το μηνυτή στον ίδιο πιο πάνω κατηγορούμενο δύο συναλλαγματικές εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "... Ο.Ε.", αποδοχής του πελάτη της ..., ποσού 350.000 δραχμών καθεμιάς και λήξης 30-9-1995 και 30-10-1995, αντίστοιχα. Κατά την παράδοσή τους ο κατηγορούμενος κατέβαλε στο μηνυτή 297.500 δραχμές για την πρώτη και 280.000 δραχμές για τη δεύτερη, παρακρατώντας για τόκους του χρονικού διαστήματος που μεσολαβούσε, με επιτόκιο 5% μηνιαίως, το ποσό των 52.500 δραχμών και 70.000 δραχμών, αντίστοιχα.
Από το ποσό αυτών καταβλήθηκαν μόνο 100.000 δραχμές για την πρώτη και 50.000 δραχμές για τη δεύτερη, η εξόφλησή τους δε παρατείνονταν μέχρι την 11-9-1996, οπότε κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού ενσωματώθηκαν στις οφειλές προς τον κατηγορούμενο το υπόλοιπο ποσό αυτών, καθώς και τόκοι 12.500 δραχμών και 15.000 δραχμών μηνιαίως για την πρώτη και τη δεύτερη συναλλαγματική, αντίστοιχα, ήτοι συνολικό ποσό 150.000 δραχμών και 165.000 δραχμών, υπολογίζοντας τους τόκους με επιτόκιο 5% μηνιαίως, 10) Την 15-10-1994 παραδόθηκαν από το μηνυτή στον ίδιο κατηγορούμενο τρεις συναλλαγματικές εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "...
Ο.Ε." αποδοχής της εταιρίας "... Ο.Ε.", ποσού 500.000 δραχμών καθεμιάς και λήξης 10-2-1995, 20-2-1995 και 18-2-1995. Κατά την παράδοσή τους ο κατηγορούμενος παρακράτησε τόκους, με επιτόκιο 5% μηνιαίως, ποσού 125.000 δραχμών για κάθε συναλλαγματική και συνολικά 375.000 δραχμών. Οι συναλλαγματικές δεν εξοφλήθηκαν και κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού την 11-9-1996 στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές συνυπολογίστηκαν, εκτός από το κεφάλαιο των συναλλαγματικών, και τόκοι 25.000 δραχμών μηνιαίως για κάθε συναλλαγματική, συνολικά δε 1.425.000 δραχμών, με επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού επιστράφηκαν στο μηνυτή οι παραπάνω συναλλαγματικές, 11) Την 25-12-1994 παραδόθηκε από το μηνυτή στον παραπάνω κατηγορούμενο η υπ΄ αριθμ. ... επιταγή εκδόσεως της ... από λογαριασμό στην Ιονική Τράπεζα, ποσού 1.800.000 δραχμών. Κατά την παράδοση αυτής ο κατηγορούμενος κατέβαλε στο μηνυτή 1.530.000 δραχμές, παρακρατώντας για τόκους του χρονικού διαστήματος μέχρι την πληρωμή της το ποσό των 270.000 δραχμών και υπολογίζοντας αυτούς με επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Η επιταγή δεν πληρώθηκε και κατά την κατάρτιση του από 11-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού στις προς τον κατηγορούμενο απ΄ αυτόν οφειλές συνυπολογίστηκαν, εκτός από το κεφάλαιο και τόκοι 90.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 1.620.000 δραχμών, με το προαναφερόμενο επιτόκιο. Κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού η επιταγή επιστράφηκε στο μηνυτή 12) Την 30-6-1995 παραδόθηκε από το μηνυτή στον ίδιο πιο πάνω κατηγορούμενο μια συναλλαγματική εκδόσεως της ομόρρυθμης εταιρίας "...
Ο.Ε.", αποδοχής ..., ποσού 500.000 δραχμών και λήξης 20-10-1995. Κατά την παράδοση αυτής ο κατηγορούμενος κατέβαλε στο μηνυτή 400.000 δραχμές, παρακρατώντας τόκους, με επιτόκιο 5% μηνιαίως, 100.000 δραχμών. Η συναλλαγματική δεν πληρώθηκε και κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού συμφωνητικού την 11-9-1996 ενσωματώθηκαν στις προς τον κατηγορούμενο οφειλές το ποσό αυτής, καθώς και τόκοι 25.000 δραχμών μηνιαίως και συνολικά 275.000 δραχμών.
Σύμφωνα με τα παραπάνω ο δανεισμός του κατηγορουμένου προς το μηνυτή είτε με την προεξόφληση των αξιογράφων είτε κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του χρέους, ενείχε συνομολόγηση και λήψη περιουσιακών ωφελημάτων προφανώς δυσανάλογων προς την παροχή του, αφού το επιτόκιο που απαιτούσε ο κατηγορούμενος και συνομολογούσε με το μηνυτή εκμεταλλευόμενος την ανάγκη αυτού λόγω των οικονομικών προβλημάτων της επιχείρησής του, και στη συνέχεια το ποσό των τόκων, που με βάση αυτό το επιτόκιο, έπαιρνε, ανερχόταν σε 5% μηνιαίως.
Ενώ το νόμιμο επιτόκιο είχε καθοριστεί α) Για το χρονικό διάστημα από 31-7-1995 έως 21-4-1996 με την ΠΔ/ΤΕ 2365/27-7-1995 σε 27% ετησίως (2,25% μηνιαίως), β)για το χρονικό διάστημα από 22-4-1996 έως 22-8-1996 με την ΠΔ/ΤΕ 2386/19-4-1996 σε 26% ετησίως (2,1% μηνιαίως) και γ) για το χρονικό διάστημα από 23-8-1996 έως 11-9-1996 με την Π.Υ.Σ. 261/20-8-1996 σε 23% ετησίως (1,9% μηνιαίως).
Βέβαια, εκτός των ανωτέρω είχαν παραδοθεί από το μηνυτή στον ίδιο κατηγορούμενο προς προεξόφληση με παρακράτηση κάθε φορά τόκου με επιτόκιο 5% μηνιαίως, και άλλα αξιόγραφα κατά το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους και οι αντίστοιχες συναλλαγές ανερχόνταν σε πολλά εκατομμύρια δραχμές, όμως ενόψει της πληθώρας τούτων της μη ύπαρξης τελικά απαιτήσεως απ΄ αυτά είτε λόγω εξοφλήσεως είτε λόγω ανανέωσης και της μη δυνατότητας ύπαρξης των συγκεκριμένων στοιχείων τους, δεν γίνεται σαφής αναφορά περί αυτών.
Από τις αρχές του έτους 1996 διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ Ψ και Χ και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους αποφάσισαν να διευθετήσουν τις οικονομικές τους διαφορές από τις υποχρεώσεις του μηνυτή προς τον κατηγορούμενο. Προς τούτο συντάχθηκε το από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο μετά από κεφαλαιοποίηση στην πραγματικότητα των ανωτέρω χρεών από τα ποσά των αξιογράφων, τα οποία έπρεπε να πληρωθούν και δεν καταβλήθηκαν και που ανέρχονται σε 14.476.500 δραχμές, αλλά και του ποσού των 6.938.175 δραχμών από τους τόκους που κατά τα ανωτέρω υπολογίστηκαν, οΨ, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." , αποδεχόμενος την ύπαρξη των χρεών, όπως αυτά αναλύονται στο ιδιωτικό συμφωνητικό, έτσι ώστε να εμφανίζεται ως νόμιμη οφειλή χρημάτων, αποδέχθηκε 85 συναλλαγματικές, λήξης από 30-4-1997 έως 30-4-2001, ποσού 500.000 δραχμών καθεμιάς, εκτός της τελευταίας που ήταν ποσού 560.000 δραχμών, ήτοι συνολικού ποσού 27.460.000 δραχμών, συνυπολογίζοντας και τόκους μέχρι τη λήξη κάθε συναλλαγματικής.
Στο ιδιωτικό συμφωνητικό κατά το κεφάλαιο "Α" αυτού αναγράφεται ότι τα αναφερόμενα σ΄ αυτό ποσά οφείλονται για το λόγο ότι ο κατηγορούμενος Χ είχε εξαρχής εγγυηθεί την πληρωμή τους και ειδικότερα αναφέρονται χρέη προς τον Ζ, το ... και τον ..., κατά δε το κεφάλαιο "Β" τούτου αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος τα ποσά των ειδικά αναφερομένων αξιογράφων είχε καταβάλει σε τρίτους δανειστές της ομόρρυθμης εταιρίας, καθόσον είχε εγγυηθεί την πληρωμή τους.
΄Ομως οι αναφορές αυτές γίνονται στο πλαίσιο της συγκάλυψης της τοκογλυφικής σχέσης που ενείχαν οι συναλλαγές τους, δεδομένου ότι τα αξιόγραφα αυτά είχαν παραδοθεί απ΄ ευθείας στον άνω κατηγορούμενο για προεξόφληση και όχι σε δανειστές της εταιρίας, γι΄ αυτό εξάλλου και δεν έφεραν οπισθογράφηση από οποιοδήποτε τρίτο δανειστή της ομόρρυθμης εταιρίας με τον οποίο αυτή είχε αναπτύξει εμπορικές συναλλαγές σχετικές με τη δραστηριότητά της, αλλά σε μερικές περιπτώσεις συνεργατών του πιο πάνω κατηγορουμένου, όπως του ...
που διατηρούσε πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ και λοιπών παιχνιδιών στην Αθήνα και τουΖ, αντιπροσώπου της εταιρίας ΔΕΛΤΑ, με τους οποίους ο μηνυτής δεν είχε σχέση ούτε τους γνώριζε. Εξάλλου, το από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγκάστηκε ο Ψ να υπογράψει λόγω της πίεσης και των απειλών του παραπάνω κατηγορουμένου που ήταν κομιστής των ανωτέρω αξιογράφων.
Εξαιτίας δε της εκμετάλλευσης της ανάγκης του μηνυτή για την εξεύρεση χρημάτων και με το σκοπό χρησιμοποιήσεώς της στη συγκάλυψη της τοκογλυφικής σχέσης, ο κατηγορούμενος είχε υποχρεώσει αυτόν να υπογράψει δήλωση για χρέος του προς τον κατηγορούμενο ύψους 60.000.000 δραχμών, το γνήσιο δε της υπογραφής του στη δήλωση θεωρήθηκε την 15-6-1993 από το Τμήμα Τάξης ....
Στα οφειλόμενα κατά το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό χρηματικά ποσά συμπεριελήφθη και το ποσό των τοκογλυφικών ωφελημάτων που υπερέβαινε το ποσό των νόμιμων τόκων και αυτό το ποσό αποτέλεσε μέρος των διαλαμβανομένων σ΄ αυτό 85 συναλλαγματικών που αποδέχθηκε ο μηνυτής ως εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρίας.
Επειδή δεν πληρώθηκαν οι συναλλαγματικές που έληγαν από την 30-4-1997 έως και την 30-12-1999, ήτοι 54 συναλλαγματικές ποσού συνολικού είκοσι επτά εκατομμυρίων δραχμών, ο κατηγορούμενος με την από 11-1-2000 αίτησή του ζήτησε και εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 16/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας και της ...
συζ. Ψ, συζύγου του μηνυτή, που είχε τριτεγγυηθεί υπέρ της ομόρρυθμης εταιρίας, με την οποία υποχρεώνονται αυτοί να καταβάλουν το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο του ποσού κάθε συναλλαγματικής από τη λήξη αυτής. Απόγραφο εκτελεστό της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε από τον κατηγορούμενο στους υπόχρεους προς καταβολή.
Με την έκδοση της διαταγής πληρωμής και την επίδοση του απογράφου ο κατηγορούμενος επιδίωξε την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Ενόψει δε του ότι το κεφάλαιο του χρέους το οποίο οφείλονταν, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ανέρχονταν σε 14.476.500 δραχμές, το υπόλοιπο ποσό των 12.523.500 δραχμών αποτελεί τόκους μεταξύ των οποίων και οι παράνομοι που κατ΄ απαίτηση του κατηγορουμένου είχαν συνομολογηθεί με επιτόκιο 5% μηνιαίως.
Το γεγονός ότι με τους ανωτέρω εκτιθέμενους τρόπους ο κατηγορούμενος συνομολογούσε και λάμβανε παράνομα τοκογλυφικά ωφελήματα, απαιτούσε παράνομους τόκους και ενσωμάτωνε αυτούς στα αξιόγραφα και εν τέλει στο από 11-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκύπτει σαφώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων είτε ενώπιον των δικαστικών αρχών είτε σε ένορκες βεβαιώσεις.
Μάλιστα δε οι περί τούτων καταθέσεις του μηνυτή και των μελών της οικογενείας του ενισχύονται και από τις καταθέσεις ατόμων που είχαν φιλικές σχέσεις μ΄αυτόν ή ήταν συνεργάτες ή είχαν οικονομικές ή εμπορικές συναλλαγές και από την αρχή της εκτεθείσας συνεργασίας μηνυτή και κατηγορουμένου, και όχι από της διαταράξεως των σχέσεων αυτών, γνώριζαν για την τοκογλυφική μορφή των συναλλαγών τους.
Επίσης, ενισχύονται και από καταθέσεις ατόμων από τα οποία ο κατηγορούμενος με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο είχε λάβει τοκογλυφικά ωφελήματα, όπως είναι οι ... και ... Εκ τούτων προκύπτει εξάλλου η κατ΄ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σαφώς σκοπός πορισμού εισοδήματος από τη διάπραξη αυτής.
Η κατ΄ επάγγελμα δε τέλεση αυτής, προσδίδει στην ανωτέρω αξιόποινη πράξη κακουργηματική μορφή για τη δίωξη της οποίας δεν απαιτείται υποβολή έγκλησης, ούτε το αξιόποινο αυτής υπέκυψε σε παραγραφή, όπως αβάσιμα είχε ισχυριστεί ο εκκαλών - κατηγορούμενος". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κέρκυρας για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας κατ΄ επάγγελμα με τη μορφή της επιδιώξεως της εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων (άρθρ. 13 στοιχ.
στ΄ και 404 παρ. 2 στοιχ. β΄ και 3 Π.Κ.) και, αφού απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεσή του, διόρθωσε το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ως προς το ποσό των τοκογλυφικών ωφελημάτων από το εσφαλμένο ποσό των "15.000.000 δρχ." στο ορθό των "12.523.500 δρχ." και επικύρωσε τις σχετικές παραπεμπτικές διατάξεις του.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος (κακουργηματικής τοκογλυφίας), τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την ειρημένη κρίση του, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Επίσης, αναφέρονται λεπτομερώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι τρόποι με τους οποίους ο αναιρεσείων κατηγορούμενο συνομολογούσε κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα με τον εγκαλούντα και λάμβανε απ΄ αυτόν παράνομα τοκογλυφικά ωφελήματα, απαιτούσε από τον ίδιο παράνομους τόκους και ενσωμάτωνε αυτούς στα αναφερόμενα αξιόγραφα και στο τέλος στο άνω από 11.9.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίσεως χρεών.
Ωσαύτως, εκτίθεται στις αιτιολογίες του βουλεύματος ότι ο αναιρεσείων με την από 11.1.2000 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της 16/2000 διαταγής πληρωμής για το ποσό των 27.000.000 δρχ., επιδιώκοντας με την έκδοση της διαταγής αυτής και την επίδοση του εκτελεστού απογράφου της, την είσπραξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφού το κεφάλαιο του χρέους, το οποίο οφειλόταν, ανερχόταν στο ποσό των δρχ. 14.476.500 και το υπόλοιπο ποσό των δρχ. 12.523.500 αποτελεί τόκους, μεταξύ των οποίων και οι παράνομοι, που κατ΄ απαίτηση του αναιρεσείοντος είχαν συνομολογηθεί (μεταξύ αυτού και του εγκαλούντος) με επιτόκιο 5% μηνιαίως, ενώ το νόμιμο επιτόκιο κατά την περίοδο ισχύος του δανείου κυμαινόταν από 1,8% έως 2,25% μηνιαίως, χωρίς να είναι αναγκαίο το βούλευμα να διακρίνει από το άνω ποσό (των δρχ. 12.523.500) ποίο μέρος αντιπροσωπεύει θεμιτούς και ποίο αθέμιτους τόκους.
Τέλος, αναφορικά με την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄ επάγγελμα τελέσεως της τοκογλυφίας το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται με ιδιαίτερη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων διέπραξε το έγκλημα αυτό κατ΄ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξεως προκύπτει σαφώς σκοπός πορισμού εισοδήματος, κατονομάζοντας μάλιστα προς τούτο τρίτα πρόσωπα, από τα οποία αυτός κατά το παρελθόν είχε λάβει τοκογλυφικά ωφελήματα με τον ίδιο πιο πάνω τρόπο που έλαβε αυτά από τον εγκαλούντα.
Δεν υπάρχει δε ασάφεια ή έλλειψη στην αιτιολογία του, επειδή δεν αναφέρει το βούλευμα επί πλέον τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των άνω δανειοληπτών, τα ποσά των δανείων, το χρόνο συνάψεως και αποδόσεως αυτών και ποίο το ποσοστό του συνομολογηθέντος κατά περίπτωση τόκου ή το ποσοστό του θεμιτού τόκου.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση του 81/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ