2143/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2143/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2779/Β/2-12-2011) σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤ.ΑΔ) Α.Ε.", επωνυμία με την οποία παρίσταται πλέον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (πρώτη αναιρεσίβλητη), έχει τη διοίκηση και διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης για δικό της λογαριασμό (άρθρο 13 § 1 περ.
Full text
Απόφαση 2143 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2143/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρία" (ΕΤΑΔ ΑΕ) όπως η εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία (ΕΤΑ ΑΕ) μετονομάσθηκε με την Δ6Α/1162069/ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2779/Β02.12.2011) με την οποία έγινε συγχώνευση της ΚΕΔ ΑΕ και της ΕΤΑ ΑΕ με απορρόφηση της πρώτης από την δεύτερη, σε μετονομασία δυνάμει της παρ. 2 του αρ. 47 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ 66/Α/31-3-2011) της εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε" (ΕΤΑ ΑΕ) μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ολυμπιακά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία", όπως είχε μετονομασθεί με το ν. 2370/2004 η εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ", 2. Ελληνικού Δημοσίου όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 3.Προέδρου Δ.Σ της Α.Ε με την επωνυμία "Εταιρία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρία" με διακριτικό τίτλο "ΕΤΑΔ ΑΕ" που κατοικεί στην Αθήνα. Οι, πρώτη και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Ζαφειριάδου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Απριλίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7347/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1192/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Αυγούστου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1192/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. 1306/30-3-2009 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 7347/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 16064/2006 αγωγή του.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 1710/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 § 2) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για το εις το λόγο αυτό ζήτημα και ειδικότερα, όσον αφορά το κύρος της μισθωτικής σύμβασης που είχε καταρτιστεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, το οποίο απέρρεε από την υπ' αριθμ. 458/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και από τις αιτιολογίες της υπ' αριθμ. 445/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το εν λόγω ζήτημα (ΑΠ 1054/2010).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων στην από 3-4-2006 αγωγή του ιστορούσε, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι "ότι κατόπιν δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού που προκηρύχθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 50638 9/2 6-2-198 6 διακήρυξης του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (EOT), τον οποίο διαδέχθηκε η πρώτη εφεσίβλητη- εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε", εκμίσθωσε στις 15-5-1986 ένα γραφείο εκτελωνιστών στο Συνοριακό Σταθμό Ευζώνων, με μίσθωμα 8.800.000 δραχμών ετησίως και ότι με την υπ' αριθ. 349/18-4-1986 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ο.Τ.
υπογράφηκε μεταξύ τους η από 15-5- 1986 σύμβαση μίσθωσης. Ότι με την υπ' αριθ. 4558/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης με την υπ' αριθ. 801/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε η καταρτισθείσα σύμβαση μίσθωσης ως μη υφισταμένη εξ υπαρχής, δηλαδή από 15-5-1986.
Ότι ο Γενικός Γραμματέας του Ε.Ο.Τ. εξέδωσε τις υπ' αριθ.
536500/6-12-1990, 510234/9-4-1992, 511460/31-3-1993 και 523080/1-3-1994 αποφάσεις του, με τις οποίες ενέκρινε την είσπραξη, μέσω του αρμόδιου Δημόσιου Ταμείου, αντίστοιχα, του ποσού των 42.194.073 δραχμών για μισθώματα και αναπροσαρμογές αυτών μέχρι 15-12-1990, του ποσού των 13.116.713 δραχμών για αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 31-12-1991, του ποσού των 14.427.593 δραχμών για αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-1992 και του ποσού των 16.544.678 δραχμών για αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1993.
Ότι με βάση τις εν λόγω αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. βεβαιώθηκαν σε βάρος του (ενάγοντα) στη Δ.Ο.Υ. Γενικών Εσόδων Θεσσαλονίκης αρχικά και λόγω της κατάργησης της αργότερα στη Β' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης τα ως άνω ποσά με τις υπ' αριθ. 12/15-1-1991, 209/24-8-1992, 234/11-6-1993 και, 70/7-4-1994 ταμειακές βεβαιώσεις, με τις οποίες καταχωρήθηκαν στο Βιβλίο Βεβαίωσης του Δημόσιου Ταμείου Γενικών Εσόδων Θεσσαλονίκης τα εν λόγω ποσά ως οφειλές αυτού.
Περαιτέρω ο εκκαλών εξέθετε στην αγωγή του ότι η β' εναγομένη Β' Δ.Ο.Υ. με βάση τις προαναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1101/4- 4-1996 έγγραφης παραγγελίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Γενικών Εσόδων Θεσσαλονίκης, επέβαλε στις 15-9-1999 αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο ιδιοκτησίας του στη Σφενδάμη Πιερίας.
Ότι κατά της υπ' αριθ. .../19-5-1999 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης Π. Τ. άσκησε ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 543/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης με την αιτιολογία ότι εφόσον η μίσθωση κρίθηκε με την υπ' αριθ. 4558/1992 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως μη υφισταμένη εξ υπαρχής, δεν είναι δυνατόν να γεννά συμβατικές υποχρεώσεις και έτσι οι σχετικές απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν με τις ως άνω ταμειακές βεβαιώσεις δεν οφείλονται λόγω ακυρότητας των νόμιμων τίτλων.
Ότι κατά της απόφασης αυτής η πρώτη εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 445/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ότι μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων, αυτός (ενάγων) ζήτησε επανειλημμένως προφορικώς και εγγράφως την ακύρωση - ανάκληση των προαναφερομένων αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ.
και την άσκηση των ενεργειών που απαιτούνται εκ μέρους της πρώτης εναγομένης για τη διαγραφή των ταμειακών βεβαιώσεων από τη δεύτερη εναγομένη, πλην όμως αμφότερες αρνούνται να προβούν στις οφειλόμενες από αυτές ενέργειες, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί αυτός σήμερα να εμφανίζεται ως οφειλέτης του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 1.000.000 ευρώ (συνυπολογιζομένων και των προσαυξήσεων) και να του αρνείται η δεύτερη εναγομένη να του εκδώσει σχετική βεβαίωση περί φορολογικής ενημερότητας και να του θεωρεί τα αναγκαία για την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος του φορολογικά βιβλία και στοιχεία".
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ο αναιρεσείων ζήτησε α) να υποχρεωθεί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων σε έκδοση απόφασης περί ακύρωσης - ανάκλησης των αποφάσεων του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ., β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη Β' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, ως προς την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, να προβεί σε ακύρωση - διαγραφή των τεσσάρων ταμειακών βεβαιώσεων σε βάρος του, καθώς και των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής των αυτών ταμειακών βεβαιώσεων, γ) να απαγγελθεί, σε περίπτωση που αρνηθούν την ενέργεια των ανωτέρω πράξεων η πρώτη αναιρεσίβλητη και η δεύτερη εναγόμενη, χρηματική ποινή υπέρ αυτού 5.900 ευρώ η κάθε μία και προσωπική κράτηση διάρκειας τριών μηνών σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων τους, ήτοι του τέταρτου και πέμπτου των εναγομένων, αντίστοιχα.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον στο δικόγραφό της δεν εκτίθενται περιστατικά δικαιολογούντα την κατ' αυτού άσκηση αγωγής, ενόψει του ότι η αρχικά πρώτη των αναιρεσιβλήτων και εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", η οποία μετονομάστηκε σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε." (άρθρο 2 παρ. 1 δ' Ν. 3270/2004) και ήδη μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής μετονομάστηκε, μετά την απορρόφηση της εταιρείας "Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε." εν συνεχεία δε και μετά την κατά το Δεκέμβριο του 2011 απορρόφηση και της "Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου (ΚΕΔ) Α.Ε., δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4002/2011, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ.
Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011 ΚΥΑ (ΦΕΚ 2779/Β/2-12-2011) σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΕΤ.ΑΔ) Α.Ε.", επωνυμία με την οποία παρίσταται πλέον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (πρώτη αναιρεσίβλητη), έχει τη διοίκηση και διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης και διάθεσης για δικό της λογαριασμό (άρθρο 13 § 1 περ.
α' και β' Ν. 2636/1998, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 9 Ν. 2837/2000), ενώ για την επίτευξη του σκοπού της μπορεί να ενάγει και να ενάγεται και γενικά να διεξάγει στο όνομά της κάθε δίκη και να επιχειρεί κάθε μέτρο εκτέλεσης που αφορά, τα περιουσιακά στοιχείο ή τις επιχειρηματικές μονάδες των οποίων της έχει ανατεθεί η διοίκηση και η διαχείριση (άρθρο 13 § 5 περ.
ιβ' Ν. 2638/1998, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 9 Ν. 2837/2000). Το Εφετείο, έκρινε αόριστη την αγωγή ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για τον ίδιο λόγο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
Όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου εξ αυτών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ