Legislator Case Law & Legislation
2143/2007 AI generated

2143/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2143/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2143/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 Α.Κ., 116 και 933 του Κ.Πολ.Δ., 20 παρ.1 του 25 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.

Keywords

AI generated
loan write-off monetary debt unpaid security deposit satisfaction of claim recovery of debts repayment of capital contributions
AI generated
1523/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
1214/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1781/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2072/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
1893/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2143 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2143/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της πρώην στην Αθήνα Εδρεύουσας "ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θάνο Κωνσταντίνο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3.Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μαζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-1997 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ψ, που κατατέθηκε στο Μονομλές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7695/2000 προδικαστική, 6686/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6830/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι ως καθολικοί διάδοχοι του αρχικού ενάγοντος, με την από 15-10-2003 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 754/2004 απόφαση του Ζ' πολ. τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια.

Εκδόθηκε η 49/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 6830/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παράπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών για να δικάσει ξανά με άλλους δικαστές. Κατόπιν εκδόθηκε η 3366/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-10-2006 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπουτσής ανέγνωσε την από 4-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 Α.Κ., 116 και 933 του Κ.Πολ.Δ., 20 παρ.1 του 25 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.

μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ. και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 Α.Κ., ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1 α του Κ.Πολ.Δ..

Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ. αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1 Β' του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.

Εξάλλου, επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ορίζεται με το άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. "1..... 2.....3. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330. 4. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι".

Το ανωτέρω κατά το άρθρο 933 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτο των μη αποδεικνυομένων αμέσως ισχυρισμών απόσβεσης της απαίτησης περιλαμβάνει, εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών, και τις παρακωλυτικές, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενστάσεις ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η καταχρηστική ένσταση από το άρθρο 281 Α.Κ..

Το παραγόμενο, άρα, απορριπτικό δεδικασμένο από τη διάταξη αυτή εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής αυτών, που απαγγέλλεται λόγω της μη άμεσης αποδείξεώς των, ώστε οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εμποδίζονται, από το, κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δικ., δεδικασμένο και τη διάταξη του άρθρου 935 Κ.Πολ.Δ., να προβληθούν, εφόσον είναι ουσιώδεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς κατ΄ ουσίαν έρευνα, σε μεταγενέστερη δίκη, που ανοίγεται με νέα ανακοπή κατά της ίδιας εκτέλεσης (Ολ.

ΑΠ 10/1993) ή και που ανοίγεται με αγωγή κατά τη συζήτηση της οποίας δεν αποκρούονται από το, κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο. Ειδικότερα, ο ανωτέρω περιορισμός του άρθρου 933 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά το ένδικο βοήθημα της ανακοπής, επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, για την ταχεία περάτωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέσω της δυνατόν ταχύτερης επίλυσης της εκκρεμούσης, σχετικά με την εγκυρότητά της, διαφοράς και δεν αντίκειται (ο περιορισμός αυτός) στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που θεσπίζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δίκαιη (χρηστή) δίκη.

Πράγματι, η αρχή της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, προς το συμφέρον των συναλλαγών, συνιστά, για κάθε εσωτερική έννομη τάξη, θεμιτό στόχο, τον οποίο, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, μπορεί να επιδιώκει ένα συμβαλλόμενο στην ΕΣΔΑ κράτος. Αλλ΄ ο περιορισμός αυτός για να είναι σύμφωνος με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και επανεπικυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και απέκτησαν οι διατάξεις της την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, εκτός του ότι θα πρέπει να επιδιώκει, όπως προαναφέρθηκε, θεμιτό στόχο και να είναι ανάλογος προς το στόχο αυτό, θα πρέπει και να μη θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Και δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος στο εσωτερικό της χώρας δίκαιο, διότι η ελληνική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης άλλων ενδίκων βοηθημάτων κατά την τακτική διαδικασία και συγκεκριμένα, πέραν του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αγωγής αποζημίωσης κατά τις διατάξέις περί αδικοπραξιών (Α.Κ. 914 ή 919) ή αγωγής (επιβοηθητικά) από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά το άρθρο 904 Α.Κ..

Περαιτέρω, όμως, το γεγονός ότι αιτήματα ενός διαδίκου απορρίπτονται κατά το άρθρο 933 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. ως απαράδεκτα για αυστηρώς δικονομικούς λόγους και χωρίς έρευνα της βασιμότητάς τους, με όλα τα προσφερόμενα από τον προσφεύγοντα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο.

Σημασία, συνεπώς, δεν έχει το αν σε συγκεκριμένη διαδικασία προβλέπονται (για την επιδίωξη θεμιτών στόχων) περιορισμοί ως προς το παραδεκτό ορισμένων λόγων. Σημασία έχει αν το εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα στο σύνολό του παρέχει δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, για να κριθούν, έστω και στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών, όλα τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που είναι σχετικά με τη διαφορά.

Η ανωτέρω λύση είναι σύμφωνη και με τα άρθρα 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (κυρ. ν. 2462/1997), οι διατάξεις των οποίων κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη. Τέλος, κατά το άρθρο 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ.

Παρέχεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημιώσεως στον θιγέντα, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ. Δίδεται, έτσι, αναγνωριστική ή καταψηφιστική αγωγή, με αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπέρ του καθού η εκτέλεση και η δίκη αυτή δεν είναι περί την εκτέλεση, ώστε δεν έχουν εφαρμογή επ΄ αυτής οι ειδικοί κανόνες των άρθρων 933, 934 και 937 του Κ.Πολ.Δ..

Αυτονόητα, αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε ουσιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή. Κατά την αληθή, επομένως, έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., ερμηνευόμενης και υπό το πρίσμα της τηρήσεως της αρχής της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των ως άνω ταυτόσημων διατάξεων του εν λόγω Διεθνούς Συμφώνου, αλλά και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν στη δίκη περί την εκτέλεση, ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως κατά το άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., μπορεί, πέραν της περιπτώσεως του ανωτέρω άρθρου (940 παρ. 3), να προβληθούν προς έρευνα, ως προς τη βασιμότητά τους, αν είναι ουσιώδεις, όπως λόγω ανυπαρξίας ή απόσβεσης ή ακυρότητας της απαιτήσεως κατά το ουσιαστικό δίκαιο, στα πλαίσια δίκης ανοιγόμενης με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα κατά τα άρθρα 914 επ.

Α.Κ. ή, επιβοηθητικά, κατά τα άρθρα 904 επ. Α.Κ., ως μη δυνάμενοι να αποκρουσθούν από το, κατά το άρθρο 330 του Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο, αφού, το τελευταίο, στην περίπτωση αυτή, δεν καλύπτει την ουσία της απορριφθείσης ενστάσεως (ΟΛ. Α.Π. 49/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα :

Ο Ψ, καθολικοί διάδοχοι του οποίου είναι οι αναιρεσίβλητοι, με την από 29.12.1997 αγωγή του κατά της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εξέθεσε, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Με σύμβαση δανείου, που καταρτίσθηκε το 1969 με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, η εναγομένη παρέσχε σ' αυτόν δάνειο 8.750.000 δραχμών για την ανέγερση ξενοδοχείου στην ......

Με συμβατικό όρο (19°) συμφωνήθηκε το δικαίωμα της Τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση και να κηρύξει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στην περίπτωση που, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ολόκληρο ή μέρος του ποσού του δανείου δεν θα διετίθετο μέσα σε εύλογο χρόνο στην εκτέλεση του έργου. Με όμοια πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου του έτους 1969 ο δανειολήπτης δήλωσε λήψη όλου του ποσού του δανείου, τελικώς δε, εφαρμόζοντας τον όρο αυτό (19°), η Τράπεζα κατήγγειλε το δάνειο και επέδωσε στο δανειολήπτη την από ......

επιταγή, με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 38.491.040 δραχμών, κατά της οποίας αυτός άσκησε εμπροθέσμως ανακοπή. Ως λόγους της ανακοπής διέλαβε ότι: α) το ληφθέν έως τότε κεφάλαιο δανείου ήταν αληθώς μόνο 3.000.000 δραχμές και; β) δεν υπήρχε υπερημερία του ίδιου και ληξιπρόθεσμη οφειλή του, αλλά μόνον υπερημερία της δανείστριας καθής η ανακοπή στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και εντεύθεν η επίσπευση, με βάση τα περιστατικά αυτά, της ανακοπτόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ. .

Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση και επακολούθησε, μετά την πρωτόδικη απόφαση, στις 7-5-1989, ο πλειστηριασμός του ακινήτου του ανακόπτοντος. Τελικώς εκδόθηκε επί της ανακοπής, μετ΄ αναίρεση της εφετειακής απόφασης, η 1143/1997 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως εφετείου, με την οποία, και την προηγούμενη 413/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού κρίθηκε ότι με την επιταγή διώκεται η απόδοση μόνο του καταβληθέντος μέρους κεφαλαίου των 3.000.000 δραχμών, α) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., ήτοι ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως από έγγραφα ή από δικαστική ομολογία της καθής, οι λόγοι της ανακοπής περί ανυπαρξίας της απαιτήσεως της αρχικής εναγομένης και από το άρθρο 281 ΑΚ, β) έγινε εν μέρει δεκτός ο λόγος περί του ύψους των τόκων, εξαφανίσθηκε η 6943/1988 πρωτόδικη απόφαση (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και ακυρώθηκε εν μέρει η επιταγή, κατά το μέρος της που επέταξε τον ανακόπτοντα να καταβάλει 1) για τόκους κεφαλαίου, από της 1.6.1973 μέχρι και τις 31.5.1985, ποσόν πέραν εκείνου των 1.766.528 δραχμών και 2) για τόκους υπερημερίας επί των καθυστερούμενων χρεολύτρων, από της 9.9.1974 μέχρι και της 24.6.1987, ποσό πέραν εκείνου των 13.618.693 δραχμών.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, επαναφέροντας τους απορριφθέντες, ως μη αμέσως αποδειχθέντες, ισχυρισμούς της ανακοπής του, ότι η απαίτηση της εναγομένης ήταν ανύπαρκτη και ότι η διενέργεια από αυτήν αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, ήταν παράνομη ως καταχρηστική, επικαλούμενος δε και αντισυμβατική συμπεριφορά της αντιδίκου του, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα των οργάνων της, καθώς και ότι η πραγματοποίηση της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά τρόπον αντιβαίνοντα στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ., του προξένησε ζημία, συνιστάμενη στην αξία του πλειστηριασθέντος ακινήτου του κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, άλλως κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση, διαφορετικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ΄ αριθ. 6686/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έπειτα από έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 6830/203 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και κρίθηκε ότι, η αναφερόμενη αγωγή, κατά μεν τη νομική της βάση, με την οποία ζητείται αποζημίωση κατά τα άρθρα 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

και 914 Α.Κ., με θεμέλιο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ερευνήθηκαν από το Δικαστήριο που δίκασε την ανακοπή, γιατί γι΄ αυτά έγινε δεκτό ότι προτάθηκαν απαραδέκτως κατ΄ άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., είναι νομικά αβάσιμη και απορριπτέα, διότι η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση απόρριψης λόγου ανακοπής ως απαραδέκτου κατά το άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., ενώ και το μη ακυρωθέν μέρος της επιταγής νομιμοποιεί την αναγκαστική εκτέλεση και τον πλειστηριασμό και η εντεύθεν ζημία του ενάγοντος ούτως ή άλλως θα επήρχετο με το κριθέν έγκυρο μέρος της επιταγής.

Με την ίδια αιτιολογία απέρριψε το Εφετείο και την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά τα άρθρα 904 επ. Α.Κ., με την οποία επιδιώκεται η απόδοση, σε κάθε περίπτωση, του περιελθόντος στην Τράπεζα εκπλειστηριάσματος. ΄Επειτα από άσκηση αναίρεσης, από την πλευρά των εναγόντων, η υπόθεση παραπέμφθηκε με την 754/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ.

γ΄ του Κ.Πολ.Δ., στην Τακτική Ολομέλεια και εκδόθηκε η μνησθείσα υπ΄ αριθ. 49/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η ως άνω αγωγή κρίθηκε νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 904 επ. του Α.Κ. και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών και τελικά εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 3366/2006 απόφαση του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε τυπικά παραδεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία η από 19.2.2003 έφεση της εναγομένης Τράπεζας, και επικυρώθηκε η υπ΄ αριθμ. 6686/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, η αγωγή είχε γίνει δεκτή, ως βάσιμη και στην ουσία της.

Εναντίον της υπ΄ αριθμ. 3366/2006 αποφάσεως στρέφεται η ένδικη από 18.10.2006 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.. Με τον πρώτο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι προς το σκοπό αντίκρουσης του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού περί πλήρους ανυπαρξίας αξιώσεως της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ληξιπροθέσμου και απαιτητής, που συνεπεία τούτου οδήγησε σε παράνομη και καταχρηστική επίσπευση εκτέλεσης κατά τον ενάγοντος, με αποτέλεσμα την επέλευση της επικαλούμενης με την αγωγή ζημίας σ΄ αυτόν, η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις της (α΄ και β΄ συζήτησης) και επανέφερε και με σχετικό λόγο έφεσης (πρώτος λόγος, σκέλος Δγ) του ουσιώδη ισχυρισμό ότι υφίστατο αμετάκλητη δικαστική κρίση και επομένως δεδικασμένο, απορρέουν από την υπ΄ αριθ. 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι υπήρχε υπερημερία του ενάγοντος και συνακόλουθα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση αυτής κατά του τελευταίου, ενόψει του ότι, η από .......

επιταγή της προς πληρωμή ήταν έγκυρη για τα ακόλουθα ποσά, 1) για τόκους κεφαλαίου από 1.6.1973 έως 31.5.1985 1.766.528 δραχμών, 2) για χρεόλυτρα ποσού 3.572.032 δραχμών, 3) για δικαστικά έξοδα 532.399 δραχμών, 4) για Φ.Κ.Ε. 1.416.842 δραχμών, 5) για τέλη χαρτοσήμου 12.783 δραχμών και 6) για τόκους υπηρημερίας επί των καθυστερουμένων χρεολύτρων από της 9.9.1974 μέχρι και της 24.6.1987 13.618.693 δραχμών.

Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, αυτή έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον δέχθηκε με ρητή ειδική αναφορά στην υπ΄ αριθ. 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου και στα όσα δέχθηκε αυτή στο σκεπτικό της, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, και στο διατακτικό της, τα οποία απετέλεσαν και μια από τις παραδοχές αυτής.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε τα εξής περιστατικά, όπως, άλλωστε, και η 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου : "Ο ενάγων υπέγραψε το ....... δανειστικό συμβόλαιο ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Κούγκουλου για ποσό 8.750.000 δραχμών. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου το δάνειο χορηγείται για την αποπεράτωση του ξενοδοχείου, η δε δανείστρια δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση του δανείου και να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό του δανείου, αν διαπιστώσει, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ότι όλο ή μέρος αυτού δεν διατέθηκε από τον οφειλέτη σε εύλογο χρόνο για τον ανωτέρω σκοπό.

Η εξόφληση του δανείου, το οποίο θα καταβαλλόταν τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, θα γινόταν με τοκοχρεωλύσιο 7% μέσα σε προθεσμία 12 ετών, που θα άρχιζε από την 1.6.1973. Από 1.6.1969 μέχρι 1.6.1973 είχε υποχρέωση καταβολής τόκου 4,50% και σε περίπτωση μη καταβολής των τόκων αυτών της περιόδου χάριτος, αυτοί (τόκοι) θα κεφαλοποιούνται αυτοδικαίως και θα προστίθενται στο κεφάλαιο του δανείου.

Σε εκτέλεση δε των ως άνω συμφωνηθέντων η εναγομένη χορήγησε τμηματικά μέχρι μέσα του έτους 1970 ποσό από το ως άνω δάνειο συνολικά 3.000.000 δραχμές, το δε υπόλοιπο ποσό παρέμεινε σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος, δεσμευμένο όμως, αφού αυτός δεν μπορούσε να προβεί σε ανάληψη χρημάτων από αυτόν, χωρίς την έγκριση της εναγομένης και την πιστοποίηση της προόδου των εργασιών".

Περαιτέρω δε, αναφορικά με την υπ΄ αριθ. 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, που, κατά τα προαναφερόμενα, μετά την σε πρώτο και δεύτερο βαθμό απόρριψη της από 16.3.1988 ανακοπής του ενάγοντος, επελήφθη αυτής συνεπεία άσκησης αναίρεσης, σημειώνει ότι, με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκαν οι δύο λόγοι της ανακοπής, ως μη αποδεικνυόμενοι παραχρήμα και έγινε δεκτόν ότι η από ....

επιταγή προς πληρωμή της Τράπεζας ήταν εν μέρει άκυρη α) για πληρωμή τόκων και κεφαλαίου από 1.6.1973 πέραν του ποσού των 1.766.528 δραχμών και β) για πληρωμή τόκων υπερημερίας, επί των καθυστερουμένων χρεολύτρων από 9.9.1974 έως 24.6.1987, πέραν του ποσού των 13.618.693 δραχμών, περιστατικά από τα οποία επιβεβαιώνονταν πλήρως ο ως άνω ουσιώδης ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή αυτή είχε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση κατά του ενάγοντος, για τα ποσά που ανέφερε.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των διαγραφομένων ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, δηλαδή καθαρά αντικειμενικά κριτήρια, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από άλλα περιστατικά, που καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟΛ.

Α.Π. 17/1995). Περαιτέρω, η ύπαρξη ή ανυπαρξία υπαιτιότητας στην κατάχρηση δικαιώματος, κρίνεται από την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της διαταραχής της κοινωνικής ισορροπίας που επήλθε από την άσκηση του δικαιώματος και του εσωτερικού κόσμου αυτού που άσκησε το δικαίωμα, δηλαδή του περιεχομένου της βούλησής του.

Συνέπεια της ύπαρξης υπαιτιότητας είναι η υποχρέωση σε αποζημίωση, εφόσον επήλθε ζημία στον άλλον, η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την άσκηση του δικαιώματος (914 Α.Κ. -ΟΛ. Α.Π. 897/1985, 784/1986). Επίσης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ., στοιχεία της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι, παράνομη ανθρώπινη συμπεριφορά, δηλαδή αντίθεση σε προϋπάρχοντα επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, γραπτό ή άγραφο, υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στη συμπεριφορά και τη ζημία (ΟΛ.

Α.Π. 29/2007). Η αδικοπρακτική ευθύνη βασίζεται στην υπαιτιότητα, η οποία περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια (Α.Π. 1249/1976, 1286/1976). Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 635/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα, σε σχέση με το ότι ο ενάγων, ασκήσας αγωγή αποζημιώσεως, μνημόνευσε ως παράνομη πράξη την παράνομη διακοπή χρηματοδότησης και διενέργεια κατ΄ αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως, επειδή η εκτέλεση αυτή, στηρίχθηκε σε απαίτηση που η εναγομένη γνώριζε, αλλιώς υπαίτια αγνοούσε ότι ήταν ανύπαρκτη, μη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, ενώ αντίθετα αυτή ήταν σε υπερημερία και μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση δανείου και έτσι επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση καταχρηστικώς, αντίθετα προς τα αντικειμενικά όρια της Α.Κ. 281, λόγω ανυπαρξίας ληξιπροθέσμου και απαιτητής αξιώσεώς της.

Ειδικότερα, α) Ως προς το κρίσιμο θέμα της υπάρξεως ή μη ληξιπροθέσμου και απαιτητής αξιώσεως της εναγομένης και το παράνομο της καταχρηστικής ενέργειας της αναιρεσείουσας σε σχέση με την αναγκαστική εκτέλεση που επέσπευσε σε βάρος του ενάγοντος : Από τη μια πλευρά δέχεται το Εφετείο πλήρη ανυπαρξία ληξιπροθέσμου και απαιτητής αξιώσεως της αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος, ούτε μάλιστα και από τόκους, γιατί η αναιρεσείουσα, από υπαιτιότητά της, δεν κατέβαλε ολόκληρο το ποσόν του δανείου και έτσι αυτή, και όχι ο ενάγων, κατέστη υπερήμερη, από την άλλη, όμως, πλευρά, δέχεται την ύπαρξη ληξιπροθέσμου και απαιτητής αξιώσεως της αναιρεσείουσας, καθώς δέχεται ότι, με την υπ΄ αριθ. 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου μόνον εν μέρει ακυρώθηκε η επιταγή της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα και κατά αναγκαία λογική συνέπεια, για την αναζήτηση της (μη ακυρωθείσης) υπαρκτής, ληξιπροθέσμου και απαιτητής αξιώσεως της αναιρεσείουσας, η επιταγή της ήταν έγκυρη για το μη ακυρωθέν μέρος της.

Πιό συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται, 1) ότι ποσόν 3.000.000 δραχμών χορήγησε η αναιρεσείουσα στον ενάγοντα τμηματικά μέχρι τα μέσα του 1970 λόγω δανείου, σε εκτέλεση δύο σχετικών δανειακών συμβάσεων, 2) ότι κατά την αρχική δανειακή σύμβαση η εξόφληση του δανείου, το οποίο θα καταβαλλόταν τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, θα γινόταν με τοκοχρεολύσιο 7% μέσα σε προθεσμία 12 ετών που θα άρχιζε την 1.6.1973 και όχι ότι είχε συμφωνηθεί πως όλες οι υποχρεώσεις του ενάγοντος θα άρχιζαν από την καταβολή ολόκληρου του ποσού του δανείου, 3) ότι από 1.6.1969 μέχρι 1.6.1973 είχε ο ενάγων υποχρέωση καταβολής τόκου 4,50% και σε περίπτωση μη καταβολής των τόκων αυτών της περιόδου χάριτος, αυτοί (τόκοι) θα κεφαλαιοποιούνται αυτοδικαίως και θα προστίθενται στο κεφάλαιο του δανείου και 4) υιοθετεί την παραδοχή, όπως αυτή εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω, ότι ο ΄Αρειος Πάγος με την 1143/1997 απόφασή του δέχεται, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης και απαιτητής αξιώσεως της αναιρεσείουσας απορρέουσας από την υποχρέωση απόδοσης όσων οφείλονται με βάση το μόνο καταβληθέν μέρος του κεφαλαίου των 3.000.000 δραχμών και τη συνακόλουθη μερική εγκυρότητα της επιταγής προς πληρωμήν.

Εξαιτίας αυτής της αντιφατικότητας, δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το Εφετείο για να στηρίξει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 281 του Α.Κ., με συνέπεια η αναιρεσιβαλλομένη να στερείται νόμιμης βάσης, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, από τον αριθμό 19 της Κ.Πολ.Δ. 559.

β) Ως προς την υπαιτιότητα η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται ότι "Περαιτέρω δε η εναγομένη αν και γνώριζε τα παραπάνω και σε κάθε περίπτωση από υπαιτιότητά της αγνοούσε, αλλιώς κατά τρόπο που προφανώς υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, επέσπευσε τον ως άνω πλειστηριασμό σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος".

Όπως προαναφέρθηκε, το νομικό υπόβαθρο της από 29.12.1997 αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζήτησε αποζημίωση για την επίσπευση σε βάρος του ακινήτου του πλειστηριασμού, με βάση μη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση της ήδη αναιρεσείουσας, στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην αδικοπραξία του άρθρου 914 Α.Κ., η οποία είναι εμπλουτισμένη με φερόμενη υπέρβαση των απαγορευτικών ορίων της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., όπως, άλλωστε, έγινε δεκτό με την υπ΄ αριθ. 49/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα δε με τη νομική σκέψη της παρούσας παραγράφου, η αξίωση αυτή για αποζημίωση του ενάγοντος, πρέπει να είναι συνυφασμένη με υπαιτιότητα του αδικοπραγήσαντος, η οποία ανάγεται σε δόλο ή σε αμέλεια. Από τις ως άνω δε παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν προκύπτει αν αυτή δέχεται, όσον αφορά την φερόμενη ως παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ύπαρξη δόλου ή αμέλειας.

Επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη, αναφορικά με τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης στα πλαίσια της Α.Κ. 281, αρκείται στη μνεία και μόνο της υπέρβασης των ορίων της διάταξης αυτής, χωρίς, όμως, να αναφέρει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά εκείνα που, αληθή υποτιθέμενα, στοιχειοθετούν αντικειμενικά τη φερόμενη υπέρβαση των ορίων της διάταξης αυτής και επιπρόσθετα, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, αν εδώ η συμπεριφορά αυτή συνδέεται και με από υποκειμενικής φύσεως στοιχεία, όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη που προπαρατίθεται, δηλαδή με δόλο ή αμέλεια και ποιά είναι αυτά τα στοιχεία που συγκροτούν το δόλο ή την αμέλεια.

Η ανεπάρκεια αυτή των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και στις δύο, κατά τα άνω, περιπτώσεις, αφού, από το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των άρθρων 914 και 281 ΑΚ με συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης να είναι βάσιμος και κατά το δεύτερο μέρος του, πάλιν από τον αριθμό 19 της Κ.Πολ.Δ. 559.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΟΛ.

Α.Π. 24/2003, 100/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως (Α.Π. 635/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, η εναγομένη - αναιρεσείουσα Τράπεζα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και δευτεροβαθμίως, με σχετικό λόγο εφέσεως (4ος εφετηρίου), υπέβαλε ένσταση περί πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξιώσεως από αδικοπραξία του ενάγοντος, κατ΄ άρθρον 937 Α.Κ..

Ειδικότερα προβλήθηκε η αιτίαση ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ένδικη από 29.12.1997 αγωγή, οι φερόμενες ως ζημιογόνες πράξεις της εναγομένης Τράπεζας ήταν, αφενός μεν η καταχρηστική διακοπή της χρηματοδοτήσεως του ενάγοντος, η οποία έλαβε χώρα στα τέλη του έτους 1970, αφετέρου δε η παράνομη ως καταχρηστική επίσπευση αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος του ενάγοντος, με βάση μη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση της Τράπεζας και συνεπώς, η μεν πρώτη αξίωση ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη από το έτος 1970, η δε δεύτερη από την ημερομηνία συντέλεσης (ολοκλήρωσης) του πλειστηριασμού, ήτοι από 17.10.1989 και ως εκ τούτου, κατά το χρόνο κοινοποίησης της ένδικης αγωγής (30.12.1997) οι αξιώσεις αυτές είχαν προ πολλού υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της Α.Κ. 937, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διακοπτικό γεγονός.

Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με την ένσταση αυτή, τα ακόλουθα : "Η ένσταση παραγραφής της ένδικης απαιτήσεως του ενάγοντος, την οποία προβάλλει η εναγομένη [Α.Κ. 937], που ισχυρίζεται ότι από το χρόνο διακοπής της πιστοδοτήσεως το έτος 1970 μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής [Δεκέμβριος 1997] πέρασε χρόνος κατά πολύ μεγαλύτερος της πενταετίας, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Αφετήριος χρόνος της παραγραφής δεν είναι αυτός της διακοπής της πιστοδοτήσεως, αλλά εκείνος της εκδόσεως της αμετάκλητης αποφάσεως για την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 251 ΑΚ και 940 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., από τότε γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξημη η αξίωση του καθ΄ ου η εκτέλεση για αποζημίωση.

Αφού δε η 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου δημοσιεύτηκε στις 30.6.1997 και η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 30.12.1997, πρόδηλον είναι ότι δεν έχει παραγραφεί η απαίτηση του ενάγοντος.". ΄Ετσι, όμως, που έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. διότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1 και 251 του Α.Κ., για τους ακόλουθους λόγους :

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, πράγμα που έγινε δεκτό με την προαναφερθείσα υπ΄ αριθ. 49/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η αξίωση της ένδικης αγωγής στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην αδικοπραξία της Α.Κ. 914, εμπλουτισμένη με φερόμενες υπερβάσεις των απαγορευτικών ορίων της Α.Κ. 281. Η αξίωση αυτή του ενάγοντος είναι ανεξάρτητη και δεν έχει καμιά σχέση με την ειδική αδικοπραξία της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ. 3, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τα κελεύσματα της οποίας πρώτα πρέπει να ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση και μετέπειτα να εγερθεί η αγωγή για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, με την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση της συνδρομής των όρων της Α.Κ. 914.

Και αν συνέτρεχε η περίπτωση αυτή, ασφαλώς και βεβαίως δεν θα είχε αρχίσει να τρέχει ο χρόνος της παραγραφής πριν από την κατά τα άνω μερική ακύρωση της εκτέλεσης με την 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού, η δικαστική επιδίωξή της, εκ της ειδικής αδικοπραξίας αυτής, αξίωσης, είναι δυνατή μόνον μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στην περίπτωση, όμως, της ένδικης αγωγής, η αξίωση αυτής ήταν δικαστικά επιδιώξιμη, από τότε που εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός και έλαβε γνώση αυτού ο ενάγων, με την ολοκλήρωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού (17.5.1989), καθόσον, για την αξίωση αυτή, σε αντίθεση με την αξίωση της ειδικής αδικοπραξίας της Κ.Πολ.Δικ. 940 παρ. 3, δεν υπήρχε νομικό κώλυμα, που να εμπόδιζε τη δικαστική της επιδίωξη.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις αμέσως προαναφερόμενες, διατάξεις του Α.Κ., εν προκειμένω, δεν επιτρέπεται η αφετηρίαση του χρόνου παραγραφής από το γεγονός της με την υπ΄ αριθ. 1143/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου απόρριψης (αμετακλήτως), ως μη αποδεικνυόμενων παραχρήμα, των δια της από 16.3.1988 ανακοπής του ενάγοντος λόγων, οι οποίοι στη συνέχεια απετέλεσαν, όπως προειπώθηκε, τη βάση της ένδικης αγωγής, αφού η εκκρεμότητα αυτή, αναφορικά με την τύχη των λόγων της ως άνω ανακοπής, δεν επιδρά τόσο στη δικαστική επιδίωξη της ένδικης αξίωσης, όσο και στην έναρξη του χρόνου της παραγραφής.

Πράγματι, ο καθ΄ ού η εκτέλεση και προ της περατώσεως ακόμη, της δίκης περί την εκτέλεση, μπορούσε, αντί να αναμένει άπρακτος την μάλλον βεβαία, λόγω του ότι οι άνω ισχυρισμοί του δεν αποδεικνύονται παραχρήμα, απόρριψη της ανακοπής του, να εγείρει την αγωγή του για τη διάγνωση της καταχρήσεως και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δανείστριας Τράπεζας, δηλαδή αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η εκτέλεση σε βάρος του, διακόπτοντας συγχρόνως και την παραγραφή.

Ειδικότερα, ο ενάγων, μπορούσε να ασκήσει την παρούσα αποζημιωτική εξ αδικοπραξίας αγωγή του αμέσως από τότε που έλαβε γνώση του άνω σε βάρος του πλειστηριασμού κατά την 17.10.1989, με τον οποίο ολοκληρώθηκε η σε βάρος του φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης. Εάν δε πάλι ήθελε την έκδοση πρώτα τελεσίδικης ή αμετάκλητης απόφασης επί των άνω λόγων της ανακοπής του, είχε τη δυνατότητα, αφού ασκούσε τη σχετική αποζημιωτική αγωγή, να ζητήσει με την Κ.Πολ.Δικ. 249 την αναστολή της δίκης, αναφορικά με την αγωγή, μέχρι την τελεσίδικη ή αμετάκλητη δικαστική κρίση επί της ασκηθείσας ανακοπής του.

Συνεπώς, συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις, αναφορικά με την έναρξη και συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 937 παρ. 1 και 251 Α.Κ., το δε Εφετείο Αθηνών που έκρινε αντιθέτως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται περαιτέρω έρευνα, προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3366/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ