2142/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2142/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής και έκρινε την τελευταία ορισμένη και νόμω βάσιμη, δεν κήρυξε παρά το νόμο παραδεκτή και νόμιμη αυτή, οι δε περί του αντιθέτου πρώτος, από τον αριθ.1 της ΚΠολΔ 559 και δεύτερος από τους αρ.1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2142 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2142/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαζήση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6063/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1507/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων επί της οποία εκδόθηκε η 469/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο εξέδωσε την 1667/2006 απόφαση την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-10-2006 αίτηση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-5-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1442 και 1443 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 1487 και 1493 αυτού, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1443, συνάγεται ότι γενική προϋπόθεση για τη γένεση αξιώσεως διατροφής πρώην συζύγου, όταν ο γάμος λύθηκε με διαζύγιο, μετά την ισχύ του ν. 1329/1983, είναι η απορία του δικαιούχου πρώην συζύγου και η ευπορία του υποχρέου, επιπλέον δε από την πλευρά του δικαιούχου πρέπει να συντρέχει και μία από τις ειδικότερες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1442 ΑΚ.
Ως απορία του δικαιούχου θεωρείται η αδυναμία του πρώην συζύγου να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα και την περιουσία του, ευπορία δε του υποχρέου, που δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο, είναι η δυνατότητα αυτού να παράσχει στο δικαιούχο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή.
Έτσι είναι δυνατό, ενόψει όλων των συνθηκών, ηλικίας, υγείας, ικανότητας ή δυνατότητας προς εργασία, εισοδημάτων, περιουσίας και γενικώς της ζωής του πρώην συζύγου, συγκριτικώς πάντοτε προς την ευπορία του υποχρέου, να γεννηθεί δικαίωμα πλήρους ή συμπληρωματικής διατροφής και όταν ο πρώτος έχει μικρής εκτάσεως απρόσοδο περιουσία, της οποίας είτε είναι δυσχερής η εκποίηση, είτε επιβάλλεται η διατήρηση για λόγους πρόνοιας προς εξασφάλισή του στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, με την αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, εξέθεσε ότι ο μετά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, τελεσθείς την 24-12-1971 γάμος τους, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, λύθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθ. 7093/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ότι μετά το διαζύγιο αδυνατεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της, γιατί στερείται εισοδημάτων και περιουσίας, λόγω δε της ηλικίας της και της καταστάσεως της υγείας της δεν ευρίσκει κατάλληλη εργασία. 'Ότι, αντίθετα, ο εναγόμενος είναι εύπορος και γι'αυτό, από κοινωνικούς λόγους, είναι δικαιούχος διατροφής έναντι αυτού.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί να της καταβάλει, για την αιτία αυτή το ποσό των 90.000 δρχ. μηνιαίως για διάστημα πέντε ετών από την επίδοση της αγωγής. Με το άνω περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω αγωγή περιέχει τα αναγκαία στοιχεία, τα οποία προβλέπονται από το άρθρο 1442 ΑΚ, που ρυθμίζει το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο και γι'αυτό το σχετικό δικόγραφο δεν πάσχει αοριστία (νομική, ποσοτική ή ποιοτική) και, ακόμη, η αγωγή αυτή είναι νόμω βάσιμη, έρεισμα ευρίσκουσα επί των προαναφερόμενων διατάξεων του ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής και έκρινε την τελευταία ορισμένη και νόμω βάσιμη, δεν κήρυξε παρά το νόμο παραδεκτή και νόμιμη αυτή, οι δε περί του αντιθέτου πρώτος, από τον αριθ.1 της ΚΠολΔ 559 και δεύτερος από τους αρ.1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (δεύτερος) που αποδίδει επί πλέον στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό (εδώ την ένσταση αοριστίας της αγωγής) ως μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 44/1990).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά λέξιν: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμα γάμο την 24 Δεκεμβρίου του έτους 1971. Οι τελευταίοι από το γάμο τους αυτόν δεν απέκτησαν τέκνα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά το Πάσχα του έτους 1991. Με την υπ' αριθμ. 7.093/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λύθηκε αμετάκλητα ο γάμος τους, για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του εναγόμενου.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος, η οποία σήμερα διανύει το 64ο έτος της ηλικίας της, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως αυτής με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, δεν εργαζόταν, απασχολούμενη αποκλειστικά με τις οικιακές εργασίες και την περιποίηση και την φροντίδα του εναγόμενου και τούτο κατόπιν και της προσωπικής του επιθυμίας.
Αυτή είναι απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και έχει δίπλωμα Οικοκυρικής Σχολής. Το γεγονός όμως ότι ουδέποτε εργάσθηκε, σε συνδυασμό με τη ηλικία της και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, δοθέντος ότι πάσχει από υποθυρεοειδισμό και στεφανιαία ανεπάρκεια, δεν της επιτρέπουν να εργασθεί, ούτε δε επιτρέπεται να αναγκασθεί να αρχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει από αυτό την τακτική, μηνιαία, σε χρήμα, διατροφή της.
Αλλά και περαιτέρω συντρέχει και αντικειμενική αδυναμία εξευρέσεως εργασίας κατάλληλης για την ηλικία της και την κατάσταση της υγείας της, ενόψει μάλιστα και των κρατουσών συνθηκών στην αγορά εργασίας, όπου η ανεργία, όπως είναι κοινώς γνωστό, πλήττει τις γυναίκες της προχωρημένης ηλικίας...Εξάλλου, αυτή τυγχάνει κυρία ενός διαμερίσματος, μικτού εμβαδού 80 περίπου τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στη, επί της οδού ....., αριθμ...., της ......
πολυώροφη οικοδομή στο οποίο και διαμένει. Επίσης, τυγχάνει συγκυρία και κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 3/10, ενός σιταγρού, εκτάσεως 14.460 τετραγωνικών μέτρων, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 3/5, ενός άλλου σιταγρού, εκτάσεως 18.075 τετραγωνικών μέτρων και κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 3/8, ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.545 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκονται στην περιοχή της άλλοτε Κοινότητας του .......
του Νομού Κιλκίς και αποτελούν κληρονομιαίο οικογενειακό αγροτικό κλήρο. Από την εκμίσθωση των σιταγρών αυτών με ετήσιο μίσθωμα 7.000 δραχμών και ήδη 20,54 ΕΥΡΩ, το στρέμμα, εισπράττει, στο μερίδιό της, 100.000 δραχμές και ήδη 293,47 ΕΥΡΩ ετησίως. Προσπάθεια της ενάγουσας, να εκποιήσει το μερίδιό της, καίτοι δεν θα κάλυπτε τις διατροφικές της ανάγκες, αφού το συνολικό τίμημα υπολογίζονταν στο ποσό των 70.000 δραχμών και ήδη 205,43 ΕΥΡΩ, δεν απέδωσε, διότι αποτελεί εξ αδιαιρέτου μερίδιο και γι' αυτό δεν υπάρχει ενδιαφέρον, ενώ για την εκποίηση ολοκλήρου του γεωργικού κλήρου δεν συμφωνούν οι λοιποί συγκληρονόμοι.
Άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν έχει η ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι τελωνειακός υπάλληλος και υπηρετεί στο Τελωνείο Πειραιώς. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος άδειας, ανέρχονται στο ποσό των 500.000 δραχμών και ήδη σε αυτό των 1.467,35 ΕΥΡΩ μηνιαίως.
Περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών. Ο τελευταίος διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα, αντί μηνιαίου μισθώματος 75.000 δραχμών και ήδη 220,10 ΕΥΡΩ. Επιβαρύνεται με τη διατροφή του, εκτός γάμου, γεννηθέντος ανηλίκου τέκνου του Γ1, ηλικίας κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής, 9 ετών, το οποίο απέκτησε από τη σχέση του με την Γ2 και το οποίο εκουσίως αναγνώρισε, ως γνήσιο τέκνο του.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών επιβαρύνεται με τα έξοδα της διατροφής, της ενδύσεως, της ψυχαγωγίας, του παραθερισμού και της αγοράς των σχολικών ειδών του ως άνω ανηλίκου τέκνου του, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 120.000 δραχμών και ήδη 352,16 ΕΥΡΩ μηνιαίως, ενώ για τις δαπάνες της ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως του ανηλίκου επιβαρύνεται ο ασφαλιστικός φορέας του εναγόμενου, στον οποίο το τέκνο του είναι εμμέσως ασφαλισμένο.
Επίσης, επιβαρύνεται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τις δαπάνες φοιτήσεως του ανηλίκου τέκνου του Γ1 σε ιδιωτικό σχολείο, το ύψος των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 95.000 δραχμών και ήδη 278,80 ΕΥΡΩ μηνιαίως. Στα προαναφερόμενα ποσά που απαιτούνται για τη μηνιαία διατροφή και εκπαίδευση του ανήλικου τέκνου του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, συμμετέχει και η ανωτέρω μητέρα του Γ2, χωρίς όμως να καταστεί δυνατό, να προσδιοριστεί το ποσοστό της συμμετοχής της.
Κατόπιν αυτών αποδείχθηκε η ευπορία του εναγόμενου και η δυνατότητα του τελευταίου, να καταβάλει, ως τακτική, μηνιαία, σε χρήμα, διατροφή το κατωτέρω αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, εφόσον αποδείχθηκε ότι η μεν ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, μετά την έκδοση του διαζυγίου της με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από τα εισοδήματά της ή από της περιουσία της και δεν μπορεί να ασκήσει κατάλληλο επάγγελμα, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της και της κακής καταστάσεως της υγείας της, ο δε εναγόμενος είναι εύπορος, δηλονότι έχει την οικονομική δυνατότητα, από τα προαναφερόμενα εισοδήματά του, να παράσχει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, τακτική, μηνιαία, σε χρήμα, διατροφή, η τελευταία έχει δικαίωμα να αξιώσει διατροφή, το δε δικαίωμά της αυτό δικαιολογείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, από κοινωνικούς λόγους, ώστε αυτή να μη μείνει αβοήθητη.
Το ύψος της διατροφής, με βάση την οικονομική δυνατότητα του εναγόμενου και τις συνθήκες της ζωής της ενάγουσας, όπως αυτές προκύπτουν μετά από το διαζύγιο, πρέπει, να καθορισθεί στο ποσό των 60.000 δραχμών και ήδη σε αυτό των 176,08 ΕΥΡΩ μηνιαίως. Το ποσό αυτό μπορεί, να καταβάλει ο αναγόμενος, χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του διατροφή και γι' αυτό η σχετική ένστασή του, η οποία παραδεκτά προβάλλεται (άρθρο 1487 του Α.Κ.), κατά της ενάγουσας, μετά το διαζύγιο, απορριπτέα κρίνεται ως βάσιμη.
Ακόμη, και ο ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητος, κατά κατάχρηση του δικαιώματος επιδιώκει την επιδίκαση της τακτικής, μηνιαίας, σε χρήμα, διατροφής, μετά το διαζύγιο, είναι αβάσιμος, αφού στο πρόσωπό της συντρέχουν οι υπό του νόμου προϋποθέσεις, ότι είναι δικαιούχος της προαναφερόμενης διατροφής, ο δε εναγόμενος έχει την οικονομική δυνατότητα να συμβάλει στην ανωτέρω διατροφή της".
Με τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο απέρριψε, κατ΄ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 176.08 ευρώ μηνιαίως και για μία πενταετία από την επίδοση της αγωγής διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν τους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες δικαίου (περί διατροφής μεταξύ συζύγων μετά τη διάζευξή τους), τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με την κρινόμενη αίτησή του, στους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, από τον αρ.19 της ΚΠολΔ 559, δεν είναι βάσιμα.
Περαιτέρω με τον τέταρτο και τον πέμπτο αναιρετικό λόγο υποστηρίζονται και τα ακόλουθα: "Εφόσον η ίδια η ενάγουσα... δεν επικαλείται ότι χρήζει και μαγείρισσας και καθαρίστριας, έπεται ότι συνομολογεί, και με αυτό τον τρόπο, ότι η ίδια ασκεί αυτές τις εργασίες και η ομολογία της αυτή δεν λήφθηκε υπόψη, ως στοιχείο που αποδεικνύει την εργασιακή της δυνατότητα και στις δύο άνω εργασίες που θα μπορούσε να παράσχει...
είτε σε καφετέρια, ή ξενοδοχείο... Επομένως, εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει εργασιακή ικανότητα λόγω της προχωρημένης ηλικίας της... Επιπλέον... η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό... ότι αυτή κεντούσε και μπορεί να εσοδεύει από την εργασία αυτή.. ενώ επιπλέον μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα της συντρόφου ή επιτηρήτριας παίδων... .
Η προσβαλλομέη εσφαλμένα και αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει εργασιακή ικανότητα λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει... Η απλή παράθεση των ιατρικών ονομασιών δύο παθήσεων χωρίς απολύτως καμία αναφορά στα συμπτώματα που εμφανίζουν και στις συνέπειες που έχουν στον φερόμενο ως πάσχοντα, δεν μπορεί να αποτελεί νόμιμο λόγο απαλλαγής από την εργασία...
Επίσης... αναιτιολόγητα η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι η ενάγουσα βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να εξεύρει εργασία ... ενόψει των δυσμενών συνθηκών στην αγορά εργασίας...". Οι λόγοι αυτοί κατά τα άνω λοιπά μέρη τους πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού παρά την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ.1 και 14 ΚΠολΔ για την θεμελίωσή τους πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, και δεν την εκτίμησή του, ότι η αναιρεσίβλητη αδυνατεί να εργασθεί και να αποκομίσει σχετικό εισόδημα για τις διατροφικές της ανάγκες.
Οι ίδιοι λόγοι όσον αφορά τις αιτιάσεις τους από τον αρ.8 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω αναφερόμενους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, περιεχόμενους στην έφεσή του, και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους.
ΙΙΙ. Παρά την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1, 14, 19 ΚΠολΔ των άρθρων 2 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ για την θεμελίωση του έκτου και του έβδομου λόγου αναιρέσεως, αυτοί είναι απαράδεκτοι κατά την ΚΠολΔ 561 παρ.1 ως πλήττοντες την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, και δη την γενομένη δεκτή απορία της αναιρεσιβλήτου, αφού υποστηρίζεται:
α) ότι αυτή θα μπορούσε να καλύψει τις διατροφικές της ανάγκες "ρευστοποιώντας την ιδιόκτητη κατοικία στης στον ....... Κιλκίς" ή "ρευστοποιώντας" το διαμέρισμά της (μικτού εμβαδού 76,50 τ.μ.) στη ........, στο οποίο κατοικεί, ή "εκμισθώνοντας ένα από τα δωμάτια... σε κάποια φοιτήτρια ή σπουδάστρια" ή "ρευστοποιώντας" τα αγροτικά ακίνητα της που βρίσκονται στην περιοχή .........
Κιλκίς β) ότι το Εφετείο "χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παρά τον νόμο, δέχθηκε ότι άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιανδήποτε άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι έχει η ενάγουσα και δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του εναγομένου και τον περί αυτού 21ο λόγο έφεσης, ότι η ενάγουσα... διατρέφεται in natura και επιπλέον λαμβάνει και 600.000 δραχμές ετησίως ως αγροτική επιδότηση και ότι ως εκ τούτου οι διατροφικές της ανάγκες καλύπτονται πλήρως" και γ) ότι το Εφετείο "άφησε αδίκαστο τον 23ο λόγο έφεσης" σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί ότι ο ασφαλιστικός φορέας της αναιρεσείουσας (ΟΓΑ) δεν κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες αυτής για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Οι ίδιοι λόγοι, εφόσον αφορά τις αιτιάσεις τους από τον αρ.8 της ΚΠολΔ 559, είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω αναφερόμενους αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος, περιεχόμενους στην έφεσή του, και τους απέρριψεν ως ουσιαστικά αβάσιμους.
IV. Με τους όγδοο και ένατο αναιρετικούς λόγους και υπό την επίκληση, για καθένα εξ αυτών, του άρθρου 559 αριθμ. 1,8 και 19 ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη την επιδικασθείσα διατροφή των 176 ευρώ μηνιαίως χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την δική του διατροφή, "μη λαμβάνοντας υπόψη" τους σχετικούς ισχυρισμούς του, και ακόμη ότι λόγω συνταξιοδοτήσεώς του μετά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, ήτοι από τον Απρίλιο του 2006 μειώθηκε το μηνιαίο εισόδημά τους, ενώ, αντιθέτως, αυξήθηκαν οι δαπάνες του επειδή βαρύνεται με την καταβολή δόσεων δανείου που έλαβε, για αγορά κατοικίας και με τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου που έχει αποκτήσει με άλλη γυναίκα. Οι λόγοι αυτοί αφορούν επίσης την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, και δη περί την ευπορία του αναιρεσείοντος και την μη διακινδύνευση της ιδίας αυτού διατροφής από την καθυποχρέωσή του να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη την επιδικασθείσα μηνιαία παροχή, και είναι γι'αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά την ΚΠολΔ 561 παρ.1. Εκείνοι δε που αφορούν τη συνταξιοδότησή του ειδικότερα ως απαράδεκτοι γιατί αναφέρονται σε περιστατικό μεταγενέστερο που δεν ασκεί καμία έννομη επίδραση στην υπόθεση, ως κείμενο σαφώς εκτός της ένδικης πενταετίας από την επίδοση της αγωγής.
V. Στα ίδια ως άνω (ουσιαστικά) ζητήματα, ήτοι στην ευπορία του αναιρεσείοντος, στην απορία της αναιρεσιβλήτου και στην ένσταση του πρώτου περί διακινδυνεύσεως της ιδίας αυτού διατροφής αναφέρεται και ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος είναι ωσαύτως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθ.1,8 και 19 της ΚΠοΛΔ 559 στην πραγματικότητα πλήττεται η περί πραγμάτων ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (ΚΠολΔ 561 παρ.1 ).
VI. Στον δέκατο τρίτο αναιρετικό λόγο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Πρωτόδικα και κατ΄έφεση ζήτησα την απόρριψη της αγωγής κατ΄άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισθείς ότι η ενάγουσα... από λόγους εκδίκησης, γιατί λύθηκε ο μεταξύ μας γάμος και γιατί εγώ απέκτησα, μεταγενέστερα, τέκνο, πουν εκείνη δεν μπορούσε και, με βάση τα άνω ταπεινά ελατήρια και νομιμοφανή δικαιολογία την διατροφή της άσκησε την ένδικη αγωγή της, υπερβαίνοντας καταφανώς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της, αφού η πραγματική αιτία δεν είναι η αδυναμία της να διατραφεί μερικά ή ολικά εξ ιδίως, αλλά η εκδικητικότητά της σε μένα, για τους άνω λόγους από λόγους δικού της εύκολου πλουτισμού". Υποστηρίζεται δε στη συνέχεια ότι το Εφετείο, που απέρριψε την περί καταχρήσεως, δικαιώματος ένσταση του αναιρεσείοντος, υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος κατά μεν το πρώτο μέρος του ως αβάσιμος, αφού το ουσιαστικό δικαστήριο έλαβε υπόψιν την ρηθείσα ένσταση και ρητώς την απέρριψε, κατά δε το δεύτερο μέρος του ως απαράδεκτος ως αφορών τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου σχετικώς με την "απορία" της αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
VII. Περαιτέρω: α) Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι, γι'αυτό, απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τους αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ 559, σύμφωνα με τον οποίο "η προσβαλλομένη έκανε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρα 1442, 1443 και 1444 ΑΚ), αφού ανάμεσα στα όσα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, περιέλαβε ως στοιχείο την υπαιτιότητα του εναγομένου ως προς τους λόγους του διαζυγίου του γάμου με την ενάγουσα...".
Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από το παρατεθέν ανωτέρω μέρος, αλλά και από το σύνολο της απόφασής του, το Εφετείο ουδόλως στήριξε την διαδικαστική κρίση, επί της υποθέσεως στην "υπαιτιότητα" οποιουδήποτε από τους διαδίκους για την διάζευξή τους. VIII. O δέκατος λόγος από τους αριθμούς 8 και 11 (όχι και 19) της ΚΠολΔ 559, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι ήδη ευρίσκεται, από τον μήνα Απρίλιο του 2006, στο στάδιο της συνταξιοδότησης, ούτε τα αναφερόμενα αποδεικτικά που επικαλέστηκε προς απόδειξή του, δηλαδή τα μνημονευόμενα έγγραφα και την σχετική δικαστική ομολογία της ενάγουσας, είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερα τα μέρη του, γιατί ο ισχυρισμός αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί καμία επίδραση στην υπόθεση, αφού τα περιστατικά που τον συγκροτούν ανάγονται σε ύστερο του επιδίκου χρόνο κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα (η ένδικη πενταετία άρχισε από την επομένη της επίδοσης της αγωγής ήτοι από 10-1-2001 και έληξε στις 10-1-2006.
IX.Τέλος, δεν ενυπάρχει αντίφαση- όπως υποστηρίζεται με τον δωδέκατο, από τον αρ.19 της ΚΠολΔ 559 (όχι και από τους αρι.1 και 8 της ίδιας διατάξεως) λόγο αναιρέσεως-στην παραδοχή του Εφετείου ότι "το ποσό αυτό μπορεί να καταβάλει ο εναγόμενος χωρίς να διακινδυνεύσει τη δική του διατροφή και γι'αυτό η σχετική ένστασή του, η οποία παραδεκτά προβάλλεται (άρθρο 1487 του ΑΚ) κατά της ενάγουσας, μετά το διαζύγιο...
απορριπτέα κρίνεται ως βάσιμη", αφού είναι προφανές ότι εκ παραδρομής ανεγράφη η λέξη "βάσιμη" χωρίς το στερητικό "α". Κατόπιν τούτων, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1667/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ