Legislator Case Law & Legislation
2141/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and additional grounds due to procedural time limit expiration on a Saturday.

Case Number 2141/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision and rejected additional grounds filed late. The appellant argued for the admissibility of these new arguments, but the court found the thirty-day preparatory period expired on May 14, 2007, after the thirty-first day fell on a Saturday and the following day was a holiday. Consequently, the court ruled that the additional grounds were inadmissible as they were filed out of time.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 12 ed. a' of Law 1157/1981; Art. 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The preparatory time limit for filing additional grounds of appeal expires on the last working day following the thirty-first day, excluding weekends and holidays.

Keywords

AI generated
preparatory time limit additional grounds of appeal weekend exclusion holiday extension procedural admissibility Code of Civil Procedure Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 12 ed. a' of Law 1157/1981
Art. 569 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 27 and 28/1998
OL. AP 143/1984
OL. AP 266/1985
OL. AP 2/1996
OL. AP 1415-6/1996
OL. AP 684/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2141 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2141/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ ΑΕ Ανώνυμης Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Συσκευασίας" ήδη μετονομαθσείσης "SCA PACKAGING HELLAS AE Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Συσκευασίας" που εδρεύει στην Κοινότητα Νεοχωρούδας, Βιομηχανική Περιοχή Θεσσαλονίκης που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Δρυλερράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9099/1994, 3675/1998 μη οριστικές 7977/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4835/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσίβλητη επί της οποίας εκδόθηκε η 1181/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου , η οποία αναίρεση την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 9311/2005 απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-3-2006 αίτησή του και τους από 12-4-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-45-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ΄ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας και μάλιστα ενάριθμα. 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού. Και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου. Επί αιτιάσεις για μη εφαρμογή των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ είναι αόρισος ο λόγος, αν δεν εκτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπραξία. Τέλος, επί αιτιάσεως για παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει ν' αναφέρεται ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, και σε τι συνίσταται η παράβαση.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 της ΚΠολΔ 559 αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη, διότι "δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς". Κατά τα άνω δύο μέρη του ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι όσον μεν αφορά την ειδικότερη αιτίαση για μη εφαρμογή από το Εφετείο των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν εκτίθεται ότι το Δικαστήριο εκείνο διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, όσον δε αφορά την ειδικότερη αιτίαση για παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αναφέρεται ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, και σε τί συνίσταται η παράβαση.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον 'Αρειο Πάγο, αν επανέλθει σ'αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων στον ίδιο πρώτο αναιρετικό λόγο αναγράφει ένα απόσπασμα από τη νομική σκέψη της υπ'αριθ. 1181/2004 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Α' Πολιτικό Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε για πλημμέλεια από τον αρ.1 της ΚΠολΔ 559 η 4835/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την ίδια υπόθεση και παραπέμφθηκε η τελευταία για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, με την οποία (σκέψη) λύνεται το νομικό ζήτημα της αληθούς εννοίας (ερμηνείας) του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 219/1991, που αποτελεί και απόσπασμα της νομικής σκέψης (μείζονος) του Δικαστηρίου της παραπομπής, δηλαδή της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Το εν λόγω απόσπασμα έχει ως εξής: "... Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 219/1991, με το οποίο έγινε η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, επί συμβάσεων εμπορικών αντιπροσωπειών που προϋπήρχαν της έναρξης ισχύος του προαναφερόμενου Π.Δ/τος (πριν δηλαδή από το 1991), δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού.

Τα δικαιώματα όμως και οι υποχρεώσεις των μερών από τις προϋπάρχουσες συμβάσεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις αυτού από 1ης Ιανουαρίου 1994, ενώ μένουν εκτός ρύθμισης των κανόνων του Π.Δ/τος δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών από τις προϋπάρχουσες συμβάσεις για το πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 χρονικό διάστημα...".

Ακολούθως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αρ.1 της ΚΠολΔ 559, ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία, με την άνω σκέψη, του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 219/1991, ως ερχόμενη σε αντίθεση με την παρ.1η του άρθρου 22 της Κοινοτικής Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ το νομικό δε αυτό σφάλμα της προσβαλλομένης έχει επιδράσει στο διατακτικό της.

Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι το νομικό αυτό ζήτημα έχει κριθεί αμετακλήτως (και αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα) με την 1181/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά τρόπο δεσμευτικό όχι μόνο για το εν λόγω Δικαστήριο της παραπομπής, που επελήφθη της ίδιας υποθέσεως, αλλά και για τον ίδιο τον 'Αρειο Πάγο, στον οποίο επανήλθε η αυτή υπόθεση ύστερα από την κρινόμενη νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της παραπομπής.

Ο αυτός, τέλος, λόγος, από τον αριθ. 18 (όχι 1) της ΚΠολΔ 559, κατά το μερος του που μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη γιατί δεν έλαβε υπόψη της και δεν αποδέχτηκε την υπ'αριθ. C-104/12-12-1995 απόφαση του ΔΕΚ ως προς το αναφερόμενο διατακτικό της, που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση κατόπιν προδικαστικής παραπομπής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (παλαιό Συνθ.ΕΟΚ 177 ήδη ΣΕΚ 234), στηριζόμενος στην αρχή της ίσης τουλάχιστον εμβέλειας του κοινοτικού δικαίου προς το εθνικό, είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με το διατακτικό της εν λόγω απόφασης του ΔΕΚ.

ΙΙ.Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμα τους εκτίεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 69 παρ. 2 του ν. 2190/1920 ''περί ανωνύμων εταιριών'', όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 10 του Π.Δ/τος 498/1987, "από της δημοσιεύσεως των εν λόγω αποφάσεων η εταιρία εις ην υπήχθη ετέρα τοιαύτη υποκαθίσταται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε άλλης διατυπώσεως εις άπαντα εν γένει τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις της συγχωνευθείσης εταιρίας, της τοιαύτης μεταβιβάσεως εξομοιουμένης προς την καθολικήν διαδοχήν".

Η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι οι εκκρεμείς συμβάσεις μεταξύ τρίτων και της συγχωνευόμενης με απορρόφηση εταιρίας δεν καταργούνται, αλλά συνεχίζεται η εκτέλεσή τους με τους ίδιους συμβατικούς κανόνες δέσμευσης των μερών, όπως και πρότερον, μεταξύ των τρίτων και της απορροφούσας εταιρίας, σαν να μην είχε μεσολαβήσει η συγχώνευση.

Δηλαδή η συμβατική θέση του αντισυμβληθέντος τρίτου, δεν μπορεί εξ αιτίας της μεσολαβήσασας συγχώνευσης των επιχειρήσεων να χειροτερεύσει, αλλά ούτε και να βελτιωθεί. Έτσι, σε περίπτωση που η συγχωνευθείσα εταιρία είχε συνάψει με τρίτο σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας προώθησης των προϊόντων της προς τους πελάτες της ορισμένης εδαφικής περιοχής, η σύμβαση ισχύει στο ίδιο μέτρο και με τους ίδιους όρους και έναντι της συγχωνεύσασας εταιρίας και δεν διευρύνεται η σχέση και επί των πελατών της τελευταίας.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 219/1991, με το οποίο έγινε η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, επί συμβάσεων εμπορικών αντιπροσωπειών που προϋπήρχαν της έναρξης ισχύος του προαναφερόμενου Π.

Δ/τος (πριν δηλαδή από το 1991), δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού. Τα δικαιώματα όμως και οι υποχρεώσεις των μερών από προϋπάρχουσες συμβάσεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις αυτού από 1ης Ιανουαρίου 1994, ενώ μένουν εκτός ρύθμισης των κανόνων του Π. Δ/τος δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών από τις προϋπάρχουσες συμβάσεις για το πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994 χρονικό διάστημα (ΑΠ 1181/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Κατασκευής και Εμπορίας Χαρτοκιβωτίων και λοιπών ειδών συσκευασίας ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ Α.Ε.", στις ..... στην Αθήνα έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου.

Δυνάμει της συμβάσεως αυτής ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της ως άνω εταιρίας, όπως διαπραγματεύεται για λογαριασμό της, υπό την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή-εμπορικού αντιπροσώπου, την πώληση των προϊόντων αυτής (ειδών συσκευασίας), στους νομούς ...... και ........., αντί προμήθειας 3% επί των καθαρών πωλήσεων.

Έκτοτε ο ενάγων παρείχε τις ως εμπορικού αντιπροσώπου υπηρεσίες του στους δύο παραπάνω νομούς και λάμβανε τη συμφωνημένη προμήθεια. Το Δεκέμβριο του έτους 1985, η ως άνω αντισυμβαλλόμενη εταιρία συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε.", η δε νέα δημιουργηθείσα ανώνυμη εταιρία μετά σχετική τροποποίηση του καταστατικού της έλαβε την επωνυμία "ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρίαειδών συσκευασίας Α.Ε." και κατέστη οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω αντισυμβαλλόμενης εταιρίας.

Η τελευταία ως άνω ανώνυμη εταιρία (εναγομένη, η οποία μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής άλλαξε επωνυμία σε "SCA PACKAKING HELLAS Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Ειδών Συσκευασίας"), συνέχισε ακώλυτα τη μετά του ενάγοντος συνεργασία της, στα πλαίσια της συναφθείσας την ....... συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, χωρίς να υπάρξει μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ότι ο ενάγων θα αντιπροσωπεύει και τους πελάτες της συγχωνεύσασας εταιρίας στους ως άνω νομούς μέχρι την 4-12-1991.

Την ημερομηνία αυτή η εναγομένη με επιστολή της γνωστοποίησε στον ενάγοντα, ότι διακόπτει τη μετ' αυτού συνεργασία. Η εναγομένη εταιρία με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσής της επαναφέρει τους ισχυρισμούς της, τους οποίους και πρωτοδίκως διεξοδικά είχε προβάλλει με τις από 29-9-1994, 18-11-1997 και 24-5-2001 προτάσεις της, ότι αντισυμβαλλόμενη του ενάγοντος ήταν τρίτη χωριστή από αυτή εταιρία και ότι μετά τη συγχώνευση της τρίτης αυτής εταιρίας, αντισυμβαλλόμενης ενάγοντος, της παλαιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ με την εταιρία ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ, το σύστημα πωλήσεως των προϊόντων της εναγομένης είχεν ως εξής:

Οι μεν πωλήσεις προς τους πελάτες της παλαιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ γίνονταν, μάλλον συνέχισαν να γίνονται, με τους εμπορικούς αντιπροσώπους που υπήρχαν (όπως ήταν και ο ενάγων), οι δε πωλήσεις προς τους πελάτες της ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ γίνονταν απευθείας από την ίδια την εναγομένη (χωρίς τη διαμεσολάβηση των εμπορικών αντιπροσώπων), όπως ακριβώς γίνονταν πριν από την συγχώνευση των δύο εταιριών.

Οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης, για τους οποίους ουδέν διέλαβε η εκκαλουμένη, αποδεικνύονται βάσιμοι κατ' ουσίαν. Ειδικότερα ο ενάγων, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που είχε καταρτίσει με την αντισυμβαλλόμενη αυτού εταιρία (παλιά) ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ εξακολουθούσε και μετά τη συγχώνευση των δύο εταιριών να διαθέτει προϊόντα της, εκ της συγχωνεύσεως, νέας εταιρίας (ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ), εναγομένης, στις περιοχές των νομών .....

και ....., και συγκεκριμένα να προμηθεύει τους πελάτες που ήδη είχε, δηλαδή τους πελάτες της παλιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, καθώς βέβαια και να βρίσκει νέους, για την εναγομένη. Έτσι εδικαιούτο ποσοστό αμοιβής επί των πωλήσεων σε πελάτες της παλιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, καθώς βέβαια και επί των πωλήσεων σε νέους πελάτες που αυτός έφερε στη νέα εταιρία (εναγομένη).

Για όλες αυτές τις πωλήσεις ο ενάγων εισέπραττε τακτικά σύμφωνα με τη σύμβαση που είχε καταρτίσει με την (παλιά) ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (3% επί των προαναφερόμενων καθαρών πωλήσεων) από την εναγομένη και εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για κάθε μήνα του επιδίκου χρονικού διαστήματος (1-11-1988 έως 30-11-1991), ως συνέβαινε και κατά το από της συγχωνεύσεως των ως άνω εταιριών μέχρι 31-12-1997 χρονικό διάστημα (που δεν είναι επίδικο), τα οποία τιμολόγια επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων επί σειρά ετών αποδεχόταν τον τρόπο αυτό πληρωμής της αμοιβής του, ο οποίος ήταν καθ' όλα σύμφωνος με το νόμο και με τη σύμβαση.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ολόκληρο το χρονικό διάστημα της συμβατικής σχέσης του με την εναγομένη, ήτοι από της συγχωνεύσεως των παραπάνω δύο εταιριών μέχρι τη λύση της σύμβασής του (4-12-1991), ο ενάγων δεν αξίωσε προμήθειες για τις πωλήσεις εμπορευμάτων της εναγομένης σε πελάτες της, οι οποίοι πριν τη συγχώνευση ήσαν πελάτες της συγχωνεύσασας την αντισυμβαλλομένη εταιρεία, ήτοι της ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ στις περιοχές των νομών ......

και ......., αλλ' ούτε διατήρησε ο ίδιος ο ενάγων κάποια επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων του για τις πωλήσεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει τούτο από όλες τις αποδείξεις (τιμολόγια) παροχής υπηρεσιών που χορηγούσε στην εναγομένη το διάστημα της συμβατικής του σχέσης με αυτήν. Η νέα εταιρία ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ (εναγομένη) πρώην ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ και ήδη SCA, είχε το ίδιο αντικείμενο εργασιών με την παλιά ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ.

Πριν τη συγχώνευση των ως άνω εταιριών η εταιρία ΣΑΙΝΤ PHTZIS (απορροφώσα) είχε δικό της σύστημα πωλήσεως των προϊόντων της στους παραπάνω δύο νομούς και δικούς της πελάτες στους νομούς αυτούς. Ο ενάγων δεν είχε καμία σχέση, είτε συμβατική είτε πραγματική, με την εταιρία SAINT ΡΗΤΖΙΣ, ούτε απέκτησε δικαίωμα είσπραξης προμηθειών επί των πωλήσεων που πραγματοποιούσε η εναγομένη νέα εταιρία ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ προς τους πελάτες της "ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ", χωρίς τη διαμεσολάβηση οποιουδήποτε αντιπροσώπου και οι οποίοι (πελάτες) προέβαιναν σε απευθείας συναλλαγή με την ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ πριν και μετά τη συγχώνευση της τελευταίας με την παλιά ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ με την εναγομένη.

Η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα θεωρεί, όπως και ο ενάγων με την αγωγή του αλλά και με τις προτάσεις του, ότι για όλες γενικά τις πωλήσεις προϊόντων της εναγομένης εταιρείας κατά το από 1-1-1988 έως 31-12-1991 χρονικό διάστημα, σε πελάτες της στη γεωγραφική περιοχή των νομών ....... και ..... η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα (εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα) την προμήθεια που είχεν ορισθεί με τη σύμβαση μεταξύ αυτού και της παλιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, ασχέτως αν ήσαν πελάτες της αντισυμβαλλομένης του (απορροφηθείσας) παλιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, τους οποίους ο ενάγων συνέχισε ν' αντιπροσωπεύει στους ως άνω νομούς για λογαριασμό πλέον της εναγομένης μετά την προαναφερθείσα συγχώνευση.

Περαιτέρω, ο ενάγων δεν απέδειξεν, ότι οι αναφερόμενοι στην αγωγή πελάτες της εναγομένης ήταν πρώην πελάτες της παληάς συγχωνευθείσης εταιρίας με την επωνυμία ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, της οποίας ήταν αντιπρόσωπος ο ενάγων, ή νέοι πελάτες της εναγομένης εταιρίας νέας ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, ήδη "SCA", που κατά τη σύμβαση επί των προς αυτούς πωλήσεων είχε δικαίωμα προμήθειας ο ενάγων.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι πελάτες (εταιρίες και φυσικά πρόσωπα) της εναγομένης, που αναφέρονται στην αγωγή και για τις πωλήσεις προς αυτούς το επίδικο χρονικό διάστημα ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του προμήθειες, ήσαν πελάτες, είτε της συγχωνεύσασας την αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος εταιρεία, ήτοι της ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ, είτε νέοι πελάτες της εναγομένης εταιρίας που συμβλήθηκαν με την τελευταία απευθείας δια του συστήματος πωλήσεων με πωλητές που είχεν η συγχωνεύσασα εταιρία SAINT ΡΗΤΖΙΣ και που διατήρησε στα γραφεία της στην Αθήνα η εναγομένη εταιρία, όπως και αυτό (σύστημα πωλήσεων) δι' αντιπροσώπων που είχεν η παληά εταιρία ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ και κατά το διάστημα μετά τη συγχώνευση των ως άνω εταιριών.

Ακόμη αποδείχθηκε ότι οι αναφεόμενοι στην αγωγή πελάτες της εναγομένης δεν ήσαν πελάτες της παλαιάς ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ, και ότι οι βασικότεροι από τους προαναφερόμενους πελάτες της εναγομένης στην ένδικη αγωγή, όπως η ΑΧΑΪΑ ΚΛΑΟΥΣ Α.Ε., η εταιρία ΚΟΥΝINΙΩΤΗΣ Α.Ε., η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟ

ΙΙΑ Α.Ε., η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ Α.Ε., η ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΑΤΡΑΪΚΗ Α.Ε., ήσαν πελάτες της εταιρίας ΣΑΙΝΤ ΡΗΤΖΙΣ Κατ' ακολουθίαν των ως άνω αποδειχθέντων περιστατικών, ο ενάγων δεν έχει αξίωση λήψης προμήθειας, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη από τις πωλήσεις της εναγομένης στους αναφερόμενους στην ένδικη αγωγή πελάτες της με βάση την από ......

σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που είχε συνάψει με την "Ανώνυμη εταιρία κατασκευής και εμπορίας χαρτοκιβωτίων και λοιπών ειδών συσκευασίας ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ Α.Ε.", κατά παραδοχή του δευτέρου και του τρίτου λόγου της έφεσης και ως βάσιμων κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, απόρριψη της αντέφεσης και εξαφάνιση της εκκαλουμένης, απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η αγωγή του αναιρεσείοντος, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε, στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικώς με τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου των προαναφθεισών ουσιαστικών διατάξεων τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτόν με τον δεύτερο (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) λόγο αναιρέσεως δεν είναι βάσιμα.

Εξάλλου, οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις κατά της αποφάσεως, που διαλαμβάνονται στον λόγο αυτό, ανάγονται σε σφάλματα και ελλείψεις, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και, επομένως, προβάλλονται απαραδέκτως. Την εκτίμηση των αποδείξεων αφορά απαραδέκτως επίσης η διαλαμβανόμενη αιτίαση στον υπό στοιχεία 3Β λόγο αναιρέσεως, παρά την επίκληση, του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ για τη νομική θεμελίωσή της.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει, δηλαδή, τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψιν "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε και όλα τα έγγραφα του αναιρεσείοντος, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος μεταξύ των οποίων και τα κάτωθι:

α) Η από ...... έγγραφη παραγγελία της εταιρείας "ΑΧΑΪΑ-ΚΛΑΟΥΣ ΑΕ", β) Η από ...... βεβαίωση της εταιρείας "........ΟΕ", γ) Η από....... βεβαίωση του ........, δ) Το ........ πιστοποιητικό του επιμελητηρίυο Αχαΐας, ε) το ....... πιστοποιητικό της Δ/νσεως Εμπορίου της Ν/Α Ηλείας, στ) το έντυπο της "ΚΑΡΤΟΝΠΑΚ ΑΕ" έτους 1986 και ζ) Η από .......

σύμβαση. Ακόμη, από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, επομένως και εκείνεςε των μαρτύρων του αναιρεσείοντος οι οποίες ειδικώς μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλομένη. Κατά συνέπεια, δεν είναι βάσιμος ο υπό στοιχεία 3Α λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

IV.Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, προβαλλόμενος υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.10 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος και δη: κατά μεν το μέρος του που αναφέρεται σε "ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες" ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνεται καμία περαιτέρω σχετική διευκρίνιση, κατά δε το μέρος του, που αναφέρεται στους φερόμενους ως αναπόδεικτους ισχυρισμούς της αναιρεσιβλήτου, ως αφορών την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου για την ουσία της υποθέσεως (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

V

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.12 εδ.α' του ν.1157/1981: "η διαδρομή των υπό του νόμου ή του δικαστηρίου τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρίαν της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αύτη είναι εξαιρετέα ή Σάββατον, την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας...". Από την αδιάστικτη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως συνάγεται, ότι το εδάφιό της, που αφορά τη λήξη της προθεσμίας, όπως, άλλωστε, και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται όχι μόνον επί των προθεσμιών ενεργείας, αλλά και επί των προπαρασκευαστικών, δηλαδή εκείνων που είναι απαραίτητο να έχουν παρέλθει πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως.

Συνεπώς και επί των εν λόγω προθεσμιών, αν η τελευταία ημέρα τους συμβαίνει να είναι εξαιρετέα (αργία) ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Συναφώς, για τον υπολογισμό της νόμιμης, τασσόμενης από την ΚΠολΔ 569 παρ.2, προπαρασκευαστικής προθεσμίας των τριάντα (30) πλήρων ημερών πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ως τοιαύτης νοουμένης της αρχικής, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο, του οικείου Τμήματος κατά την ΚΠολΔ 568 παρ.2), για την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, δεν υπολογίζονται στην προθεσμία αυτή, οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, καθώς και συζητήσεως, ούτε η τελευταία ημέρα (τριακοστή) αν είναι εξαιρετέα ή Σάββατο (Ολ.ΑΠ 143/1984, 266/1985, 2/1996, ΑΠ 1415-6/1996, ΑΠ 684/2002) Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, το δικόγραφο των οποίων κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 12η Απριλίου 2007, ημέρα Πέμπτη, όπως προκύπτει εξ αυτού (αριθ.κατ.135/2005).

Εν όψει του ότι η τριακοστή ημέρα από την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως (αυθημερόν) του σχετικού αντιγράφου είναι, κατά το εν χρήσει ημερολόγιο, η 12η Μαΐου 2007, η οποία συμπίπτει με ημέρα Σάββατο και η επόμενη (13-5-2007) αργία (Κυριακή), η τριακονθήμερη προθεσμία (προπαρασκευαστική) της ΚΠολΔ 569 παρ.2, συμπληρώθηκε στις 7 μ.μ.

της 14ης Μαΐου 2007, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή μετά την ορισθείσα ώρα συζήτησης της αναίερσης (09.30 της 14-5-2007). Επομένως, οι πρόσθετοι λόγιο αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ως ασκηθέντες εκπροθέσμως. (βλ. και άρθρα 569 παρ.2 εδ.α' και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-3-2006 αίτηση και το από 12-4-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Χ1 για αναίρεση της 9311/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ