Legislator Case Law & Legislation
2141/2006 AI generated

Supreme Court quashes appeal judgment for missing date of bank draft presentation and lack of reasoning.

Case Number 2141/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's judgment dismissing the defendant's appeal against a prosecution order. The defendant argued the lower court failed to provide specific reasoning and incorrectly applied criminal law regarding a bank draft. The court found the judgment legally flawed because it omitted the critical date of the draft's presentation to the bank, a fact essential for proving the crime of issuing a dishonored draft.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure; Article 79 of Law 5960/1933: An appeal judgment is annulled if it lacks specific and reasoned justification or fails to establish essential elements of the crime, such as the date of presentation of a bank draft, rendering the application of substantive law impossible.

Keywords

AI generated
bank draft crime dishonored draft insufficient reasoning criminal procedure appeal missing factual element legal annulment procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 79 of Law 5960/1933
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2141 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2141/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 665/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.3.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 913/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 408/22.9.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:

Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 5007/2004 παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών "για κακουργήματα" τον κατηγορούμενο Χ, για να δικαστεί ως υπαίτιος α) απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και β) έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε νομοτύπως από τον κατηγορούμενο έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 665/2005 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. (βλ. βουλεύματα).

ΙΙ. Το 665/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε νομοτύπως στον μεν κατηγορούμενο στις 20.03.2006, στον δε αντίκλητο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα στις 03.05.2006 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 29.03.2006 ο κατηγορούμενος Χ, εμφανίσθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 665/2005 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η 50/29.03.2006 έκθεση αναίρεσης, στην οποία ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ΄ και β΄ Κ.Π.Δ.).Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων παραπέμπεται για μια τουλάχιστον κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη.

ΙV. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο δεδικασμένο.

Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, υπό την προϋπόθεση, ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια απ' αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.

Εξάλλου κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/33, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστο 10.000 δρχ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την θεμελίωση του πλημμελήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται αφενός η έκδοση έγκυρης επιταγής και αφετέρου η γνώση του εκδότη της ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής και τέλος η μη πληρωμή της επιταγής λόγω έλλειψης των αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων, είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο πληρωμής της επιταγής. Προσαπαιτείται ακόμη και η εμφάνιση της επιταγής μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επόμενη της έκδοσης της επιταγής, εφόσον αυτή εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα.

V. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, δέχθηκε, με καθ' ολοκληρίαν παραδεκτή αναφορά, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας (καταθέσεις μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και με όσα εκθέτει στους λόγους εφέσεώς του), προέκυψαν τα ακόλουθα:

Ο κατηγορούμενος εργαζόταν αρχικά ως γεωπόνος στην εταιρεία "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" με έδρα την ... και με αντικείμενο την εμπορία γεωργικών εφοδίων, επί δέκα οκτώ έτη. Περί τα έτος 1998 έγινε Πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος αυτής, μεγαλομέτοχος δε της ανωτέρω εταιρεία ήταν ο Ζ. Ως δε ισχυρίζεται ο εν λόγω κατηγορούμενος έγινε Πρόεδρος του ΔΣ και δ/νων σύμβουλος κατόπιν προτάσεως του ως άνω Ζ, για φορολογικούς κυρίως λόγους.

Όμως αργότερα και περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2002 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, δια βλάβης ξένης περιουσίας, ζήτησε από τον εγκαλούντα Ψ, ο οποίος τυγχάνει παιδικός φίλος του ως άνω μεγαλομετόχου Ζ, δάνειο ύψους "213.000" Ευρώ για λογαριασμό δήθεν της προαναφερόμενης εταιρείας, η οποία παρουσίαζε πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα, με ημερομηνία αποδόσεως του δανείου στις 03.03.2003.

Προς κατοχύρωσή του δε θα του παρέδιδε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού "213.000" ευρώ, με ημερομηνία 03.03.2003, συρρομένη εκ του υπ' αριθμ. ... Λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας στην Αγροτική Τράπεζα, υπογραφομένη από τον ίδιο, υπό την ρηθείσα ιδιότητά του, σε διαταγή του εγκαλούντα. Κατά την σύναψη του δανείου αυτού παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ανωτέρω Ψ ότι το χρηματικό αυτό ποσό του δανείου, προοριζόταν για τις ανάγκες δήθεν της εταιρείας και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής στο λογαριασμό της εταιρείας, όπως επίσης θα υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια και κατά τον χρόνο εμφάνισης της επιταγής.

Συγχρόνως όμως απέκρυψε από τον εγκαλούντα ότι αγνοούσε ο μεγαλομέτοχος της εταιρείας και προσωπικός φίλος αυτού (εγκαλούντα) Ζ την λήψη του δανείου αυτού, όπως επίσης και τα της εκδόσεως της επιταγής. Πεισθείς ο ανωτέρω Ψ στις ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις του κατηγορουμένου παρέδωσε σ' αυτόν το ζητηθέν ποσόν των "213.000" Ευρώ, λαμβάνοντας και την σχετική επιταγή, υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα.

Όμως το ανωτέρω ποσόν ουδέποτε εισέφερε ο κατηγορούμενος για τις ανάγκες της εταιρείας, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, προξενήσας έτσι αντίστοιχη ζημία (περιουσία) στον εγκαλούντα, η οποία υπερβαίνει το ποσόν των "25.000.000" δρχ. ή 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι ούτε και η επιταγή πληρώθηκε όταν ενεφανίσθη προς πληρωμή ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά και διότι ουδέποτε εισεπράχθη το ποσόν αυτό από την εταιρεία ώστε να υπάρχει και αντίστοιχη υποχρέωση πληρωμής της από αυτήν.

Είναι δε σαφές ότι ο εγκαλών κατέβαλε το ανωτέρω ποσόν στον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι αυτό δίδεται για τις ανάγκες της εταιρείας και ότι έτσι εξυπηρετεί τον προσωπικό του φίλο Ζ, ο οποίος κατά το διάστημα αυτό της συνάψεως του δανείου (οπωσδήποτε πάντως μετά την 14.05.2002) απουσίαζε στο εξωτερικό. Αν δηλαδή εγνώριζε ότι το ποσό θα το αναλάμβανε ο κατηγορούμενος ουδέποτε θα προέβαινε στην παροχή δανείου, ούτε φυσικά και θα δεχόταν την ρηθείσα επιταγή, έστω και εις διαταγήν του υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο ως εκπρόσωπο της εταιρείας.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις του μηνυτού Ψ και των εξετασθέντων μαρτύρων Ζ, μεγαλομετόχου της ανωτέρω εταιρείας και ..., ταμία αυτής. Ο τελευταίος ρητά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε χρήματα από πολλούς χωρίς να υπάρχουν αποφάσεις του Δ.Σ. και ουδέποτε εισέφερε στο ταμείο της εταιρείας το υπό κρίση ποσό των (213) χιλ. ευρώ (βλ. στις καταθέσεις των ανωτέρω).

Τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδιαίτερα από αυτήν καθ' εαυτήν την επιταγή των (213) χιλ. ευρώ, η οποία φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου, όπως άλλωστε απεφάνθη περί αυτού η διορισθείσα με διάταξη της αρμόδιας ανακρίτριας, δικαστική γραφολόγος ..., στην από 05.01.2003 υπ' αυτής συνταγείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Σ' αυτήν και στα τελικά συμπεράσματα στην σελίδα 22 εκτίθενται τα εξής: ".... Η υπογραφή στην υπ' αριθ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, φέρει όλα τα γραφικά γνωρίσματα μιας φυσικής και αυθόρμητης υπογραφής πρωτογενούς χάραξης χωρίς την ύπαρξη αντικειμενικών ενδείξεων πλαστογραφήσεως ή αλλοίωσης της στο γραφικό χώρο. Διατυπώνεται δε σύμφωνα με τις γνήσιες υπογραφές του Χ (κατηγορουμένου), όπως έχουν τεθεί στα προς σύγκριση έγγραφα (δείγματα ετών 2002-2003), αποδεικνύοντας έτσι ότι η υπό έλεγχο υπογραφή είναι γνήσια, δηλαδή ότι έχει τεθεί με το χέρι αυτού..." (βλ. στην έκθεση). Δέον να σημειωθεί εν προκειμένω ότι αρχικά ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί ότι η υπογραφή είναι δική του εκθέτοντας ότι αυτή έχει τεθεί κατ' απομίμηση κ.λ.π. (βλ. στην απολογία του στον ανακριτή).

Εν τούτοις όμως στην συνέχεια υπαναχωρεί εν μέρει εκ της αρχικής θέσεώς του εκθέτοντας ότι την επιταγή την συμπλήρωσε ο Ζ και ότι ο ίδιος, εκτελώντας εντολές του ανωτέρω μεγαλομετόχου, μπορεί να την υπέγραψε απλώς, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος επρόκειτο κ.λ.π. Ειδικώτερα ο ανωτέρω κατηγορούμενος τόσο σε μεταγενέστερο υπόμνημά του προς τον ανακριτή όσο και στους λόγους εφέσεώς του, εκθέτει τους εξής ισχυρισμούς:

Πρώτον. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από τον μηνυτή παριστώντας σ' αυτόν ψευδή περιστατικά κ.λ.π., ενόψει μάλιστα και ότι ο μηνυτής και ο Ζ είναι φίλοι από παιδιά και συνεπώς θα μπορούσε κάλλιστα ο πρώτος να ενημερώσει τον δεύτερο περί της παροχής του δανείου, χάριν της εταιρείας του. Κάτι βέβαια που δεν έγινε και κατά πάσα περίπτωση δεν προκύπτει από πού πήρε τα χρήματα αυτά ο εγκαλών και τα έδωσε ως δάνειο (εάν δηλαδή τα είχε στην Τράπεζα, σε ομόλογα κ.λ.π.).

Ισχυρίζεται ακόμη ότι δεν ευσταθούν όσα εκθέτει ο εγκαλών, ότι δηλαδή "δεν επικοινώνησε αμέσως με τον φίλο του Ζ, προκειμένου να τον ενημερώσει για το δάνειο, καθ' όσον ο τελευταίος ευρίσκετο στο εξωτερικό συνεχώς". Και τούτο διότι αποδεικνύεται εξ εγγράφων ότι ο ανωτέρω (Ζ) ευρίσκετο την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, υπογράφοντας συμβάσεις κ.λ.π. (βλ.

σελίδες 8 και 9 των λόγων εφέσεως). Τέλος ότι πρόκειται για μήνυση αντιπερισπασμού "υποβληθείσα καθ' υπαγόρευση και σε εκτέλεση οδηγιών του ηθικού αυτουργού της εναντίον του ψευδούς μηνύσεως Ζ κ.λ.π.". (βλ. σελίδα 8 των λόγων εφέσεως).

Επί των ισχυρισμών αυτών λεκτέα τα ακόλουθα: Είναι γεγονός ότι υφίσταται σφοδρή αντιδικία μεταξύ του κατηγορουμένου και του μεγαλομετόχου της εταιρείας Ζ με μηνύσεις αγωγές κ.λ.π. Όμως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι εχρησιμοποιήθη ο μηνυτής από τον φίλο του Ζ, ώστε να χαλκευθεί τέτοια κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. ΄Οσο και φίλοι να ήσαν οι ανωτέρω δεν κρίνεται ότι ο μηνυτής θα μπορούσε να δεχθεί "να παίξει" ένα τέτοιο ρόλο, να μηνύσει δηλαδή κάποιον ότι τον εξηπάτησε και τον εζημίωσε με το ποσόν των (213) χιλ. ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλειά του, εμπλεκόμενος έτσι σε πολύχρονες και ψυχοφθόρες δίκες μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τον φίλο του Ζ. ΄Οσον αφορά δε τη προέλευση των χρημάτων είναι γεγονός ότι ο μηνυτής δεν προσκομίζει στοιχεία από όπου να προκύπτει ότι αυτά ανελήφθησαν από τράπεζες ή ρευστοποίηση ομολόγων κ.λ.π.

Τούτο όμως δεν μπορεί να κριθεί ως το κρίσιμο σημείο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι ο ανωτέρω μηνυτής ενδεχομένως να μη θέλει να αιτιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, γιατί έτσι θα εξηναγκάζετο να άρει ο ίδιος το απόρρητον των λογαριασμών του και εν πάση περιπτώσει δεν ελέγχεται εν προκειμένω "το πόθεν έσχες" αυτού.

Τέλος αναφορικά με τη μη ενημέρωση για μεγάλο διάστημα περί της παροχής του δανείου εκ μέρους του μηνυτού, ο τελευταίος εννοεί τον εαυτό του όταν λέγει ότι έλλειπε στο εξωτερικό και έτσι δεν μπόρεσε να ενημερώσει τον φίλο του Ζ, καθόσον ο ίδιος και η σύζυγος του εργάζονται στο εξωτερικό. Τούτο σαφώς προκύπτει από την ίδια την μήνυση (βλ. 1η σελίδα αυτής). Δεν εννοεί δε τον Ζ, για τον οποίο εκθέτει ότι αυτός (Ζ) έλλειπε στο εξωτερικό μόνον τον χρόνο της παραδόσεως των χρημάτων (μέσα Μαΐου 2002 - βλ. στο μέσον περίπου της 1ης σελίδος της μηνύσεως). Βέβαια και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στις 14.05.2002 ο Ζ ήταν στην Αθήνα, δεδομένου ότι στις 14.05.2002 υπέγραψε κάποια σύμβαση με την "ΑΤΕ ΛΗΖΙΓΚ". Αλλά και στην περίπτωση αυτή, ο ανωτέρω κάλλιστα θα μπορούσε να είχε φύγει για το εξωτερικό αμέσως μετά, χρόνο δηλαδή που ο εγκαλών τοποθετεί ως χρόνο παραδόσεως των χρημάτων (μέσα Μαΐου 2002). Κρίνεται δε απολύτως φυσικό να μην είχε ενημερωθεί αμέσως για το δάνειο ο εν λόγω μεγαλομέτοχος, ακριβώς διότι ο εγκαλών παρεπλανήθη, θεωρώντας ότι είχε δανείσει έναν φίλο του, από τον οποίο δεν είχε φόβο να χάσει τα χρήματά του και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία τέτοια "Υπενθύμιση", στην αρχή τουλάχιστον, κάτι βέβαια που έγινε αργότερα, ως σαφώς εκθέτει στην μήνυσή του.

Δεύτερον: Εμμένει ο κατηγορούμενος στην άποψη ότι το μπλόκ των επιταγών το είχε ο Ζ, ο οποίος διαφέντευε τα πάντα και ότι ο ίδιος (κατηγ/νος) "ήταν το παιδί για τα θελήματα".

Κατ' αρχήν ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθ' όσον δεν είναι νοητό να μη έχει πρόσβαση ο δ/νων σύμβουλος μιας εταιρείας στο μπλόκ των επιταγών. Πέραν τούτου όμως και κατά πάσα περίπτωση ο ανωτέρω κατηγορούμενος και νουν είχε και εμπειρία, αλλά και επίγνωση της θέσεώς του (πρωτίστως και ως κατ' εξοχήν υπεύθυνος) και ως εκ τούτου είναι ακατανόητος ο ισχυρισμός του "ότι υπέγραφε ό,τι του έφεραν" χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω την πορεία μιας εκάστης των υποθέσεων για τις οποίες έθετε την υπογραφή του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δε, χωρίς να ερευνήσει για ποία αιτία εξεδίδετο η επιταγή αυτή και το σπουδαιότερο, εάν όντως εισήχθησαν τα χρήματα αυτά, της επιταγής των (213) χιλ. ευρώ στο ταμείο της εταιρείας. Σε αρνητική δε περίπτωση θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί δια παντός νομίμου μέσου, πράγμα βεβαίως το οποίο ουδόλως έπραξε.

Τρίτον: ΄Οσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι τα λοιπά στοιχεία της επιταγής (πλην της υπογραφής του δηλαδή), δεν είναι δικά του, δέον να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποκλείει τούτο, αλλά απλώς πιθανολογεί ότι έχουν τεθεί και αυτά δια χειρός του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα στην έκθεση εκτίθενται τα εξής: "Ως προς τη γραφή, με την οποία έχουν συμπληρωθεί τα (λοιπά) στοιχεία της υπό έλεγχο επιταγής, η γνώμη μου είναι ότι έχει γραφεί, κατά πιθανολόγηση με το χέρι του υπογράφοντα αυτή Χ. Η ως άνω επιφύλαξη μου οφείλεται στο ότι: Η υπό έλεγχο γραφή συνίσταται από κεφαλαία γράμματα χωρίς ιδιαίτερη ατομικότητα. Υπάρχουν ομοιότητες και διάφορες μεταξύ αυτής και της προς σύγκριση γραφής του Χ, οι οποίες αξιολογούμενες, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε βέβαιο και αναμφισβήτητο συμπέρασμα.

Συνεπώς, εκτιμώντας τα γραφικά ευρήματα της διενεργηθείσης συγκριτικής αντιπαραβολής και τον βαθμό σύνδεσης των στοιχείων των υπό αντιπαραβολή γραφών που προέκυψαν από τη διερεύνηση της ταυτότητός του γραφέα της υπό έλεγχο επιταγής, καταλήγω στο συμπέρασμα με επιφύλαξη για λόγους δεοντολογίας σύμφωνα με τις αρχές της Δικαστικής Γραφολογίας" (βλ.

στις σελίδες 22 και 23 της εκθέσεως). Αλλά πέραν τούτων. Και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι τα λοιπά στοιχεία της επιταγής εγράφησαν από τρίτο πρόσωπο (λ.χ. από το λογιστήριο), το ζητούμενο είναι ότι η επιταγή αυτή, αφ' ενός μεν υπεγράφη από τον κατηγορούμενο, αφ' ετέρου δε ουδέποτε τα χρήματα εισήχθησαν στο ταμείο της εταιρείας κατά τα ως άνω εκτεθέντα.

Ουδεμία δε ένδειξη υφίσταται ότι τα λοιπά αυτά στοιχεία της επιταγής ανεγράφησαν από τον Ζ. Τέλος θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα χρήματα αυτά εδόθησαν πράγματι ως δάνειο στην εταιρεία εν γνώσει και με την έγκριση του Δ.Σ. και φυσικά του Ζ και εξεδόθη πράγματι η επιταγή αυτή υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο, "εντός των ουσιαστικών ορίων της προς τούτο εξουσιοδοτήσεως της εταιρείας" ως συνέβη με άλλες πέντε επιταγές της εταιρείας, υπογεγραμμένες από τον κατηγ/νο, σύμφωνα με όσα εδέχθη η υπ' αριθ. 539/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία πιστωτικών τίτλων), που απέρριψε σχετική ανακοπή της εν λόγω εταιρείας "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" κατά της καθ' ης "SOFTCCMER Α.Ε.", με αφορμή εκδοθείσα διαταγή πληρωμής σε βάρος της (βλ.

στην απόφαση αυτή). Όμως τέτοιος ισχυρισμός όχι μόνον δεν διετυπώθη ποτέ από τον κατηγορούμενο αλλά ούτε και φυσικά προέκυψε ότι εισήχθησαν τα χρήματα αυτά στο ταμείο της εταιρείας, καθ' οιονδήποτε τρόπο.

Επειδή από όλα όσα εξετέθησαν στοιχειοθετούνται υποκειμενικά και αντικειμενικά οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ο εκκαλών κατηγορούμενος. Επομένως ορθώς εξετιμήθησαν τα πραγματικά περιστατικά και εφηρμόσθησαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις από το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου - εκκαλούντα και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (για τα κακουργήματα).

VI. Με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών, αν και αναλύει διεξοδικά το αποδεικτικό υλικό και αντιμετωπίζει επιτυχώς τους υπεραστικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα του κατηγορουμένου, δεν διέλαβε κρίσιμο στοιχείο η έλλειψη του οποίου, δημιουργεί ασάφεια, που καθιστά μη εφικτό τον έλεγχο του αν εφαρμόσθηκαν ορθά ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, με αποτέλεσμα το βούλευμα να στερείται νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα ούτε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση ούτε σε άλλο σημείο του βουλεύματος, αναφέρεται οτιδήποτε περί της ημεροχρονολογίας, κατά την οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή στην Τράπεζα η παραπάνω επιταγή. Η ασάφεια αυτή, ως προς στοιχείο που είναι αναγκαίο για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή την εμφάνιση προς πληρωμή εντός οκτώ (8) ημερών από την έκδοση, καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο, αν ορθώς ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο για παραβίαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, όπως ισχύει και ως εκ τούτου ανακύπτει ζήτημα εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ως εκ τούτου το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.

Η παράλειψη αυτή που αναφέρεται στην έκδοση της ακάλυπτης επιταγής, δημιουργεί ασάφεια σε σχέση και με το έγκλημα της απάτης, αφού η βλάβη, που φέρεται να επήλθε στον παθόντα, προϋποθέτει ότι η επιταγή που δόθηκε σ' αυτόν, για την κάλυψη του δανείου, και που φέρεται να είναι το μέσον που τον παραπλάνησε, να επιδιώχθηκε να εισπραχθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Πρέπει συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατ' αποδοχή των σχετικών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί για εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 79 του Ν. 5960/33 και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 β΄ και δ΄ Κ.Π.Δ.) και η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω

Ι. Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 50/29.03.2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του 665/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και

ΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Αθήνα 10 Αυγούστου 2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί αυτός δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης ή κατά τον χρόνο της πληρωμής της, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στην διάταξη αυτή αθροιστικές ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται 1) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ' άρθρο 79 παρ. 1 και 4 ν. 5960/1933, εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της, εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, 2) έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής και 3) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.

Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, υπό την προϋπόθεση, ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.

Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια απ' αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (εξετασθέντες μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου και το υπόμνημα αυτού) προέκυψαν τα ακόλουθα:

Ο κατηγορούμενος εργαζόταν αρχικά ως γεωπόνος στην εταιρεία "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" με έδρα την ... και με αντικείμενο την εμπορία γεωργικών εφοδίων, επί δέκα οκτώ έτη. Περί τα έτος 1998 έγινε Πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος αυτής, μεγαλομέτοχος δε της ανωτέρω εταιρείας ήταν οΖ. Ως δε ισχυρίζεται ο εν λόγω κατηγορούμενος έγινε Πρόεδρος του ΔΣ και δ/νων σύμβουλος κατόπιν προτάσεως του ως άνω Ζ, για φορολογικούς κυρίως λόγους.

Όμως αργότερα και περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2002 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, δια βλάβης ξένης περιουσίας, ζήτησε από τον εγκαλούντα Ψ, ο οποίος τυγχάνει παιδικός φίλος του ως άνω μεγαλομετόχου Ζ, δάνειο ύψους "213.000" Ευρώ για λογαριασμό δήθεν της προαναφερόμενης εταιρείας, η οποία παρουσίαζε πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα, με ημερομηνία αποδόσεως του δανείου στις 03.03.2003.

Προς κατοχύρωσή του δε θα του παρέδιδε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού "213.000" ευρώ, με ημερομηνία 03.03.2003, συρρομένη εκ του υπ' αριθμ. ... Λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας στην Αγροτική Τράπεζα, υπογραφομένη από τον ίδιο, υπό την ρηθείσα ιδιότητά του, σε διαταγή του εγκαλούντα. Κατά την σύναψη του δανείου αυτού παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ανωτέρω Ψ ότι το χρηματικό αυτό ποσό του δανείου, προοριζόταν για τις ανάγκες δήθεν της εταιρείας και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής στο λογαριασμό της εταιρείας, όπως επίσης θα υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια και κατά τον χρόνο εμφάνισης της επιταγής.

Συγχρόνως όμως απέκρυψε από τον εγκαλούντα ότι αγνοούσε ο μεγαλομέτοχος της εταιρείας και προσωπικός φίλος αυτού (εγκαλούντα) Ζ την λήψη του δανείου αυτού, όπως επίσης και τα της εκδόσεως της επιταγής. Πεισθείς ο ανωτέρω Ψ στις ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις του κατηγορουμένου παρέδωσε σ' αυτόν το ζητηθέν ποσόν των "213.000" Ευρώ, λαμβάνοντας και την σχετική επιταγή, υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα.

Όμως το ανωτέρω ποσόν ουδέποτε εισέφερε ο κατηγορούμενος για τις ανάγκες της εταιρείας, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, προξενήσας έτσι αντίστοιχη ζημία (περιουσιακή) στον εγκαλούντα, η οποία υπερβαίνει το ποσόν των "25.000.000" δρχ. ή 73.000 ευρώ, δεδομένου ότι ούτε και η επιταγή πληρώθηκε όταν ενεφανίσθη προς πληρωμή ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά και διότι ουδέποτε εισεπράχθη το ποσόν αυτό από την εταιρεία ώστε να υπάρχει και αντίστοιχη υποχρέωση πληρωμής της από αυτήν.

Είναι δε σαφές ότι ο εγκαλών κατέβαλε το ανωτέρω ποσόν στον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι αυτό δίδεται για τις ανάγκες της εταιρείας και ότι έτσι εξυπηρετεί τον προσωπικό του φίλο Ζ, ο οποίος κατά το διάστημα αυτό της συνάψεως του δανείου (οπωσδήποτε πάντως μετά την 14.05.2002) απουσίαζε στο εξωτερικό. Αν δηλαδή εγνώριζε ότι το ποσό θα το αναλάμβανε ο κατηγορούμενος ουδέποτε θα προέβαινε στην παροχή δανείου, ούτε φυσικά και θα δεχόταν την ρηθείσα επιταγή, έστω και εις διαταγήν του υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο ως εκπρόσωπο της εταιρείας.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις του μηνυτού Ψ και των εξετασθέντων μαρτύρων Ζ, μεγαλομετόχου της ανωτέρω εταιρείας και ..., ταμία αυτής. Ο τελευταίος ρητά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε χρήματα από πολλούς χωρίς να υπάρχουν αποφάσεις του Δ.Σ. και ουδέποτε εισέφερε στο ταμείο της εταιρείας το υπό κρίση ποσό των (213) χιλ. ευρώ (βλ. στις καταθέσεις των ανωτέρω).

Τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδιαίτερα από αυτήν καθ' εαυτήν την επιταγή των (213) χιλ. ευρώ, η οποία φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου, όπως άλλωστε απεφάνθη περί αυτού η διορισθείσα με διάταξη της αρμόδιας ανακρίτριας, δικαστική γραφολόγος ..., στην από 05.01.2003 υπ' αυτής συνταγείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Σ' αυτήν και στα τελικά συμπεράσματα στην σελίδα 22 εκτίθενται τα εξής: ".... Η υπογραφή στην υπ' αριθ. ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, φέρει όλα τα γραφικά γνωρίσματα μιας φυσικής και αυθόρμητης υπογραφής πρωτογενούς χάραξης χωρίς την ύπαρξη αντικειμενικών ενδείξεων πλαστογραφήσεως ή αλλοίωσης της στο γραφικό χώρο. Διατυπώνεται δε σύμφωνα με τις γνήσιες υπογραφές του Χ (κατηγορουμένου), όπως έχουν τεθεί στα προς σύγκριση έγγραφα (δείγματα ετών 2002-2003), αποδεικνύοντας έτσι ότι η υπό έλεγχο υπογραφή είναι γνήσια, δηλαδή ότι έχει τεθεί με το χέρι αυτού..." (βλ. στην έκθεση). Δέον να σημειωθεί εν προκειμένω ότι αρχικά ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί ότι η υπογραφή είναι δική του εκθέτοντας ότι αυτή έχει τεθεί κατ' απομίμηση κ.λ.π. (βλ. στην απολογία του στον ανακριτή).

Εν τούτοις όμως στην συνέχεια υπαναχωρεί εν μέρει εκ της αρχικής θέσεώς του εκθέτοντας ότι την επιταγή την συμπλήρωσε ο Ζ και ότι ο ίδιος, εκτελώντας εντολές του ανωτέρω μεγαλομετόχου, μπορεί να την υπέγραψε απλώς, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος επρόκειτο κ.λ.π. Ειδικώτερα ο ανωτέρω κατηγορούμενος τόσο σε μεταγενέστερο υπόμνημά του προς τον ανακριτή όσο και στους λόγους εφέσεώς του, εκθέτει τους εξής ισχυρισμούς:

Πρώτον. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από τον μηνυτή παριστώντας σ' αυτόν ψευδή περιστατικά κ.λ.π., ενόψει μάλιστα και του ότι ο μηνυτής και ο Ζ είναι φίλοι από παιδιά και συνεπώς θα μπορούσε κάλλιστα ο πρώτος να ενημερώσει τον δεύτερο περί της παροχής του δανείου, χάριν της εταιρείας του. Κάτι βέβαια που δεν έγινε και κατά πάσα περίπτωση δεν προκύπτει από πού πήρε τα χρήματα αυτά ο εγκαλών και τα έδωσε ως δάνειο (εάν δηλαδή τα είχε στην Τράπεζα, σε ομόλογα κ.λ.π.).

Ισχυρίζεται ακόμη ότι δεν ευσταθούν όσα εκθέτει ο εγκαλών, ότι δηλαδή "δεν επικοινώνησε αμέσως με τον φίλο τουΖ, προκειμένου να τον ενημερώσει για το δάνειο, καθ' όσον ο τελευταίος ευρίσκετο στο εξωτερικό συνεχώς". Και τούτο διότι αποδεικνύεται εξ εγγράφων ότι ο ανωτέρω (Ζ) ευρίσκετο την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, υπογράφοντας συμβάσεις κ.λ.π. (βλ.

σελίδες 8 και 9 των λόγων εφέσεως). Τέλος ότι πρόκειται για μήνυση αντιπερισπασμού "υποβληθείσα καθ' υπαγόρευση και σε εκτέλεση οδηγιών του ηθικού αυτουργού της εναντίον του ψευδούς μηνύσεως Ζ κ.λ.π.". (βλ. σελίδα 8 των λόγων εφέσεως).

Επί των ισχυρισμών αυτών λεκτέα τα ακόλουθα: Είναι γεγονός ότι υφίσταται σφοδρή αντιδικία μεταξύ του κατηγορουμένου και του μεγαλομετόχου της εταιρείας Ζ με μηνύσεις αγωγές κ.λ.π. Όμως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι εχρησιμοποιήθη ο μηνυτής από τον φίλο του Ζ, ώστε να χαλκευθεί τέτοια κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. ΄Οσο και φίλοι να ήσαν οι ανωτέρω δεν κρίνεται ότι ο μηνυτής θα μπορούσε να δεχθεί "να παίξει" ένα τέτοιο ρόλο, να μηνύσει δηλαδή κάποιον ότι τον εξηπάτησε και τον εζημίωσε με το ποσόν των (213) χιλ. ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλειά του, εμπλεκόμενος έτσι σε πολύχρονες και ψυχοφθόρες δίκες μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τον φίλο του Ζ. ΄Οσον αφορά δε τη προέλευση των χρημάτων είναι γεγονός ότι ο μηνυτής δεν προσκομίζει στοιχεία από όπου να προκύπτει ότι αυτά ανελήφθησαν από τράπεζες ή ρευστοποίηση ομολόγων κ.λ.π.

Τούτο όμως δεν μπορεί να κριθεί ως το κρίσιμο σημείο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι ο ανωτέρω μηνυτής ενδεχομένως να μη θέλει να αιτιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, γιατί έτσι θα εξηναγκάζετο να άρει ο ίδιος το απόρρητον των λογαριασμών του και εν πάση περιπτώσει δεν ελέγχεται εν προκειμένω "το πόθεν έσχες" αυτού.

Τέλος αναφορικά με τη μη ενημέρωση για μεγάλο διάστημα περί της παροχής του δανείου εκ μέρους του μηνυτού, ο τελευταίος εννοεί τον εαυτό του όταν λέγει ότι έλλειπε στο εξωτερικό και έτσι δεν μπόρεσε να ενημερώσει τον φίλο του Ζ, καθόσον ο ίδιος και η σύζυγος του εργάζονται στο εξωτερικό. Τούτο σαφώς προκύπτει από την ίδια την μήνυση (βλ. 1η σελίδα αυτής). Δεν εννοεί δε τον Ζ, για τον οποίο εκθέτει ότι αυτός (Ζ) έλλειπε στο εξωτερικό μόνον κατά τον χρόνο της παραδόσεως των χρημάτων (μέσα Μαΐου 2002 - βλ. στο μέσον περίπου της 1ης σελίδος της μηνύσεως). Βέβαια και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στις 14.05.2002 ο Ζ ήταν στην Αθήνα, δεδομένου ότι στις 14.05.2002 υπέγραψε κάποια σύμβαση με την "ΑΤΕ ΛΗΖΙΓΚ". Αλλά και στην περίπτωση αυτή, ο ανωτέρω κάλλιστα θα μπορούσε να είχε φύγει για το εξωτερικό αμέσως μετά, χρόνο δηλαδή που και ο εγκαλών τοποθετεί ως χρόνο παραδόσεως των χρημάτων (μέσα Μαΐου 2002). Κρίνεται δε απολύτως φυσικό να μην είχε ενημερωθεί αμέσως για το δάνειο ο εν λόγω μεγαλομέτοχος, ακριβώς διότι ο εγκαλών παρεπλανήθη, θεωρώντας ότι είχε δανείσει έναν φίλο του, από τον οποίο δεν είχε φόβο να χάσει τα χρήματά του και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία τέτοια "Υπενθύμιση", στην αρχή τουλάχιστον, κάτι βέβαια που έγινε αργότερα, ως σαφώς εκθέτει στην μήνυσή του.

Δεύτερον: Εμμένει ο κατηγορούμενος στην άποψη ότι το μπλόκ των επιταγών το είχε ο Ζ, ο οποίος διαφέντευε τα πάντα και ότι ο ίδιος (κατηγ/νος) "ήταν το παιδί για τα θελήματα".

Κατ' αρχήν ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθ' όσον δεν είναι νοητό να μη έχει πρόσβαση ο δ/νων σύμβουλος μιας εταιρείας στο μπλόκ των επιταγών. Πέραν τούτου όμως και κατά πάσα περίπτωση ο ανωτέρω κατηγορούμενος και νουν είχε και εμπειρία, αλλά και επίγνωση της θέσεώς του (πρωτίστως και ως κατ' εξοχήν υπεύθυνος) και ως εκ τούτου είναι ακατανόητος ο ισχυρισμός του "ότι υπέγραφε ό,τι του έφεραν" χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω την πορεία μιας εκάστης των υποθέσεων για τις οποίες έθετε την υπογραφή του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δε, χωρίς να ερευνήσει για ποία αιτία εξεδίδετο η επιταγή αυτή και το σπουδαιότερο, εάν όντως εισήχθησαν τα χρήματα αυτά, της επιταγής των (213) χιλ. ευρώ στο ταμείο της εταιρείας. Σε αρνητική δε περίπτωση θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί δια παντός νομίμου μέσου, πράγμα βεβαίως το οποίο ουδόλως έπραξε.

Τρίτον: ΄Οσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι τα λοιπά στοιχεία της επιταγής (πλην της υπογραφής του δηλαδή), δεν είναι δικά του, δέον να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποκλείει τούτο, αλλά απλώς πιθανολογεί ότι έχουν τεθεί και αυτά δια χειρός του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα στην έκθεση εκτίθενται τα εξής: "Ως προς τη γραφή, με την οποία έχουν συμπληρωθεί τα (λοιπά) στοιχεία της υπό έλεγχο επιταγής, η γνώμη μου είναι ότι έχει γραφεί, κατά πιθανολόγηση με το χέρι του υπογράφοντα αυτή Χ. Η ως άνω επιφύλαξη μου οφείλεται στο ότι: Η υπό έλεγχο γραφή συνίσταται από κεφαλαία γράμματα χωρίς ιδιαίτερη ατομικότητα. Υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ αυτής και της προς σύγκριση γραφής του Χ, οι οποίες αξιολογούμενες, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε βέβαιο και αναμφισβήτητο συμπέρασμα.

Συνεπώς, εκτιμώντας τα γραφικά ευρήματα της διενεργηθείσης συγκριτικής αντιπαραβολής και τον βαθμό σύνδεσης των στοιχείων των υπό αντιπαραβολή γραφών που προέκυψαν από τη διερεύνηση της ταυτότητός του γραφέα της υπό έλεγχο επιταγής, καταλήγω στο συμπέρασμα με επιφύλαξη για λόγους δεοντολογίας σύμφωνα με τις αρχές της Δικαστικής Γραφολογίας" (βλ.

στις σελίδες 22 και 23 της εκθέσεως). Αλλά πέραν τούτων. Και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι τα λοιπά στοιχεία της επιταγής εγράφησαν από τρίτο πρόσωπο (λ.χ. από το λογιστήριο), το ζητούμενο είναι ότι η επιταγή αυτή, αφ' ενός μεν υπεγράφη από τον κατηγορούμενο, αφ' ετέρου δε ουδέποτε τα χρήματα εισήχθησαν στο ταμείο της εταιρείας κατά τα ως άνω εκτεθέντα.

Ουδεμία δε ένδειξη υφίσταται ότι τα λοιπά αυτά στοιχεία της επιταγής ανεγράφησαν από τον Ζ. Τέλος θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα χρήματα αυτά εδόθησαν πράγματι ως δάνειο στην εταιρεία εν γνώσει και με την έγκριση του Δ.Σ. και φυσικά του Ζ και εξεδόθη πράγματι η επιταγή αυτή υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο, "εντός των ουσιαστικών ορίων της προς τούτο εξουσιοδοτήσεως της εταιρείας" ως συνέβη με άλλες πέντε επιταγές της εταιρείας, υπογεγραμμένες από τον κατηγ/νο, σύμφωνα με όσα εδέχθη η υπ' αριθ. 539/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία πιστωτικών τίτλων), που απέρριψε σχετική ανακοπή της εν λόγω εταιρείας "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" κατά της καθ' ης "SOFTCCMER Α.Ε.", με αφορμή εκδοθείσα διαταγή πληρωμής σε βάρος της (βλ.

στην απόφαση αυτή). Όμως τέτοιος ισχυρισμός όχι μόνον δεν διετυπώθη ποτέ από τον κατηγορούμενο αλλά ούτε και φυσικά προέκυψε ότι εισήχθησαν τα χρήματα αυτά στο ταμείο της εταιρείας, καθ' οιονδήποτε τρόπο.

Επειδή από όλα όσα εξετέθησαν στοιχειοθετούνται υποκειμενικά και αντικειμενικά οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ο εκκαλών κατηγορούμενος. Επομένως ορθώς εξετιμήθησαν τα πραγματικά περιστατικά και εφηρμόσθησαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις από το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου - εκκαλούντα και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (για τα κακουργήματα).

Με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε κρίσιμο στοιχείο η έλλειψη του οποίου, δημιουργεί ασάφεια, που καθιστά μη εφικτό τον έλεγχο του αν εφαρμόσθηκαν ορθά ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, με αποτέλεσμα το βούλευμα να στερείται νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα ούτε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση ούτε σε άλλο σημείο του βουλεύματος, αναφέρεται οτιδήποτε περί της ημεροχρονολογίας, κατά την οποία εμφανίσθηκε για πληρωμή στην Τράπεζα η παραπάνω επιταγή. Η ασάφεια αυτή, ως προς στοιχείο που είναι αναγκαίο για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή την εμφάνιση προς πληρωμή εντός οκτώ (8) ημερών από την έκδοση, καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο, αν ορθώς ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο για παραβίαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, όπως ισχύει και ως εκ τούτου ανακύπτει ζήτημα εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής αυτής ποινικής διατάξεως και ως εκ τούτου το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Η παράλειψη αυτή που αναφέρεται στην έκδοση της ακάλυπτης επιταγής, δημιουργεί ασάφεια σε σχέση και με το έγκλημα της απάτης, αφού η βλάβη, που φέρεται να επήλθε στον παθόντα, προϋποθέτει ότι η επιταγή που δόθηκε σ' αυτόν, για την κάλυψη του δανείου, και που φέρεται να είναι το μέσον που τον παραπλάνησε, να επιδιώχθηκε να εισπραχθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Πρέπει, συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα κατ' αποδοχή των σχετικών λόγων αναιρέσεως ν' αναιρεθεί για εκ πλαγίου εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ' αριθ. 665/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ