Legislator Case Law & Legislation
2140/2009 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on lease rent, ruling its late disclosure of new ownership was abusive.

Case Number 2140/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a first-instance judgment regarding lease rent payments. The bank had failed to disclose its new status as the new landlord until late 2000, yet continued to receive rent from the tenant for years. The court ruled that this delay and the bank's subsequent conduct violated the principle of good faith, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: A party's failure to disclose a change in ownership status in time, combined with continued receipt of rent and subsequent negotiations, constitutes an abuse of right and precludes the exercise of appeal rights.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle lease rent dispute change of ownership inadmissible appeal Civil Code 281 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 652, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2140 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2140/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Αρβανιτίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 26132/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 1/12/2003 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 123/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2008 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης, ανέγνωσε τις από 21/3/2005 και 31/3/2005 (συμπληρωματική) εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ηρακλή Κωνσταντινίδη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της στο πινάκιο. Από δε την έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο. Επομένως παρά την απουσία του η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει.-

Κατά το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή η προθεσμία αναιρέσεως κατά αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 - 662 ΚΠολΔ (αποδόσεως μισθίου) είναι δέκα πέντε ημερών, αρχομένη από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ιδίου κώδικα το δικαστήριο συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου της δικογραφίας η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία αποδόσεως μισθίου, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 3-11-2003, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επ' αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... και η αίτηση αναίρεσης, η προθεσμία της οποίας αρχίζει μετά την εκπνοή της δεκαπενθήμερης προθεσμίας εφέσεως, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 3-12-09, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου. Όμως δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης δηλ. η ... ήταν Κυριακή, η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

Επειδή με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός, ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 69/90). Εξάλλου κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίας ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Κατ' άρθρο 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Εξάλλου, κατ' άρθρο 597 παρ. 1 ΑΚ αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση.

Κατ' άρθρ. 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες κατ' άρθρ. 44 του π.δ. 34/1995 εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις προκύπτει ότι για να επέλθει η λήξη της μίσθωσης με καταγγελία για καθυστέρηση μισθώματος, απαιτείται υπερημερία, ήτοι υπαίτια καθυστέρηση της πληρωμής, η οποία τεκμαίρεται ότι υπάρχει, αν έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα καταβολής και εναπόκειται στο μισθωτή να ισχυρισθεί κατ' ένσταση και αποδείξει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει αυτός ευθύνη.

Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: "Ότι δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως η οποία συνήφθη το έτος 1974 ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) μίσθωσε το κατάστημα επί της οδού ...

στο οποίο ασκεί επιχείρηση καφέ-μπαρ, επιτραπέζια παιχνίδια. Ότι συνεπεία μεταγραφής της οικείας πράξεως κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού που έγινε εις βάρος της κυρίας του καταστήματος ... που ήταν και εκμισθώτρια του επιδίκου μισθίου καταστήματος η ενάγουσα-αναιρεσείουσα υπεισήλθε στη μίσθωση.

Ότι κατά το τέλος του έτους 2000 κατέστη γνωστό στον εναγόμενο η κατά τα προαναφερόμενα περιστατικά υπεισέλευση της ενάγουσας στην εν λόγω μίσθωση ενώ κατά τον ίδιο χρόνο η ενάγουσα πρότεινε στον εναγόμενο την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος στο ύψος των 300.000 δραχμών, πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή από τον εναγόμενο, και ταυτόχρονα με την από 23-1-2001 με αριθμό πρωτ. ..., έγγραφη επιστολή της, η ενάγουσα γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι πρόθεσή της είναι η πώληση του μισθίου αφού δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη στέγαση Μονάδων και Υπηρεσιών της.

Ότι κατόπιν αυτής της επιστολής ακολούθησε άλλη έγγραφη επιστολή της ενάγουσας, με την οποία αιτείται από τον εναγόμενο την καταβολή του ποσού των 6.423.200 δρχ. ως αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-6-99 μέχρι 31-1-2001. Ότι με την από 28-5-2001 επιστολή της, η ενάγουσα ζήτησε εγγράφως την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 300.000 δρχ.

Ότι τα επίδικα μισθώματα από Νοέμβριο 1999 μέχρι και το τέλος του 2001 καταβλήθηκαν στην προηγούμενη εκμισθώτρια, και την οποία καταβολή, κλήθηκε, από την ενάγουσα ο εναγόμενος ν' αποδείξει σ' αυτήν καθώς επίσης τα από 1-1-2001 έως και 30-4-2003 χρονικού διαστήματος μισθώματα καταβλήθηκαν με δημόσια κατάθεση εντός μηνός από την επίδοση της καταγγελίας της μίσθωσης, δηλαδή τα μισθώματα του έτους 2001 που τότε γνώρισε το πρώτον ο εναγόμενος το πρόσωπο του νέου εκμισθωτή καταβλήθηκαν και στην παλαιά εκμισθώτρια και στην ενάγουσα.

Ότι δεδομένου, ότι η υπεισέλευση της ενάγουσας στη μίσθωση έγινε γνωστή στον εναγόμενο τέλος του έτους 2000, αφού μέχρι τότε δεν γνωστοποίησε η ενάγουσα αυτήν στον τελευταίο, η καταβολή των πιο πάνω μισθωμάτων στον προηγούμενο εκμισθωτή, θεωρείται από το δικαστήριο ότι έγινε για εύλογη αιτία, που καθιστά, ενόψει και όλων των παραπάνω αποδειχθεισών λοιπών περιστάσεων (πολύμηνη διαπραγμάτευση για υψηλή αναπροσαρμογή του μισθώματος, και ταυτόχρονη δήλωση της πρόθεσης της ενάγουσας για την εκποίηση του μισθίου, ως και εκδήλωση της άποψης της ότι η εν λόγω μίσθωση έχει λυθεί από της μεταγραφής της κατακυρωτικής έκθεσης) την άσκηση του καθολοκληρίαν δικαιώματός της, που ασκείται με την αγωγή, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη των εκ του άρθρου 281 ΑΚ προταθείσα ένσταση του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου-μισθωτού περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εκμισθώτριας ήδη αναιρεσείουσας, προς έγερση κατ' αυτού της κρινόμενης αγωγής περί απόδοσης του μισθίου ακινήτου λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο 1999 έως και Απρίλιο 2003, απέρριψε αυτή ως καταχρηστική.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ορθά εφήρμοσε αυτήν, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς εφαρμογή της, αφού κατά τις ως άνω παραδοχές η αναιρεσείουσα εκμισθώτρια, η οποία υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση συνεπεία μεταγραφής της οικείας κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού την 27-10-1999, από το τέλος του έτους 2000 γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο την ιδιότητά της ως νέας ιδιοκτήτριας του μισθίου ακινήτου, ενώ από το μήνα Νοέμβριο 1999 έως και το μήνα Δεκέμβριο του 2000 χρονικό διάστημα για το οποίο προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η πληττομένη απόφαση και ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία ουδόλως γνωστοποίησε την ιδιότητα αυτή ως νέας κυρίας και εκμισθώτριας τούτου, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος άνευ υπαιτιότητάς του να συνεχίσει να καταβάλει τα μισθώματα στη προηγούμενη εκμισθώτρια.

Η παράλειψη αυτή της εκμισθώτριας αναιρεσείουσας τράπεζας, ενόψει και της υπάρξεως σ' αυτή συγκροτημένης νομικής υπηρεσίας, εν αντιθέσει προς την πλήρη άγνοια του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός συνέχισε να καταβάλλει τα μισθώματα του έτους 2001, δηλαδή και μετά τη γνώση του για τη νέα νομική κατάσταση του επιδίκου μισθίου και της μισθώσεως, τόσο στη παλαιά όσο και στη νέα εκμισθώτρια, πράγμα που δεν υποδηλώνει δυστροπία, αλλά και στη συνέχεια οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της ιδίας (τράπεζας) και του αντιδίκου της, για αύξηση του μισθώματος και συνεπώς περαιτέρω παραμονή του μισθωτού αναιρεσίβλητου στο μίσθιο και συνέχιση της μισθωτικής σχέσης μεταξύ αυτών, φανερώνει ότι η αναιρεσείουσα δεν θεωρούσε δύστροπο και για το κρίσιμο διάστημα τον αναιρεσίβλητο.

Όλα τ' ανωτέρω θεμελιώνουν την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας αντίκειται στη καλή πίστη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της και συνεπώς είναι καταχρηστική. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη α) για ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και β) για αντιφατική αιτιολογία. Από την επισκόπηση της πληττομένης αποφάσεως προκύπτει ότι έχει πλήρη αιτιολογία δεχόμενη ότι η υπεισέλευση της ενάγουσας αναιρεσείουσας στη μίσθωση έγινε γνωστή στον εναγόμενο στο τέλος του έτους 2000 και ότι η καταβολή των μισθωμάτων στην προηγούμενη εκμισθώτρια έγινε για εύλογη αιτία, ενόψει όλων των αναφερομένων σ' αυτή περιστάσεων (πολύμηνη διαπραγμάτευση για υψηλή αναπροσαρμογή του μισθώματος, ταυτόχρονη δήλωση της πρόθεσης της ενάγουσας για την εκποίηση του μισθίου, καθώς και εκδήλωση της άποψης της ότι η εν λόγω μίσθωση έχει λυθεί από της μεταγραφής της κατακυρωτικής έκθεσης), και η αιτιολογία αυτή δεν έρχεται σε αντίφαση με την κρίση του δικαστηρίου για το ότι "ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται από το νόμο στη μισθωτική σχέση και αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχός του" διότι η ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προβάλλεται καθοιουδήποτε ασκεί νόμιμο δικαίωμα που όμως αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού.

Συνεπώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2003 αίτηση για αναίρεση της 26132/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ